Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Μακεδονία - Θράκη, στη δίνη του πολέμου

Ανθολογήματα από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο[i]
Τα «ανδραγαθήματα» των Βουλγάρων !

Στα τέλη του 1942 δημοσιεύθηκε ένα βουλγαρικό διάταγμα που όριζε ότι ως τις 31 Μαρτίου 1943 οι κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης όφειλαν να εκλέξουν υπηκοότητα. Όσοι δήλωναν ότι επιθυμούν τη βουλγαρική υπηκοότητα ή παραλείπανε να κάμουν δήλωση θα εθεωρούντο εφεξής βούλγαροι πολίτες. Όσοι δήλωναν ότι επιθυμούν να διατηρήσουν την ελληνική ιθαγένεια θα υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να πάνε στην άλλη Ελλάδα.

Μια επιτροπή προσφύγων Μακεδόνων και Θρακών που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη ήλθε στας Αθήνας ικετεύοντας τον Αρχιεπίσκοπο να επέμβη. Ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε να συναντηθή με τον Πληρεξούσιο του Ράιχ.
Η συνάντηση έγινε μέσα Φεβρουαρίου1943.
Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ανακεφαλαίωσε τις ωμότητες και τους διωγμούς των Βουλγάρων και ζήτησε, για μια ακόμη φορά, την παρέμβαση της Γερμανίας για να σταματήσουν οι ωμότητες και να ανακληθή ο βουλγαρικός νόμος περί επιλογής ιθαγένειας.
Ο Πληρεξούσιος του Ράιχ ζήτησε έγγραφο υπόμνημα, που θα διαβίβαζε στο Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Ο Αρχιεπίσκοπος θέλησε τότε να μάθη αν υπάρχη καμιά βάση στις φήμες που κυκλοφορούσαν ότι υπήρχε σκέψη να επεκταθή η βουλγαρική κατοχή ως τη Θεσσαλονίκη.
Αν συμβή αυτό – είπε στον Αλτένμπουργκ – πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι όλος ο Ελληνικός Λαός θα τραπή προς τα όρη να αμυνθή υπέρ βωμών και εστιών. Και, φυσικά, επί κεφαλής θα είναι ο Αρχιεπίσκοπος.

Τα μαρτύρια συνεχίζονταν στον Ελληνικό Βορρά.
Έγραφε το χρονικό της Επιτροπής των Μακεδόνων και Θρακών που υποβλήθηκε στις 5/5/43 στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών:
«Θλιβεράς ειδήσεις σας φέρομεν! Τίποτε το ελληνικόν, πλην της ψυχής των κατοίκων, δεν απέμεινε πλέον εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και την Δυτικήν Θράκην. Τα σχολεία εκλείσθησαν. Αι εκκλησίαι λειτουργούνται εις την βουλγαρικήν γλώσσαν. Η χρήσις της Ελληνικής ουδαμού αναγνωρίζεται. Αντιθέτως, καταδιώκεται. Αι ελληνικαί επιγραφαί κατηργήθησαν από τους δρόμους, από τα καταστήματα, από παντού. Τα ελληνικά μνημεία κατεστράφησαν.
Οι αρχιερείς και οι ιερείς εξεδιώχθησαν. Οι επιστήμονες, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, πλείστοι έμποροι και επιχειρηματίαι, απλοί εργάται ακόμη, κάθε στοιχείον έχον κοινωνικήν επιβολήν, εξηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν τον τόπο των. Άλλοι ερρίφθησαν εις τας φυλακάς ή απήχθησαν εις την Βουλγαρίαν ως εξόριστοι ή ως όμηροι.
Οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι των κοινοτήτων αντικατεστάθησαν υπό Βουλγάρων τους οποίους η Διοίκησις έφερεν από την Βουλγαρίαν.
Οι επαγγελματίαι υπεχρεώθησαν με απέιρους τρόπους να συνετειρισθούν με Βουλγάρους, οι οποίοι συντόμως τους εξετόπισαν και εσφετερίσθησαν τας εργασίας των. Οι επιστήμονες, κατά κανόνα, δεν επιτρέπεται να εργάζωνται. Οι εργάται, κατά κανόνα, προσλαμβάνονται μόνον εφ’ όσον δεν ευρίσκονται εργάται εκ Βουλγαρίας.
Η τρομοκρατία και η καταπίεσις είναι γενική. Εντείνεται εκάστοτε περισσότερον εις ωρισμένην επαρχίαν ή πόλιν ή εις ωρισμένον τμήμα της υπαίθρου.
Τα κρατητήρια των πόλεων είναι διαρκώς πλήρη Ελλήνων πολιτών.»

