Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

διδασκαλίες ... ρέοντος του χρόνου


Αννης της Κομνηνής

Αλεξιάς [1]


Προίμιον


Ρέων ο χρόνος ακάθεκτα και αεί τι κινούμενος παρασύρει και παραφέρει πάντα τα εν γενέσει και ες βυθόν αφανείας καταποντοί όπου μεν ουκ άξια λόγου πράγματα, όπου δε μεγάλα τε και άξια μνήμης, και τα τε άδηλα φύων κατά την τραγωδίαν και τα φανέντα αποκτυπτόμενος. Αλλ' ο γε λόγος ο της ιστορίας έρυμα καρτερώτατον γίνεται τω του χρόνου ρεύματι και λιστησι τρόπον τινά την ακάθεκτον τούτου ροήν και τα εν αυτώ γινόμενα πάντα, οπόσα υπερείληφε, ξυνέχει και περισφίγγει και ουκ εά διολισθαίνειν εις λήθης βυθούς.


Ταύτα δε διεγνωκυία εγώ Άννα, θυγάτηρ μεν των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφύρας τιθήνημά τε και γέννημα, ου γραμμάτων ουκ άμοιρος, αλλά και το Ελληνίζειν ες άκρον εσπουδακυία και ρητορικής ουκ αμελετήτως έχουσα και τας Αριστοτελικάς τέχνας ευ αναλεξαμένη και τους Πλάτωνος διαλόγους και τον νουν από της τετρακτύος των μαθημάτων πυκάσασα (δει γαρ εξορχείσθαι ταύτα, και ου περιαυτολογία το πράγμα, όσα η φύσις και η περί τας επιστήμας σπουδή δέδωκε και ο Θεός άνωθεν επεβράβευσε και ο καιρός συνεισήνεγκε) βούλομαι διά τήσδέ μου της γραφής τας πράξεις αφηγήσασθαι τουμού πατρός ουκ αξίας σιγή παραδοθήναι ουδέ τω ρεύματι του χρόνου παρασυρήναι καθάπερ εις πέλαγος αμνημοσύνης, όσας τε των σκήπτρων επειλημμένος κατεπράξατο και όσας προ του διαδήματος έδρασεν ετέροις βασιλεύσιν υπηρετούμενος.


[1] Σύνταγμα συν Θεώ των κατά τον άνακτα κύρον Αλέξιον τον Κομνηνόν πονηθέν παρά της θυγατρός αυτού κυρίας Άννης πορφυρογεννήτου της βασιλίσσης ο και εκλήθη Αλεξιάς παρ' αυτής.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

η διδαχή της μοίρας

Μια μοναδική δημηγορία
Ο Ρωμαίος και ο πατέρας[1]

Ποτέ μου δε φοβήθηκα των ανθρώπων τη δύναμη. Πάντα όμως φοβόμουν τη θεϊκή δύναμη, την αστάθεια της τύχης και τα αναρίθμητα και πιο απρόβλεπτα χτυπήματα που μπορεί να δώσει. Νικούσα και θριάμβευα, η τύχη με βοηθούσε σαν άνεμος ευνοϊκός. Όμως εγώ, μιαν άξαφνη θύελλα πάντα τη φοβόμουν.

Σε μια μέρα μέσα, πέρασα το Ιόνιο, από το Μπρίντιζι στην Κέρκυρα, κι’ από κει σε πέντε μέρες στους Δελφούς. Σε πέντε μέρες ακόμη, έφτασα στη Μακεδονία. Έκαμα τις θυσίες, κι’ αμέσως άρχισα τις επιχειρήσεις. Σε δεκαπέντε μέρες, είχα τερματίσει τον πόλεμο με την πλήρη υποταγή της Μακεδονίας. Αυτός ο γρήγορος θρίαμβος, μ’ έκανε να αισθάνομαι κάποια ανήσυχη δυσπιστία στην Τύχη. Τον εχθρό πια τον είχα συντρίψει, από εκεί δεν είχα τίποτα να φοβηθώ. Γύριζα λοιπόν ήσυχος, με βασιλιάδες αιχμαλώτους, με άπειρα λάφυρα, με το στρατό μου ακμαίο. Κι όμως, κάτι μ’ εφόβιζε για την Τύχη …

Η ψυχή μου, που έτρεμε για τις συμφορές που απειλούσαν ίσως την πατρίδα μου τη Ρώμη, λυτρώθηκε από τον φόβο της, όταν είδα το σπίτι μου να ρημάζει, κι’ έθαψα τα δυο μου τα παιδιά, τα θαλερά βλαστάρια μου, τη μόνη μου ελπίδα και κληρονομιά. Τώρα πια έμεινα έρημος κι’ άκληρος. Τώρα όμως, δεν βλέπω άλλον κίνδυνο. Η μπόρα πέρασε. Η Ρώμη μπορεί να είναι ήσυχη. Η Μοίρα εκδικήθηκε εμένα, κι’ όχι την πατρίδα μου.

Κοιτάξτε, κοιτάξτε τι παράξενη και τι άστατη που είναι η τύχη των ανθρώπων ! Ο Περσεύς, νικημένος, έχει όμως τα παιδιά του, ενώ ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής, έχασε τα δικά του …[2]

[1] Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, «το Πινάκιον Φακής και ο Νόμος των Λύκων», σ. 28 κ.επ., Εστία.
[2] «Περσεύς μεν έχει και νενικημένος τους παίδας, Αιμίλιος δε αυτού, νικήσας απέβαλε», Πλουτ. Αιμ. Παύλος, XXXXVI, in fine.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

διδακτικά προβλήματα ... πολεμικής διδακτικής

ύβρις[1]

Ποτέ στην Ελλάδα δεν ξεχάστηκε η ιδέα του εθνικού αγώνα κατά των Περσών. Αυτή για τους Έλληνες ήταν ό,τι για πολλούς αιώνες στη δυτική χριστιανοσύνη ο κατά των απίστων αγών. Ακόμα κ' η Σπάρτη κάποιον καιρό είχε αναζητήσει τέτοιο προσωπείο για την αρπακτικότητα και την κυριαρχικότητά της. Ως κι ο Ιάσων ο φεραίος κοίταξε να δικαιολογήσει την τυραννία πούστησε, σαν αποσκοπούσα στον εθνικό αυτόν αγώνα. Εξ άλλου, όσο φανερώτερη γινόταν η αδυναμία κ' η εσωτερική παραλυσία της πελώριας αυτής επικράτειας, τόσο ευκολώτερο κι αποδοτικώτερο φάνταζε το έργο της καταστροφής της, και τόσο πιο πολύ γενικεύονταν και δυνάμωναν οι προσδοκίες πως όπου νάναι θά 'πρεπε να πέση !

Μπορεί ο Πλάτων κ' η σχολή του ν' αγωνίζονταν να συλλάβουν και να πραγματώσουν την ιδανική πολιτεία, αλλ' ο Ισοκράτης, π' άσκησε κ' ευρύτερη και λαϊκώτερη επίδραση, όλο και ξαναγύριζε πάντα στη σκέψη πως ένας πόλεμος κατά των Περσών έπρεπε κάποτε να ξεκινήση ! Και πίστευε πως πανηγύρι θάταν, όχι εκστρατεία ! Πως ανέχοντ' οι Έλληνες την ύβρι να παρασταίνουν οι βάρβαροι αυτοί τους φρουρούς, λέει, της ειρήνης στην Ελλάδα, όταν η Ελλάδα μπορή, αυοδύναμη, να κάνη έργα - θαύματα, που σε θεούς μονάχα θα προσεύχονταν κανείς για τέτοια ;

[1] Johann Gustav Droysen, "Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου", σε μετάφραση των Ρ., Η. & Σ. Αποστολίδη, τ. 1, σ. 28, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

από την ιστορία της παιδείας

ισότητα και παιδεία[*]

Ποιό είναι το πρώτο συστατικό της πολιτικής ; ρωτούσε ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός Γάλλος ιστορικός ου ΙΘ΄ αιώνα Ιούλιος Μισελέ (Jules Michelet). Και απαντούσε: "Η παιδεία ! Το δεύτερο συστατικό ; Η παιδεία ! Το τρίτο ; Η παιδεία !"[1]. Στην Ελλάδα του ΙΘ΄ αιώνα η παιδεία ήταν το τελευταίο που απασχολούσε την εξουσία.

Ο ρόλος των ηγετικών ομάδων στον θεμελιώδη και λίαν ευαίσθητο αυτό χώρο της εθνικής ζωής ήταν πάντοτε φωτοσβεστικός. Υπήρχε γνήσια και ζωηρή έφεση προς τα γράμματα όπως δείχνει το αναγεννητικό κύμα της προεπαναστατικής 50ετίας[2]. Οι κοτζαμπάσηδες όμως της τουρκοκρατίας θεωρούσαν την παιδεία ως δικαίωμα των προνομιούχων οικογενειών. Στο ελληνικό σχολείο Τρικκάλων Κορινθίας βρέθηκε το 1826 συμφωνητικό των Νοταραίων με τον δάσκαλο που τον υποχρέωνε "να μην παραδίδη τα αυτά μαθήματα, τα οποία διδάσκει τα παιδιά των και εις τα παιδιά των άλλων κατοίκων, αλλά απλούστερα και όχι όμοια"[3]. Ταξικές διακρίσεις και στη μόρφωση ...

[*] Κυριάκου Σιμόπουλου, "Η διαφθορά της εξουσίας", σ. 414, Αθήνα 1992.
[1] Le Peuple (στην εισαγωγή)
[2] "Βλέπω τον οργασμόν των πνευμάτων", έγραφε το 1817 ο Κοραής, "όχι πλέον καθ' ημέραν αλλά κατά πάσαν στιγμήν αυξάνοντα" ("Άπαντα", τ. Β1, σ. 157). Είχαν συνειδητοποιήσει οι Έλληνες της δουλείας ότι η παιδεία είναι το "λεγόμενον εν μέγα" του Πλάτωνος (Πολιτεία 423e).
[3] Φωτάκος.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

μαθήματα ισχύος

περί της υποκρισίας του διεθνούς δικαίου
Θουκυδίδου Ε 92-99

Μήλιοι: Πώς είναι δυνατόν να έχωμε εμείς το ίδιο συμφέρον να γίνωμε δούλοι σας όσο εσείς έχετε συμφέρον να μας υποτέξετε ;
Αθηναίοι: Επειδή εσείς, αν υποταχθήτε, θ' αποφύγετε την έσχατη καταστροφή κ' εμείς θα έχωμε κέρδος αν δεν σας καταστρέψωμε.
Μ: Ώστε δεν θα δεχόσαστε να είμαστε φίλοι σας αντί εχθροί σας, να ζούμε ειρηνικά και να μείνωμε ουδέτεροι ;
Α: Δεν μας βλάπτει τόσο η έχθρα σας όσο η φιλία σας που θα ερμηνευόταν σαν τεκμήριο αδυναμίας μας, ενώ το μίσος σας είναι, για τους όσους εξουσιάζομε, απόδειξη της δύναμής μας.
Μ: Τέτοια αντίληψη του δικαίου έχουν, λοιπόν, οι υπήκοοί σας, ώστε να βάζουν σε ίση μοίρα εκείνους που δεν έχουν μαζί σας κανέναν φυλετικό δεσμό και εκείνους που είναι άποικοί σας, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους, που μερικοί μάλιστα απ' αυτούς επαναστάτησαν και τους υποτάξατε ;
Α: Όσο για τα δικαιώματά τους κανείς από τους συμμάχους μας δεν νομίζει ότι υστερεί, αλλά πιστεύουν ότι, όσοι διατηρούν την αυτονομία τους το χρωστούν στη δύναμή τους και ότι ο φόβος μάς συγκρατεί και δεν εκστρατεύομε εναντίον τους. Αν, λοιπόν, υποταχθήτε, όχι μόνο θ' αυξανόταν ο αριθμός των υπηκόων μας, αλλά και θ' αποδεικνυόταν ότι σεις, νησιώτες και ασθενέστεροι από άλλους, δεν μπορέσατε να μας αντισταθήτε εμάς που είμαστε θαλασσοκράτορες.
Μ: Και νομίζετε ότι οι προτάσεις μας δεν σας παρέχουν ασφάλεια ; Πρέπει και εδώ, όπως εσείς δεν μας επιτρέπετε να επικαλεσθούμε το δίκαιο και μας καλείτε να υποταχθούμε στο συμφέρον σας, να σας εξηγήσωμε και εμείς ποιό είναι το συμφέρον μας και να προσπαθήσωμε να σας πείσωμε ότι συμβιβάζεται με το δικό σας. Πώς είναι δυνατόν να μην μεταβάλετε σε εχθρούς σας όσους έως τώρα έμειναν ουδέτεροι, όταν δουν τί έχετε κάνει εδώ και θα περιμένουν ότι κάποτε θα στραφήτε και εναντίον τους ; Και με αυτό τί άλλο θα κάνετε παρά να ενισχύσετε όσους είναι εχθροίς σας και να στρέψετε εναντίον σας, παρά την θέλησή τους, όσους δεν είχαν κανένα σκοπό να το επιχειρήσουν ;
Α: Καθόλου ! Επικίνδυνοι εχθροί μας δεν είναι όσοι κατοικούν την στεριά και είναι ελεύθεροι. Επικίνδυνοι είναι οι νησιώτες εκείνοι που σαν και σας έχουν μείνει ανεξάρτητοι και εκείνοι που είναι δυσαρεστημένοι από τους καταναγκασμούς που τους επιβάλλει η ηγεμονία μας. Αυτοί υπάρχει πιθανότης να ενεργήσουν αλόγιστα και να περιπλέξουν σε προφανείς κινδύνους και τους εαυτούς τους και εμάς.

* Θουκυδίδου Ιστορία, σε μετάφραση Άγγελου Σ. Βλάχου, Εστία, Αθήνα 2004

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

η παιδεία της ισοπέδωσης

«Στριμώχνοντας» τους άλλους στους δικούς μας κανόνες[1]

Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε κάποιος από ευρωκεντρικούς διανοούμενους είναι θετικές αξιολογικές κρίσεις για πολιτισμούς που δεν έχουν μελετήσει διεξοδικά. Κι αυτό γιατί οι ουσιαστικές αξιολογικές κρίσεις προϋποθέτουν ... ένα συγχωνευμένο με άλλους ορίζοντα κριτηρίων.Θα πρέπει να έχουμε ήδη μεταμορφωθεί από η μελέτη του άλλου, έτσι ώστε να μην κρίνουμε μόνο με βάση τα αρχικά και οικεία σε μας κριτήρια. Μια πρόωρη ευνοϊκή κρίση δεν θα ήταν μόνο συγκαταβατική, αλλά και εθνοκεντρική. Θα επαινούσε τους άλλους επειδή είναι σαν και μας.

Εδώ συναντάμε και ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που διατρέχει την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Η κατηγορηματική αξίωση για την εκφορά ευνοϊκών κρίσεων είναι κατά παρόδοξο τρόπο – ίσως θα έπρεπε να πούμε κατά τραγικό τρόπο – ισοπεδωτική. Ο λογος είναι ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ήδη διαθέτουμε κριτήρια για να προβαίνουμε σε τέτοιες κρίσεις. Ωστόσο, τα κριτήριά μας είναι αυτά του δυτικού πολιτισμού. Έτσι, οι κρίσεις που εκφέρουμε θα «στριμώχνουν» με έμμεσο και υπόγειο τρόπο τους άλλους στις κατηγορίες μας. Για παράδειγμα, θα θεωρούμε ότι οι «καλλιτέχνες» τους δημιουργούν «έργα», τα οποία μπορούμε να εντάξουμε στον κανόνα μας. Με το να επεικαλείται έμμεσα τα δικά μας κριτήρια για να κρίνει όλους τους πολιτισμούς και τις πολιτισμικές ενότητες, η πολιτική της διαφοράς μπορεί να καταλήξει στην ισοπέδωση των πάντων.[2]