Στις αρχές Ιουλίου 1943 έφθασε στας Αθήνας η πληροφορία ότι οι Γερμανοί παραδώσανε νέα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας του Αξιού στους Βουλγάρους. Αυτό αποκορύφωσε την οργή του κόσμου. Στις 13 Ιουλίου – ημέρα πένθους – έγινε η πρώτη λαϊκή διαμαρτυρία. Και στις 22 Ιουλίου μεγάλα μαχητικά συλλαλητήρια οργανωθήκανε στας Αθήνας. Έως εκατό χιλιάδες λαός κατέβηκε στους δρόμους. Όλα τα μαγαζιά, τα δημόσια καταστήματα, οι τράπεζες κλείσανε. Μαχητικές διαδηλώσεις έγιναν σε κεντρικά σημεία της πόλης. Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ρίξανε και χτυπήσανε τον κόσμο. Σκοτώθηκαν 22 Έλληνες και πολλοί τραυματιστήκανε.

[i] Ηλία Βενέζη, «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, οι χρόνοι της δουλείας», σ. 50 & 54-55, Εστία 1981

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

από την ιστορία της ποίησης

μεγάλοι ποιητές[1]

Ο Όμηρος είναι τόσον γνωστός εις καθ’ […] την αξιότητά του ώστε περιττόν κρίνω να ομιλήσω πολύ περί αυτού. Πιθανόν είναι, ότι αυτός δεν ήτον ο πρώτος έλλην Ποιητής, και ότι ήσαν προ αυτού άλλοι, αφ’ ων εδανείσθη προς συγγραφήν της Ιλιάδος, επειδή δε αυτός ην ο πρώτος αξιόχρεως ποιητής, δικαίως ελογίσθη ο κορυφαίος όλων των προ αυτού Ποιητών. κατά πολλάς μαρτυρίας, φαίνεται, η Σμύρνη έχει το μέγιστον δικαώμα τιμής της γεννήσεώς του, η οποία συνέβη περί τους διακοσίους, και τεσσαράκοντα χρόνους μετά την άλωσιν της Τρωάδος.

Ο Ησίοδος ήτοι ην σύγχρονος του Ομήρου, ή έζη αμέσως μετά τούτον. Τα συγγράμ[μ]ατα και των δύο είναι ανεπίδεκτα παραλληλίας, και συγκρίσεως. Ο μεν Όμηρος υπάρχει μεγαλοπρεπής, και υψηλός, ο δε Ησίοδος απλούς, και ηδύς. Αλλά διά τούτων των λόγων δεν μελετώμεν να σμικρύνωμεν εδοπωσούν την φήμην του Ησιόδου, ο οποίος εσπούδασε μόνον να συγγράψη με ηδύτητα, και ευκρίνειαν, εις ό και ευδοκίμησεν αναμφιβόλως.


[1] Ολιβιέρου Γολσμιθίου, «Ιστορία της Ελλάδος», κ. ΙΑ΄, σ. 329, Βιέννη 1805, Βιβλιοθήκη Ιωάννου Β. Παραγυιού.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Λαογραφία

Η χήρα του Ανδρίκου[1]

Ο πρώτος οικιστής της Ανδρίτσαινας, σύμφωνα με την άποψη του γνωστού λογίου του Μοριά Αντ. Θ. Παπαγεωργίου, φαίνεται πως στάθηκε κάποιος άρχοντας Ανδρίκος το 1050 μΧ. Ο Ανδρίκος αυτός διατηρούσε πανδοχείο δίπλα στην ξακουστή «Τρανή βρύση», με τον θεόρατο πλάτανο. Οι κουρασμένοι οδοιπόροι του χαλικόστρωτου ανώμαλου δρόμου Κατακόλου, Καρύταινας, Τριπόλεως, βρίσκανε στο πανδοχείο καλό φαΐ και κρεβάτι κι’ ανανεώνανε τις δυνάμεις τους με το ξακουστό κρασί της περιοχής, που εξακολουθεί να κρατάη τη φήμη του μέχρι σήμερα. Από τη χήρα του Ανδρίκου, την Ανδρίκαινα, που κράτησε τον ξενώνα πολλά χρόνια ύστερα από τον θάνατο του συζύγου και με παραφθορά του Ανδρίκαινα σε Ανδρίτσαινα, πήρε σήμερα η δροσερή κωμόπολη το όνομά της. Τα καμαρωτά πορτοπαράθυρα των σπιτιών της πιστοποιούνε βυζαντινή επίδραση. Το ίδιο και οι παλιές εκκλησίες της, τής Παναγιάς Φραντζιώτισσας, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικόλα με τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες τους.