Μ’ αυτήν τη μορφή η αξίωση της ίσης αναγνώρισης είναι απαράδεκτη. Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Οι αντίπαλοι της πολυπολιτισμικότητας στα αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν αντιληφθεί αυτήν την αδυναμία και την έχουν χρησιμοποιήσει σαν δικαιολογία για να αγνοήσουν το πρόβλημα. Αυτό όμως δεν βοηθάει. Μια απάνηση σαν κι αυτή που αποδίδεται στον Μπέλλοου – ότι θα χαρούμε να διαβάσουμε έναν Ζουλού Τολστόι, όταν αυτός εμφανιστεί – δείχνει τις βαθιές ρίζες του εθνοκεντρισμού. Πρώτον, εδώ υπονοείται ότι τα επιτεύγματά τους πρέπει να μας είναι οικεία, οι Ζουλού θα πρέπει να βγάλουν έναν Τολστόι. Δεύτερον, υποθέτουμε ότι δεν έχουν συνεισφέρει ακόμα τίποτα (Όταν οι Ζουλού βγάλουν έναν Τολστόι ...). Αυτές οι δύο υποθέσεις προφανώς συμβαδίζουν. Εάν οφείλουν να δείξουν επιτεύγματα παρόμοια με τα δικά μας, τότε και μόνο τότε, θα πρέπει να ελπίζουν στο μέλλον. Σύμφωνα με την οξύτερη διατύπωση του Ρότζερ Κίμπαλ: «Ό,τι κι αν λένε οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, η επιλογή που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι μεταξύ μιας «καταπιεστικής» δυτικής κουλτούρας και ενός πολυπολιτισμικού παραδείσου, αλλά μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας. Ο πολιτισμός δεν είναι δώρο, είναι επίτευγμα – ένα εύθραυστο επίτευγμα που πρέπει συνεχώς να το στηρίζουμε και να το προστατεύουμε από κάθε εσωτερική ή εξωτερική πεοσβολή».[3]

[1] Τσάρλς Ταίηλορ, «Πολυπολιτισμικότητα», σ. 128-130, εκδόσεις Πόλις 1999.
[2] Οι ίδιες ισοπεδωτικές τάσεις κρύβονται πίσω από την αρνητική στάση που έχουν πολλοί άνθρωποι σε σχέση με την ανωτερότητα που λέγεται ότι χαρακτηρίζει ορισμένους συγκεκριμένους τομείς του δυτικού πολιτισμού (λ.χ. ον τομέα των φυσικών επιστημών). Αλλά είναι παράλογο να αντιδρούμε εξ’ ορισμού σε τέτοιου είδους ισχυρισμούς. Από το εγονός ότι όλοι οι πολιτισμοί συνεισέφεραν κάτο το αξιόλογο, δεν συνάγεται ότι η συνεισφορά τους είναι της ίδιας υφής ή αξίας. Το να αναμένουμε κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με σοβαρή υποβάθμιση των υπαρχουσών διαφορών. Τελικά, η προϋπόθεση της αξίας φαντάζεται ένα σύμπαν όπου διαφορετικοί πολιτισμοί αλληλοσυμπληρώνονται μέσω της διαφορετικής συνεισφοράς τους. Η εικόνα αυτή όχι μόνο είναι συμβατή, αλλά και επιβάλλει κρίσεις που εκφράζουν ως ένα σημείο κάποια ανωτερότητα.
[3] “Tenured Radicals”, New Criterion, σ. 13, Ιανουάριος 1991.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

μαθήματα ανδρείας

Το έπος του ’40.[1]

Τα ξημερώματα[2] της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό τελεσιγραφική διακοίνωση: εξαιτίας ενεργειών ή παραλείψεων της ελληνικής κυβερνήσεως, η ουδετερότητα της χώρας είχε αποβεί «ολοέν και περισσότερον απλώς και καθαρώς φαινομενική». Η χρησιμοποίηση από τον αγγλικό στόλο των χωρικών της υδάτων, των παραλίων και των λιμένων, ο ανεφοδιασμός των εναερίων δυνάμεων και η οργάνωση στο ελληνικό αρχιπέλαγος υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών της Μ. Βρετανίας, η χρήση, ακόμη, τρομοκρατικών μεθόδων σε βάρος του πληθυσμού της Τσαμουριάς, αναφέρονταν ως καταστάσεις που δεν ήταν η Ρώμη διατεθημένη «να ανεχθή εφεξής» και κατέληγε στην απόφαση «να ζητήση, ως εγγύησιν της ουδετερότητος της Ελλάδος και ως εγγύησιν της ασφαλείας της Ιταλίας, το δικάιωμα να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων και διά την διάρκειαν της σημερινής συρράξεως μετά της Αγγλίας ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους». Ο Μεταξάς απάντησε στον Γκράτσι ότι θεωρούσε το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της διακοινώσεως ως κήρυξη πολέμου. Η Ελλάδα, τελικά, θα αμυνθεί με όλες της τις δυνάμεις κατά της ιταλικής εισβολής.

Η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων δεν ήταν αμφίρροπη παρά για λίγα και μόνο εικοσιτετράωρα. Μετά την αιφνιδιαστική διείσδυση στα ελληνικά εδάφη, τα ιταλικά στρατεύματα κατόρθωσαν, σε πρώτη φάση, να προσεγγίσουν τους αντικειμενικούς τους στόχους. Η κύρια επίθεση εκδηλωνόταν στο μέτωπο Ελαίας – Καλαμά, νευραλγικό κόμβο για την πρόσβαση στα Ιωάννινα, ενώ η υπερκεραστική κίνηση προς την κατεύθυνση του Μετσόβου εξελισσόταν ήδη ευνοϊκά με την ταχεία προέλαση της αλπινιστικής μεραρχίας «Τζούλια» ως τη Σαμαρίνα, το Δίστρατο και τη Βωβούσα. Η σθεναρή αντίδραση των ελληνικών στρατευμάτων έδινε νέα τροπή στην εξέλιξη των επιχειρήσεων μετά την έβδομη ημέρα του πολέμου. Οι εισβολείς καθηλώνονταν απέναντι στο Καλπάκι, ενώ στο μέτωπο του Σμόλικα και του Γράμμου τα προωθημένα ιταλικά προωθημένα ιταλικά τμήματα απωθούνταν ως τα παραμεθώρια υψώματα της Κόνιτσας. «Η πρωτοβουλία περιήλθε στον εχθρό» ομολογούσε ο Τσιάνο στις 6 Νοεμβρίου και κατέληγε: «Δεν πιστεύω ότι έχομε ηττηθεί, αλλά πολλοί έτσι διαισθάνονται».

Στις 14 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε γενική επίθεση στα μέτωπα της Ηπείρου και της βορειοδυτικής Μακεδονίας. Ως τις 22 Νοεμβρίου, τα ελληνικά εδάφη, από την οροσειρά του Γράμμου ως τις ακτές της Θεσπρωτίας, είχαν απαλλαγεί από την παρουσία και του τελευταίου εισβολέα, ενώ ανατολικότερα οι ελληνικές δυνάμεις, αφού έκαμπταν την ιταλική αντίσταση στο δυσπρόσιτο ορεινό συγκρότημα Μοράβα-Ιβάν, εισέρχονταν στην Κορυτσά, επικοινωνιακό κόμβο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας. Η νικηφόρα προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων γινόταν σε αλύτρωτα εδάφη κατοικημένα από πληθυσμό στην πλειονότητά του ελληνικό. Η παράδοση, μετά την Κορυτσά, της Μοσχόπολης, του Πόγραδετς, της Πρεμετής, των Αγίων Σαράντα και, τέλος, στις 8 Δεκεμβρίου, του Αργυροκάστρου και, στη συνέχεια, της Χειμάρρας, χαιρετίζονταν από την πανελλήνια κοινή γνώμη σαν σταθμοί εκστρατείας απελευθερωτικής.

Η προώθηση των ελληνικών στρατηγικών θέσεων στο αλβανικό μέτωπο δεν έμελλε να ανακοπεί παρά κάτω και μόνο από την πίεση των καιρικών συνθηκών, όταν οι χιονοπτώσεις στα ορεινά και οι πλημμύρες στα πεδινά συνετέλεσαν στην ανακοπή της προελάσεως και στην παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού. Η Κλεισούρα, στα χέρια των Ελλήνων από τις πρώτες ημέρες του 1941, οριοθετούσε τις ακραίες θέσεις τους στο εσωτερικό της Αλβανίας. Ο ελληνικός στρατός δεν θα κατορθώσει να προωθηθεί προς την Αυλώνα και να καταφέρει το τελικό πλήγμα σε βάρος των ιταλικών δυνάμεων, αλλά και δεν θα υποχωρήσει, ούτε στο ελάχιστο, από την γραμμή Πόγραδετς – Χειμάρρας. Η μεγάλη ιταλική επίθεση, γνωστή ως «εαρινή», θα καταλήξει σε ναυάγιο.

[1] Από την «ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945», του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, σ. 280-282, Εστία 1992.
[2] Ώρα 3η πρωινή.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

μαθήματα από την ιστορία

Μαθήματα υποκρισίας[1]

Ο Τζούμπο Ουΐλσον, μετά την υπερφαλάγγισή του από τα αριστερά, δεν μπορεί να μείνει στις θέσεις, που κατέχει. Ο Παπάγος προσπαθεί να τον τραβήξη προς το εσωτερικό, για να προσκολλήση το βρεταννικό σώμα στην στρατιά του της Ηπείρου, αλλά ο Άγγλος στρατηγός προτιμά να αποκοπή από τους Έλληνες, παρά από τη θάλασσα. Η προς τα πίσω πορεία του μοιάζει με σελίδα της αρχαίας ιστορίας : ο Όλυμπος, η Κοιλάδα των Τεμπών, οι Θερμοπύλες … Υποχώρηση εξαντλητική. Οι δρόμοι είναι φρικτοί. Στα βουνά είναι ακόμα χειμώνας. Πολλοί Αυστραλοί βλέπουν πρώτη φορά χιόνι. Άλλοτε κάτω από παγερή βροχή, άλλοτε κάτω από την αεροπορική κυριαρχία του εχθρού τα στάδια αυτής της πορείας είναι πραγματικός γολγοθάς.

Στις 18 Απριλίου, στα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου σε μια σύσκεψη συναντιούνται ο Ουΐλσον και ο Παπάγος. Η σύσκεψη αρχίζει μ’ έναν καταθλιπτικό οιωνό : μιμούμενος την χειρονομία, που πριν από λίγες ημέρες είχε κάνεο ο Ούγγρος υπουργός των εξωτερικών, ο κόμης Τελέκι, απογοητευμένος από τη συμμαχία – δουλεία, που αλυσόδεσε την χώρα του στο χιτλερικό Ράιχ, ο πρωθυπουργός Κορυζής είχε αυτοκτονήσει το πρωί. Η έκθεση του Παπάγου είναι τόσο θλιβερή, όσο και ο χαμός του έντιμου εκείνου ανθρώπου, που είχε συντριβή από τα πλήγματα της μοίρας. Η στρατιά της Ηπείρου είναι σχεδόν περικυκλωμένη από μια γρήγορη γερμανική προέλαση προς τα Ιωάννινα. Οι δρόμοι πυροβολούνται αλύπητα. Το ηθικό έχει κλονισθή. Ο πόλεμος είναι χαμένος. Η παρουσία των αγγλικών δυνάμεων στην Ελλάδα δεν έχει πια κανένα νόημα. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να επιβιβασθούν στα πλοία και να φύγουν. Οι Έλληνες θα καλύψουν, όσο μπορούν καλύτερα, έπειτα θα καταθέσουν τα όπλα, για να σταματήσουν την καταστροφή της χώρας τους. Θα συνεχίσουν όμως τον αγώνα στα νησιά τους με τα μέσα που διαθέτουν ακόμα.

Η στάση των Ελλήνων είναι τίμια, θαρραλέα και ρεαλιστική. Η στάση του Τσώρτσιλ είναι υπόδειγμα υποκρισίας. «Δεν μπορούμε», τηλεγραφεί στον Ουέηβελλ, «να μείνουμε στην Ελλάδα, παρά την θέληση των Ελλήνων και να εκθέσουμε την χώρα τους στον κίνδυνο της ερημώσεως». Μέμφεται τη γιουγκοσλαβική κατάρρευση, την ελληνική στρατιωτική διοίκηση, την αποσύνθεση του ελληνικού στρατού, τα πάντα και τους πάντες εκτός από τον ίδιο, υπεύθυνο, γιατί είχε ρίξει τις βρεταννικές δυνάμεις μέσα σε μια παγίδα.

… Ο μηχανισμός εκκενώσεως αρχίζει να λειτουργή. Ο στρατός, 55.000 άνδρες, είναι λιγότερος από της δουνκέρκης, τα μέσα όμως του Αιγαίου δεν είναι σαν της Βορείου Θαλάσσης. Κατά εξαιρετικά καλή τύχη στις 28 και 29 Μαρτίου στ’ ανοιχτά του Ταινάρου ο ιταλικός στόλος «χτυπήθηκε» άγρια από τον Κάννινγκαμ και έχασε τα θωρηκτά «Πόλα», «Φιούμε» και «Ζάρα» σώζοντας με δυσκολία μόνο το «Βιττόριο Βένετο». Δεν υπήρχε λοιπόν έτσι πια κίνδυνος να επέμβη στις επιχειρήσεις. Αντίθετα ο στρατάρχης της αεροπορίας Τζων ντ’ Αλμπιάκ διαθέτει μόνο τα τελευταία «Χαρικαίην» του και δεν μπορεί πια να αμφισβητήση από την Λουφτβάφφε την κυριαρχία στους αιθέρες. Αποφασίζεται να περιορίσουν τον κίνδυνο σκορπίζοντας τα σκάφη επιβιβάσεως στα πολυάριθμα λιμανάκια και τους όρμους, που περιβάλλουν την Ελλάδα. Επτά θωρηκτά, 20 αντιτορπιλλικά, 3 κορβέττες θα βοηθηθούν από ακτοπλοϊκά σκάφη, ακόμα και από τα πολύχρωμα φανταχτερά καΐκια, που αφθονούν στα ελληνικά παράλια. Ορισμένα από τα σκάφη που μετέχουν στην επιχείρηση θα τα αναγνώριζαν ασφαλώς ο Κανάρης κι ο Μιαούλης.

Στις Θερμοπύλες γίνεται μια μάχη επιβραδύνσεως. Η τοποθεσία δεν είναι πια η μικρή στενωπός, την οποία υπεράσπισε ο Λεωνίδας, αλλά μια παραλιακή πεδιάδα, που σχηματίσθηκε, καθώς αποσύρθηκε η θάλασσα : Σ’ αυτήν την πεδιάδα συγκρούεται η 6η νεοζηλανδική ταξιαρχία με την 5η πάντζερ. Οι Βρεταννοί απαγκιστρώνονται χωρίς μεγάλη δυσκολία και συνεχίζουν προς την Πελοπόννησο και μέσα σ’ αυτήν την αρχαιολογική εκδρομή τους : Θήβες, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Σπάρτη …

[1] Ιστορία του 2ου παγκοσμίου πολέμου, σελ. 206, Larousse – Paris Match / Πάπυρος.

διαβάστε για την εισβολή του Χίτλερ σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία στην ΝομοΣοφία : http://nomosophia.blogspot.com/2009/10/blog-post_21.html

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Λεξικογραφία

Από το λεξιλόγιο του Πολέμου[1]

«… το ευδαίμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους.»
Θουκυδίδης

Πόλεμος ένδοξος, Ειρήνης αισχράς αιρετώτερος …
Δημοσθένης

Ειρήνη: εκ του ρ. είρω. Το είρω δύο σημαίνει: 1) λέγω, 2) συνδεώ (εξ ου ειρμός). Πράγματι η συνομιλία συνδέει. Άρα ειρήνη είναι κατάπαυσις εχθροπραξιών και σύνδεσις διά των λόγων: «ειρηνευτικαί συνομιλίαι». Η κατάπαυσις των εχθροπραξιών εκφράζεται και διά των εκφράσεων «έπηξε την αιχμήν» (ενέπηξε δηλαδή το δόρυ εις την γην), «πάξας δόρυ», «έγχος εν χθονί». Η εικόνα αυτή, το «μπηγμένο» στη γη δόρυ, είναι πάντοτε σημείον ειρήνης. Εξ αυτού, το επίρρημα «παξ» = αρκεί, εξ ου η λατινική ειρήνη = pax.

Εκεχειρία: εκ του έχω + χειρ (συγκρατώ με τα χέρια μου), έχω + χειρ = εχεχειρία και προς αποφυγήν των δύο δασέων χ = εκεχειρία.

Ανακωχή: εκ του ανοκωχή, αρχ. επ. τύπος του ανοχή (Όπως εσοκωχή = εσοχή). Κυριολεκτικώς σημαίνει ανάπαυσις (ανά + έχω).