Η Ανδρίτσαινα υπήρξε έδρα πατριαρχικής εξαρχίας, που αργότερα συγχωνεύθηκε με την Μητρόπολι Χριστιανουπόλεως (Κυπαρισσίας). Σύμφωνα με το χρονικό του 1302, οι κάτοικοι του ορεινού διαμερίσματος, με επικεφαλής τους τολμηρούς κι’ αποφασιστικούς Ανδριτσάνους, ξεσηκωθήκανε, ζωσθήκανε τα άρματα και πελεκήσανε γερά τους Φράγκους δυνάστες, που διαφεντεύανε τον τόπο. Οι Παλαιολόγοι τους στείλανε βοήθεια από το Μυστρά. Κι’ είναι πανθομολογημένο πως εδώ, στα τραχιά βουνά της δυτικής Αρκαδίας, σπανιώτατα πάτησε το πόδι κατακτητή ή βάρβαρου τυράννου. Τα δασωμένα βουνά με τις κρυσταλλένιες πηγές και τις ρεματιές τους σταθήκανε μετερίζια της λευτεριάς και του ανυπότακτου Μωραΐτικου πνεύματος. Αρματολοί και κλέφτες, καπλάνια των βουνών και των λόγγων, διατηρήσανε αμόλευτα τα τοπία που τραγούδησε ο ανώνυμος ποιητής. Οι Ανδριτσάνοι πατριώτες τροφοδοτούσανε ακατάπαυστα τα αδούλωτα λιοντάρια με τροφές, μπαρουτόβολα και φλασκιά με κρασί. Και έγιναν θρύλοι, ξακουστοί καπεταναίοι, όπως ο Αγριογιάννης, ο Μπαρακούρας, ο Τζαβέλας, ο Μποζινάκης κι ο γιγαντόσωμος Θεοχάρης. Λένε πως, όταν πρωτοείδε τον αρματωμένον αυτόν κύκλωπα ο Κολοκοτρώνης στάθηκε και τον καμάρωσε, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του είπε : «Μωρέ Θεοχάρη, χαρά στον πατέρα που σ’ έσπερνε!». Ο Θεοχάρης του ανταπάντησε: «Και πού να δης τον αδερφό μου, καπετάν Θοδωρή». «Καλύτερα να μην τον δω» μουρμούρισε ο θυμόσοφος αρχηγός, «για να μην καταραστώ το δικό μου σουλούπι!». Όπως είναι γνωστό, ο Κολοκοτρώνης ήταν μετρίου αναστήματος, με γαμψή μύτη και κοντά πόδια.

[1] Ανδρέα Η. Μιχαλόπουλου, «Μεγάλες Μορφές», Αθήναι 1976.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Οικογένεια

Αδυναμίες της σύγχρονης οικογένειας[1].

Η οικογένεια, έτσι όπως παρουσιάζεται σήμερα στις δυτικές κοινωνίες, φαίνεται ότι έχει ορισμένες αδυναμίες.

Η σύγχρονη οικογένεια κοινωνικοποιεί το παιδί και τούς νέους ξεκινώντας από τη βασική διαφοροποίηση των ρόλων κατά φύλο, ρόλος βασικός για το αγόρι, κατ' απομίμηση του πατέρα, εκτελεστικός για το κορίτσι κατ' απομίμηση του ρόλου της μητέρας. Όμως μια τέτοια διαμόρφωση των ρόλων μέσα στην οικογένεια σε ανδρικούς και γυναικείους, με όρια σαφώς διαχωριστικά, δεν κοινωνικοποιεί τα παιδιά με τις αξίες τής ισότητας, ανάμεσα στα δύο φύλα, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, ανάμεσα στα κράτη, ανάμεσα στα έθνη[2].

Αντίθετα κοινωνικοποιεί το παιδί με βάση τις παραδοσιακές αρχές τής ιεραρχίας και τής ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα. Κάνοντας τον απολογισμό τής κοινωνικοποιήσεως του παιδιού από τη σύγχρονη οικογένεια, ο Μπρονφενμπρέννερ [Bronfenbrenner] του Πανεπιστημίου τής Κορνουάλης διαπιστώνει ότι η κοινωνία μας κυριαρχείται, όχι μόνο από τη διάκριση τής φυλής και τής κοινωνικής τάξεως, άλλά και από την ηλικία στην οποία προστίθεται ασφαλώς και η διάκριση του φύλου.