Νίκη, Ήττα

Νικώ, σημαίνει διά του Νοός ίκω εις τον σκοπόν μου, εις την επικράτησιν. Δεν αρκεί μόνον η γενναιότης, δεν αρκούν τα όπλα. «Ούτε πλήθος εστί ούτε ισχύς η εν τω πολέμω τας νίκας ποιούσα …» (Ξενοφών) – «Σοφόν γαρ εν βούλευμα, τα πολάς χέρας νικά» (Ευριπίδης). Είναι απαραίτητο και το στρατηγικό σχέδιο. «Νίκη, τέλος (=σκοπός) στρατηγικής» διευκρινίζει ο Αριστοτέλης (ηθ. Ν. Α. 1. 1094). Οι Έλληνες, έναντι των βαρβάρων, υπήρξαν ανέκαθεν ολιγώτεροι αριθμητικά. Μην ξεχνάμε το στρατηγικό σχέδιο του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα και τη στρατηγική του Θεμιστοκλέους κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνος έναντι «απάσης της Ασίας».

Ήττα δε, όπως ήδη αναλύσαμε, είναι το να έχης αναδειχθή ήσσων, ήττων (= κατώτερος, «ολιγώτερος» του αντιπάλου), να ηττηθής. Χαρακτηριστική η αγγελία του Παυσανία εις τους εφόρους της Σπάρτης, μετά την θριαμβευτική νίκη των Ελλήνων στην Μάχη των Πλαταιών: «Μήδοι ελάττους».

[1] Αννα Τζιροπούλου - Ευσταθίου, ο εν τη λέξει λόγος.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

περί της ρητορικής τέχνης

το τάλαντο της ρητορίας[1]

Οι πηγές δεν μας βοηθούν στο θέμα του τερματισμού των εγκυκλίων σπουδών του νεαρού Βασιλείου στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Φαίνεται όμως πως δεν θα ήταν λάθος αν τοποθετήσωμε το τέλος της περιόδου αυτής γύρω στο 346/7. Την ίδια μάλλον εποχή θα πρέπει να ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολή για να συνεχίσει τις σπουδές του. Παραμένει πάντως το πρόβλημα για το πώς και πού γνωρίζει τον μεγάλο εθνικό ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο, που από το έτος 344 μέχρι το 348/49 δίδασκε στη Νικομήδεια και από το έτος τούτο μέχρι το 352 πάλι στην Κώνσταντινούπολη.

Όντας ακόρεστος στη γνώση ο Βασίλειος σύντομα αντιλαμβάνεται πως η πρωτεύουσα του κράτους και οι δάσκαλοί της δεν αρκούν για να καλύψουν τις γνωσιακές του επιθυμίες. Στρέφει λοιπόν το βλέμμα του προς την Αθήνα, η οποία διατηρεί ακόμα την προγενέστερη αίγλη της και στην οποία λειτουργούν οι καλλίτερες φιλοσοφικές σχολές. Έτσι το 351 ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, που την ίδια περίοδο που ο Βασίλειος βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, αυτός σπουδάζει στην Αλεξάνδρεια, υποδέχεται τον φίλο του στον Πειραιά και τον απαλλάσσει από τις συνέπειες του «αττικού νόμου»[2], από την ένταξή του δηλαδή με βίαιο και θορυβώδη τρόπο σε έναν από τους πολλούς φοιτητικούς συλλόγους.

Στην Αθήνα, με τη βοήθεια του Γρηγορίου, με τον οποίο πλέον έγιναν στενοί φίλοι και γρήγορα ομόστεγοι, ομοδίαιτοι και πνευματικοί συμπορευτές, γνώρισε τις τέσσερεις φιλοσοφικές έδρες Σχολές που λειτουργούσαν, σε αντιστοιχία προς τα τέσσερα γνωστά φιλοσοφικά ρεύματα και τους καθηγητές της ρητορικής και της ιατρικής. Σύμφωνα με τα κρατούντα, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος παρακολούθησαν τους συμπατριώτες τους καθηγητές Ιμέριο και Προαιρέσιο[3].

Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Βασιλείου στο πανεπιστημιακό περιβάλλον της Αθήνας έγινε με την εξής αφορμή: Σπουδαστές από την Αρμενία, πολύ προχωρημένοι στη ρητορική τέχνη, προκάλεσαν ομαδικά[4] τον νεοφερμένο Βασίλειο σε ρητορικό διαγωνισμό ή επίδειξη όπως έλεγαν τότε τους ρητορικούς αγώνες. Σκοπός τους να ταπεινώσουν τους ποντοκαππαδόκες συναδέλφους τους. Στον διαγωνισμό αυτόν ο Βασίλειος, μολονότι είχε να αντιμετωπίσει πολλούς κι έμπειρους συζητητές, διέπρεψε. … Το γεγονός πήρε κυριολεκτικά μυθικές διαστάσεις. Καθηγητές και μαθητές τον υπολόγιζαν πλέον σαν ήδη φτασμένο ρήτορα.

[1] Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, «Μέγας Βασίλειος», Τ. Α΄, σ.σ. 20 κ.επ., Αθήναι 1989.
[2] Από λόγους ανταγωνισμού οι φοιτητές των σχολών και των καθηγητών συγκροτούσαν ομάδες ή συλλόγους για την προβολή του καθηγητή τους και τη συγκέντρωση χάριν αυτού περισσοτέρων ακροατών. Ειδικώτερα οι παλαιοί πολιορκούσαν τους νεοφερμένους – από την ώρα που αποβιβάζονταν στον Πειραιά – και συνοδεία τους ωδηγούσαν στο κλεινό άστυ, όπου με άγριες εκδηλώσεις για εκφοβισμό αναστατώσεις παρέδιδαν τον νέο στα δημόσια λουτρά. Έπειτα ακολουθούσε συμπόσιο και διασκέδαση χωρίς όρια (Επιτάφιος ιε΄- ιστ΄, Λιβανίου Α΄19).
[3] Σ’ αυτό συμφωνούν οι ιστορικοί Σωκράτης (Εκκλησ. ιστορία Δ 26) και Σωζόμενος (Εκκλησ. ιστορία ΣΤ 17), ενώ δεν αναφέρει τίποτα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος που εντούτοις είναι πλουσίώτατος σε σχετικές πληροφορίες. Ο Προαιρέσιος ήταν επιφανής ρήτωρ και ενσυνείδητος χριστιανός. Γι’ αυτό και όταν ο Ιουλιανός το 362 απέλυσε όσους χριστιανούς κατείχαν καθηγητική έδρα εξαίρεσε τον Προαιρέσιο. Προς έκπληξη όμως του Αυτοκράτορα ο Προαιρέσιος αρνήθηκε την προσφορά και συμμερίσθηκε την τύχη των εν Χριστώ αδελφών του καθηγητών.
[4] σαν φοιτητικός σύλλογος.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

η παγκοσμιοποίηση και τα μαθήματα ελληνικών ...


Από «το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ»[1]

Οι άνθρωποι νομίζουν πως έχουν υποδουλώσει τη φύση και τα στοιχεία με τ’ ατμόπλοια και τα εξπρές τραίνα τους. Απεναντίας όμως η φύσις τώρα έχει βάλει τους ανθρώπους στο ζυγό. Άλλοτε αισθανόταν κανείς τον εαυτό του θεό σε καμμιά βαθιά κρυμμένη λαγκαδιά που δεν έβγαινε ποτέ του να κάνη ένα βήμα παραέξω από τα φρύδια της – σαν τον ποντικό στην τρύπα του. Τώρα που γινήκαμε globetrotters και πήραμε σβάρνα την υδρόγειο, κυλούμε σαν τις σταγόνες μες τη θάλασσα και στα τελευταία θα το καταλάβωμε πως δεν είμαστε τίποτα περισσότερο.

[1] το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (1867-1911) αρχίζει τον Μάϊο του 1891, όταν ζούσε, με τον αδελφό του, σ’ ένα φοιτητικό δωμάτιο της Βιέννης και τελείωνε τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή. Εκεί έζησε την πιο σημαντική και την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής του. Η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ τον διόρισε προσωπικό της συνοδό, για να έχει την ευκαιρία να μιλά ελληνικά. Το εν λόγω έργο το μετέφερε ο ίδιος στα ελληνικά και το εξέδωσε, με τον τίτλο «το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ» (1908), τον Δεκέμβριο του 1907.

[ανατυπώθηκε από το Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, σ. 116, Αθήνα 1990]

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

πολίτης και παιδεία

Η παιδεία του ήρωα και του πολίτη[1]

Ποιος είσαι συ, που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο για την τιμή και την ζωήν των υπηκόων ; Ποιος είσαι συ, που παίζεις μ’ εμάς, εδώ, σ’ αυτό τον τόπο που γεννηθήκαμε ;
Τερτσέτης, στον εισαγγελέα Μάσσων, στη δίκη του Κολοκοτρώνη.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης[2] στάθηκε φυσιογνωμία παραδειγματική για το ρόλο της πνευματικής ενέργειας μέσα στην εθνική ζωή. «Ο θάνατος του Σωκράτη», το δραματικό του έργο, που θάπρεπε να διασκευαστεί και να παιχτεί σαν θέμα ιστορικό δεν είχε διαλεχτεί στην τύχη. Τον είχε τραβήξει δυνατά η ιδέα του ανώτερου πνευματικού τύπου, που πέφτει υπέρ της πολιτείας, δείχνοντας με την πράξη του, απόλυτη πειθαρχία στο Νόμο. … Αν το συναπάντημα με τον Ιταλό ποιητή Αλφιέρι, που του χρησίμεψε για να μυηθεί στην Ιταλική λογοτεχνία, σημειώνει και τη μεγάλη στροφή του πνεύματός του προς τα γράμματα, δεν του αφήνει όμως καμμιά επίδραση τέτοια, που να τον εμποδίζει να ριχτεί στην αρχαία κλασική παιδεία. Έχει κι αυτός το κοινό γνώρισμα της πλειάδας των Εφτανήσων: Ότι αγκαλιάζει το δημοτικό λόγο, θρεμμένος από την αρχαία ελληνική μάθηση.

Δουλεύει κι αυτός για το φούντωμα της δημοτικής παράδοσης, με το διάπυρο πόθο να βάλει το πνεύμα στην υπηρεσία του έθνους. Άμεση και ζωντανή επαφή με το λαό είναι το κύριο σύνθημα του μεγάλου αυτού αγώνα.

Αυτή την ιστορία, που είναι γεμάτος από το πνεύμα της και τα μεγάλα διδάγματά της, θα την διδάξει σε λίγο, διορισμένος από τον Καποδίστρια … στους νεαρούς ευέλπιδες της σχολής του Αναπλιού. Οιστρήλατος από πατριωτικό ενθουσιασμό, εύγλωττος όσο λίγοι, προκαλούσε θύελλες από εκδηλώσεις, όταν ανέβαινε στο βήμα να δασκαλέψει τα νιάτα. … Τότε δίνει απανωτά, χρόνο με χρόνο, τις δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές, το «Φίλημα» και τον «Αρραβώνα», που σαν να πρόσθεταν μια καινούργια χορδή στη μόλις συγκροτούμενη νεοελληνική λύρα και που προκάλεσαν στων της καθαρευουσιάνικης στιχουργικής μακαρονοποιίας. Ακούγονταν, μέσα στις συλλογές αυτές οι χτύποι μιας ζεστής καρδιάς και συνάμα δειχνότανε μια βαθιά γνώση κι’ ένα ζωντανό αίσθημα του δημοτικού λόγου. Μπορούμε να επαναλλάβουμε γι’ αυτόν τον λόγο του Χάϊνε: «Μαθήτεψε στο στίχο για να βγει γερός πεζογράφος».

Μα πριν η ευγλωττία του πάρει το δρόμο του πεζού λόγου, άστραψε και φώτισε σαν μετέωρο την εποχή του το ήθος κι’ ο ατσαλένιος χαρακτήρας του. Να δασκαλέψεις ένα έθνος με το λόγο είναι κάτι ανώτερο. Να το κάμεις με την πράξη σου, με το παράδειγμά σου, είναι κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Την αφορμή να λάμψει … το διαμάντι του Τερτσέτη, έδωσε η περίφημη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα.

Ο Τερτσέτης, με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Πολυζωίδη, όχι μόνο αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα σε θάνατο, μα και δεν ανέβηκαν στην έδρα, κατά τη στιγμή της απαγγελίας της, παρά τις λόγχες και τις κοντακιές των στρατιωτών. Ο Τερτσέτης φώναξε μπροστά στο ακροατήριο:
- Το σώμα μου μπορείτε να το κάμετε όπως θέλετε, μα το στοχασμό μου, τη συνείδησή μου ποτέ δεν θα μπορέσετε να την παραβιάσετε !
Την άλλη μέρα βούιζε τ’ Ανάπλι. …

Αλλά δεν ήταν αυτό το ηρωικό κατόρθωμα του Τερτσέτη, ότι γλύτωσε δύο κεφάλια, έστω και δοξασμένα. Ούτε ίσως ότι έσωσε την ιδέα της δικαιοσύνης. Στους δούλους Αντιβασιλείας και στο έθνος ολόκληρο είχε διδάξει έναν άλλον ηρωισμό, πιο πολύτιμο και απ’ αυτόν της μάχης: τον ηρωισμό του πολίτη.

[1] Σπύρου Μέλα, Δάσκαλοι του Έθνους, της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 93 κ.επ., εκδόσεις Μπίρη.
[2] Γεώργιος Τερτσέτης, 1800-1874.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

παιδεία για τις μειονότητες ή παιδεία για όλους ;

το άτομο και οι ομάδες[1]

Σήμερα, είναι δύσκολο να εντοπίσουμε μια κοινωνία, η οποία εκδημοκρατίζεται ή είναι ήδη δημοκρατική, όπου δεν θα βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια διαμάχη σχετικά με το αν και το πώς θα πρέπει οι δημόσιοι θεσμοί να αναγνωρίζουν την ταυτότητα των πολιτισμικών και μειονεκτουσών μειονοτήτων. Τί σημαίνει για πολίτες με διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες, οι οποίες συχνά θεμελιώνονται με βάση την εθνοτική καταγωγή, τη φυλή, το φύλο ή τη θρησκεία, η αναγνώριση του γεγονότος ότι αντιμετωπίζονται στην πολιτική ως ίσοι ; Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και ως προς τον τρόπο εκπαίδευσης των παιδιών μας στα δημόσια σχολεία, καθώς και σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών και την κοινωνική πολιτική που ασκούν τα κολέγια ελευθέρων σπουδών και τα πανεπιστήμια.

Η πρόκληση αυτή είναι ενδημική στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, δεδομένου ότι αυτές έχουν δεσμευτεί ως προς την αποδοχή της αρχής της καθολικής ισότιμης αντιπροσώπευσης. Μήπως μια δημοκρατία εγκαταλείπει τους πολίτες της, ή τους αποκλείει ή εφαρμόζει εναντίον τους κάποια ηθικά προβληματική διάκριση, όταν οι βασικοί θεσμοί της αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη τους τις πολιτισμικές τους ταυτότητες ; Είναι δυνατόν οι πολίτες που έχουν διαφορετικές ταυτότητες να αντιμετωπίζονται ως ίσοι, αν οι δημόσιοι θεσμοί δεν αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερές τους ταυτότητες, αλλά μόνο κάποια κοινά καθολικά συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούνται από τις ατομικές και τις πολιτικές ελευθερίες, το εισόδημα, την ιατρική περίθαλψη και την εκπαίδευση ; Το να γίνονται όλοι σεβαστοί ως ίσοι σημαίνει και κάτι άλλο, εκτός από το να παραχωρούνται σε όλους τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που απολαμβάνουν ορισμένοι πολίτες ;