«Ζούμε μέσα σε μια κοινωνία πού διαρκώς αυξάνει τις διακρίσεις όχι μόνο της φυλής και της κοινωνικής τάξεως άλλα και τής ηλικίας

Ο δε Λεφέμπρ [Lefebre] παρατηρεί ότι σε μια εποχή, πού υπάρχει ο «καθολικισμός των αναγκών» σε παγκόσμια κλίμακα, ή σημερινή οικογένεια, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Πάρσονς [Parsons], κλεισμένη στις «ειδικεύσεις», δεν εκπληρώνει τις λειτουργίες κοινωνικοποιήσεως, που έχουμε δικαίωμα να απαιτούμε απ’ αυτήν, αν θέλουμε να προετοιμάζεται τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο αριθμό μελλοντικών προβλημάτων, βασικών και σοβαρών για το μέλλον τής ανθρωπότητας: ισότητα και ισοτιμία των δύο φύλων, κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, εξαφάνιση των φυλετικών διακρίσεων και σεβασμός κάθε ηλικίας.

Ξεκινώντας με τη διαφοροποίηση των ρόλων των φύλων μέσα στην οικογένεια, δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί ή ανάπτυξη τής προσωπικότητας των φύλων και κυρίως τής γυναίκας σε όλες τις διαστάσεις της, τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες της. Αυτός είναι ο λόγος πού ορισμένοι κοινωνιολόγοι προτείνουν μια νέα μορφή νόμιμης συζυγικής οικογένειας, την «οικογένεια διπλής καριέρας» (the dual career family), όπου άνδρας και γυναίκα θα ασκούν και οι δυο με ισότητα το διπλό τους ρόλο, επαγγελματικό και οικογενειακό[3].

Μια τέτοια δομή οικογένειας θα επέτρεπε τη συνέχεια της εξελίξεως της προσωπικότητας των δύο φύλων, την εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισοτιμίας και την ανοχή των αδυναμιών του ενός φύλου από το άλλο. Αυτή η οικογένεια θα δομήσει τη συζυγική σχέση πάνω σε μια βάση συνεργασίας και όχι διακρίσεως και καταπιέσεως. Αυτή η οικογενειακή δομή μελετάται σήμερα από τούς Άγγλους και τους Αμερικανούς κοινωνιολόγους, οι όποιοι με έρευνες απέδειξαν ότι άρχισε πια να κατακτά έδαφος και δεν αποτελεί την εξαίρεση.

Η κοινωνική και γεωγραφική απομόνωση τής σύγχρονης οικογένειας, η διάκριση των ρόλων των δύο φύλων σε κύριους και δευτερεύοντες μέσα στην οικογένεια, ή ανισότητα εις βάρος της γυναίκας, μειωμένη μεν αλλά συνεχιζόμενη, φαίνεται ότι αποτελούν αδύνατα σημεία που θα πρέπει να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν. Μήπως είναι αυτός ο λόγος πού τα ζευγάρια τής εποχής μας ενώνονται για να «γκρεμίσουν τούς τοίχους πού σφίγγουν τον οικογενειακό χώρο ;». Μήπως ή ένωση αυτή των νέων είναι ένα σύμβολο ελλείψεως ικανοποιήσεως, που τους προκαλεί η κοινωνική απομόνωση της πυρηνικής οικογένειας και η πίεση που δημιουργείται στο ζευγάρι από την υποχρεωτική διαφοροποίηση των ρόλων κατά φύλο;», διερωτάται ο Α. Μισέλ[4] [Α. Michel]. Ερωτήματα καυτά που θα πρέπει να μελετηθούν με σύνεση και προσοχή.

[1] Μαρίας Μαντζιαφού-Κανελλοπούλου, «Οικογένεια, ιστορική και κοινωνική μελέτη», Αθήνα 1979.
[2] Α. Μισέλ, “Sociologie de la famille of du marriage”, σελ. 132
[3] Μυρόν Ορλεάν και Φλορένς Βόλφσον, “the future of the family”, Περιοδικό The Futuriste, Απρίλιος 1970
[4] Α. Μισέλ, “Sociologie de la famille of du marriage”, σελ. 154.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Ποίηση

Τζιουζέππε Ουνγκαρέττι[1]
Τέλος του Χρόνου

Η ώρα τρομαγμένη
στην άπλα του στερεώματος
παράξενα πλανιέται

Τα βουνά στεφανώνουνται
μενεξεδένιαν αθάλη

Χαμένη ως κι η στερνή φωνή.

Άστρα, μυριάδες Πηνελόπες,
στην αγκαλιά του πάλι σάς συνάζει ο Κύριος !

Σβήσιμο των ματιών
ω σκοτάδια σωρός …

Και ξανά τον Όλυμπο προσφέρει
αιώνιο άνθος ύπνου.

[1] Οδυσσεά Ελύτη, «Δεύτερη γραφή», Ίκαρος εκδοτική, 1996.