Μια εύλογη αντίδραση στο πρόβλημα της αναγνώρισης των ξεχωριστών πολιτισμικών ταυτοτήτων των μελών μιας πλουραλιστικής κοινωνίας αποτελεί η υποστήριξη της θέσης ότι το όλο ζήτημα της αντιπροσώπευσης ή του σεβασμού των εν λόγω διαφορών σε επίπεδο δημόσιων θεσμών είναι παραπλανητικό. Ένα ρεύμα του σύγχρονου φιλελευθερισμού ενισχύει αυτή την αντίδραση. Διατείνεται ότι η απουσία ταύτισης με θεσμούς που εξυπηρετούν δημόσιους στόχους και ο απρόσωπός τους χαρακτήρας αποτελούν το τίμημα που θα πρέπει να καταβάλουν οι πολίτες για να ζήσουν σε μια κοινωνία που θα τους αντιμετωπίζει ως ίσους, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή φύλου. Αυτό που προστατεύει την ελευθερία και την ισότητα μεταξύ των πολιτών, είναι η ουδετερότητα της δημόσιας σφαίρας, η οποία δεν περιλαμβάνει μόνο κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά και θεσμούς …
Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη η ελευθερία και η ισότητα που απολαμβάνουμε ως πολίτες αναφέρονται μόνο στα κοινά μας γνωρίσματα, δηλαδή στις καθολικές και μη επηρεαζόμενες από πολιτισμικές ταυτότητες ανάγκες μας για «πρωταρχικά αγαθά», όπως το εισόδημα, η ιατρική περίθαλψη, η εκπαίδευση, η θρησκευτική ελευθερία, οι ελευθερίες της συνείδησης, του λόγου και της συνάθροισης, ο σεβασμός των διαδικασιών μιας δίκαιης δίκης, το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Αυτά αποτελούν συμφέροντα που αφορούν στον καθένα, όποια κι αν είναι η φυλή του, η θρησκεία του, η εθνοτική του καταγωγή ή το φύλο του. Γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται, ούτε και πρέπει, οι δημόσιοι θεσμοί, άπαξ και μας αντιμετωπίζουν ως ελεύθερους και ίσους πολίτες, να μεριμνούν και για την αναγνώριση των ιδιαίτερων πολιτισμικών μας ταυτοτήτων.

[1] από την Εισαγωγή της Έιμυ Γκούτμαν στην «Πολυπολιτισμικότητα» του Τσαρλς Ταίηλορ, σελ 37 κ.επ., εκδόσεις Πόλις 1997.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

η διδασκαλία μέσα από το δράμα

Ιφιγένεια η εν Ταύροις[1]
Πρόλογος
ο μονόλογος της Ιφιγένειας

Ο Πέλοπας του Τάνταλου στην Πίσα ως ήρθε
με γρήγορ’ άλογα, του Οινόμαου παίρνει την κόρη
που τον Ατρέα γέννησε. Παιδιά του Ατρέα
ο Μενέλαος ήταν κι ο Αγαμέμνονας, απ’ όπου
εγώ γεννήθηκα, της Τυνδαρίδας κόρη, η Ιφιγένεια
που ως θαρρούνε, εκεί που ο Εύριπος γυρίζει
κι αέρηδες σηκώνει στο γαλάζιο κύμα,
στην Άρτεμη ο πατέρας μ’ έσφαξε, για την Ελένη,
στους ξακουσμένους κόλπους της Αυλίδας.
Χίλια καράβια ελληνικά αρματωμένα
σύναξ’ εκεί ο ρήγας Αγαμέμνονας
θέλοντας τον καλλίνικο να πάρει στέφανο
της Τροίας για τους Έλληνες, κι ακόμα
να εκδικηθεί τους ντροπιασμένους γάμους
της Ελένης προς χάρη του Μενέλαου.
Κι ως έτυχε να μη φυσούνε οι άνεμοι καθόλου,
πήγε στις μαντικές πυρές και λέει ο Κάλχας:
«Αγαμέμνονα, μπροστάρη των Ελλήνων,
δεν ξεκινούν τα πλοία απ’ τα λιμάνια,
την κόρη σου Ιφιγένεια αν δε λάβει
σφαγάτι της η Άρτεμη. Γιατί είχες τάξει
ό,τι η χρονιά καλύτερο γεννήσει,
στη φλογοφόρα θεότη να το θυσιάσεις.
Και η Κλυταιμνήστρα η γυναίκα σου τότε στο σπίτι
κόρη γεννούσε (το βραβείο της ομορφιάς σ’ εμένα
έδινε), που πρέπει να τη θυσιάσεις».
Και με τις πονηριές του Οδυσσέα με πήραν
από τη μάνα μου, στον Αχιλλέα τάχα να με παντρέψουν.
Κι ως ήρθα στην Αυλίδα η έρμη, επάνω
απ’ τη φωτιά με σήκωσαν για να με σφάξουν.
Κρυφά όμως μ’ άρπαξεν η Άρτεμις κι ένα ελάφι
στους Έλληνες, αντίς για μένα, αφήνει.
Κι απ’ το λαμπρόν αιθέρα μ’ έστειλε να μείνω
στη γη των Ταύρων, όπου ο Θόας βασιλεύει,
βάρβαρος στους βαρβάρους, φτεροπόδης
που πήρε τ’ όνομά του απ’ τη γρηγοροσύνη.
Ιέρεια μες στους ναούς ετούτους μ’ έχει βάλει και με τα έθιμα που στην θεά αρέσουν
κάνω τελετή που είναι καλό μονάχα τ’ όνομά της.
Για τ’ άλλα σιωπώ γιατί φοβάμαι τη θεά.
Στην πόλη ήταν και πριν το έθιμο να θυσιάζουν
τον Έλληνα που θ’ άραζε στη χώρα ετούτη.
Εγώ την τελετή αρχίζω, κι άλλοι νοιάζονται
τ’ ανομολόγητα μες στα παλάτια τούτα της θεάς.
Κι όσα παράξενα όνειρα μού ‘φερε η νύχτα αυτή
θα τα ειπώ στον αιθέρα μήπως ξαλαφρώσω.
Μου φάνηκε πως απ’ τη χώρα ετούτη γλίτωσα
και κατοικούσα στο Άργος και κοιμώμουν
ανάμεσα στις βάγιες και σεισμός έγινε μέγας.
Κι ως έφευγα, απέξω στάθηκα και είδα καλά
του παλατιού να πέφτει ο γύρος, και η στέγη του
να σωριάζεται στο χώμα απ’ τη ρίζα.
Ορθός μού εφάνη απόμεινε μόνο ένας στύλος
από το πατρικό και στην κορφή του κόμη
ξανθιά πετούσε, παίρνοντας μορφήν ανθρώπου.
Κι εγώ που έχω αυτή την ξενοφόνα τέχνη,
κλαίγοντας τον ράντιζα, θαρρείς πως ήταν
για να πεθάνει. Να πώς το εξηγάω:
πέθανε ο Ορέστης που άρχιζα να τον ραντίζω.
Τ’ αγόρια των σπιτιών είναι αντιστύλια.
Όσοι από μένα ραντιστούν πεθαίνουν.
Κι ούτ’ έχω συγγενείς για να τους στρέξει,
ούτε είχε ο Στρόφιος παιδί, όταν χανόμουν.
Τώρα χοές στο αδέρφι μου θέλω να κάνω,
αυτό μπορώ εγώ που ζω σ’ αυτόν που λείπει,
μαζί με τις θεραπαινίδες μου τις Ελληνίδες
που μού ‘δωσεν ο βασιλιάς. Μα γιατί τάχα
δε φάνηκαν ακόμα; Θα πάω μέσα
σ’ ετούτα τα παλάτια της θεάς που μένω.

[1] Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, σε μτφ Θανάση Παπαθανασόπουλου, Αθήνα 1994.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

η παιδεία της λεβεντιάς κι αναβλητική σωφροσύνη

τα «φώτα» των μυαλωμένων και «σπίθα» των επαναστατών[1]

Όπως αποκαλύπτουν τα κείμενα, οι περισσότεροι Έλληνες που είχαν διακριθεί στο εξωτερικό κατά την προεπαναστατική περίοδο δεν πίστευαν στην Επανάσταση. Αντίθετα, πολλοί την καταδίκασαν, χαρακτηρίζοντάς την άκαιρη, πρόωρη, ακόμα και καταστροφική. Ήταν επηρεασμένοι από το συντηρητισμό αλλά και τις φοβίες που έντεχνα καλλιεργούσε η ευρωπαϊκή απολυταρχία. Είχαν αφομοιώσει την πολιτική της. Έτσι, οι υπηρεσίες που πρόσφεραν κατά την πρώτη περίοδο του ξεσηκωμού στους αγωνιζόμενους Έλληνες – ηθικό και ενότητα – υπήρξαν κάκιστες.

Γι’ αυτούς τους διαπρεπείς Έλληνες της Διασποράς το επαναστατικό κίνημα στις Ηγεμονίες ήταν ολέθριο. Μυκτήριζαν τους Φιλικούς, καθύβριζαν τον Αλ. Υψηλάντη και πρόβλεπαν την καταστροφή – εξαιτίας τους – του Γένους. Ακόμα και ένα χρόνο ύστερα από την Επανάσταση, στην εποχή δηλαδή των μεγάλων πολεμικών θριάμβων των αγωνιστών, αυτοί οι Έλληνες της Διασποράς καταριόνταν τους πρωταγωνιστές του ξεσηκωμού. Καμμιά ψυχική επαφή με τους Έλληνες της πατρίδας.

Υποτιμούσαν τις δυνατότητες των Ελλήνων, πίστευαν ότι οι ευρωπαϊκές απολυταρχίες ήταν παντοδύναμες και αδιάσπαστες. Έμφοβοι οι ίδιοι καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια.

Ο Καποδίστριας, γράφει ο Φιλήμων, «μόνην είχε φροντίδα της προόδου του φωτισμού των Ελλήνων διά να σχηματισθώσιν ούτως άνθρωποι, οι οποίοι έμελλον να οδηγήσωσιν ακολούθως την Ελλάδα και την Διοίκησίν της. Την δε κήρυξιν του Πολέμου της ήθελε πάντοτε με την κήρυξιν ενός Ρωσικού Κινήματος κατά της Τουρκίας».

Και αλλού: «Αλλ’ αμετάπειστος ούτος (ο Καποδίστριας) εις την ενέργειαν των προτεινιμένων δραστηρίων μέτρων περετήρει: «Πρέπει πρώτον να μορφώσωμεν Έλληνας και έπειτα να κάμωμεν Ελλάδα». Εννοεί δε την προηγουμένην χρείαν να διαδοθώσι τα φώτα τουλάχιστον εις το περισσότερον μέρος τούτων και ότι από μόνην την εκπαίδευσιν δύναται να πηγάση αναγκαίως η ανάστασις του Έθνους, ως καρπός ώριμος και όχι άωρος»[2].

Τα ίδια ακριβώς και ο Αδαμάντιος Κοραής: «Το πράγμα ήρχισεν άωρον εις το έθνος το οποίον δεν έχει ακόμη αρκετά φώτα να καταλάβη τα αληθή του συμφέροντα. Και πώς να τα καταλάβωσιν, οπότε μόλις οι φωτισμένοι της Ευρώπης λαοί τα καταλαμβάνουν; Αν ήρχιζε μετά 20 χρόνους, τότε ήθελαν ευρεθείν ωριμότεροι οι καρποί της Χίου και των Κυδωνιών εξ ενός μέροτς, και από το άλλο πλειότερος ο αριθμός των σπουδαζόντνων εις την Ευρώπην …»[3]

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, τον Οκτώβριο του 1821, στο αποκορύφωμα του Αγώνα, ύστερα από την άλωση της Τριπολιτσάς και τις τόσες περίλαμπρες ελληνικές νίκες, καταδικάζει την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, που υπήρξε ο σπινθήρας του γενικού ξεσηκωμού.

Ο Μαυροκορδάτος πίστευε ότι οι Έλληνες θα αποκτούσαν την ελευθερία τους χωρίς επανάσταση και χωρίς αίματα: «Τώρα πάσχομεν όλοι και ένοχοι και μη. Λέγω ένοχοι διότι δεν ημπορώ να ονομάσω παρά ενοχήν την κακοήθειαν των ανθρώπνω εκείνων οι οποίοι, εν ω το γένος επροχώρει, και ελπίζετο ίσως και αναιμωτί η ελευθερία του μετ’ ολίγους ενιααυτούς, επετάχυναν δι’ ίδια τέλη το πράγμα, εν ω το γένος ήτο ανέτοιμον».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21, τ. Β΄, σ. 485-486, Αθήνα 1980.
[2] Η είδηση για την Επανάσταση στις Ηγεμονίες, γράφει ο Παπαδόπουλος Βρετός, «κατέθλιψε την ευαίσθητη ψυχή του Καποδίστρια»: «Να,», είπε, «που μια πρόωρη επανάσταση θα καταστρέψει όλους τους κόπους μου για την μελλοντική της ευτυχία». Προέβλεπε, παρατηρεί ο Βρετός, ότι οι Τούρκοι, αφού αποκαθιστούσαν την εξουσία τους «θα έκλειναν τα σχολεία από όπου το ελληνικό έθνος ανλούσε τα φώτα, που με τον καιρό θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή και την πολιτική του αναγέννηση». Πριν από την Επανάσταση ο Καποδίστριας εξαρτούσε την τύχη των Ελλήνων από τη Θεία Πρόνοια. Απαράλλακτα όπως ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Κάστλρη: «Η μόνη που καθορίζει τις τύχες των εθνών», έγραφε το 1819.
[3] Επιστολές, επιμ. Γ. Βαλέτα, σ. 278.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

συγκρουσιακή παιδεία

Αγώνας για την έκφραση[1]

Κάποτε, ιστορεί ο Ηρόδοτος, είχαν σηκώσει πόλεμο οι σπαρτιάτες με τους αργείους για μια περιοχή. Θυρέα την έλεγαν. Στο τέλος συμφώνησαν να παρατάξει ο καθένας τριακόσιους οπλίτες, τους άριστους, κι όποιος νικήσει, όποιος τελειώνοντας η μάχη δηλαδή έχει τους λιγότερους νεκρούς, να πάρει τον τόπο και να σταματήσουν την αντιδικία. Η σφαγή άρχισε με το πρώτο φως και πέφτοντας η νύχτα βρήκε ζωντανούς τρεις. Και από τα δύο στρατόπεδα.

Η αντίληψη του Σεφέρη για την ποίηση είναι δωρικότερη από την τραχύτητα των δωριέων στον πόλεμο (Μ 2, 76):

Να κάνεις ένα ποίημα είναι σα να οδηγείς στη μάχη δέκα
χιλιάδες στρατό, κι ο αντίπαλος δέκα χιλιάδες, και να ξέρεις
καλά πως για να νικήσεις πρέπει να σκοτώσεις όλους τους
εχθρούς, αλλά πώς φτάνει να χαθεί ένας και μόνος από τους
δικούς σου, για να νικηθείς.

Όσο και να ξεπερνά σε απανθρωπιά την αρχαία αίσθηση των Ηρακλειδών, που αντίκρυ σ’ ένα κόσμο χαλύβδινο έταξαν μιαν ανάλογη πράξη κι έπλασαν το δωρικό ήθος, αυτή η αισθητική διατύπωση του Σεφέρη ήταν για την καλλιτεχνική του βούληση ό,τι το μαστίγιο για το άλογο.

Φαίνεται πως υπάρχει κάτι αδυσώπητο, ταγμένο να κυριέψει και να απανθρωπήσει τον άνθρωπο, αν του μέλλεται αληθινά να γίνει ποιητής και ν’ αφήσει ένα ποίημα.

Αυτό το δράμα της έντασης, της πάγκαλα αποτρόπαιης, μας το δίνει το σχήμα του αγώνα για μια όχι απλώς πνευματική αλλά ζωική μεταμόρφωση. κάποια αιτία προσωπική μοιάζει σα να οδηγεί τη συμπάθεια του Σεφέρη για τις μυθικές μηχανές του Πρωτέα (Μετ. 13):

Γίνεται μακρόμαλλο λιοντάρι
έπειτα δράκοντας και πάρδαλη
υπέρογκο γουρούνι
τρεχάμενο νερό
δέντρο στ’ αψηλά φουντωμένο.

την εικόνα της μεταμόρφωσης την χρησιμοποιεί στην προσωπική του πάλη για την κατάκτηση της έκφρασής του (μ 2, 42):

Είμαι ένας άνθρωπος που βρίσκεται πάντα στο σημείο να γίνει
άλλος, και δεν το περνά ποτέ αυτό το σημείο.

Για τα δικά του στρατέματα Θυρέα είναι η έκφραση. Και το σημείο που δεν περνά το καταλβαίνω σαν ένα πρωτότυπο ξαναφανέρωμα εκείνου του τρίτου είδους, που τόσο βασάνισε το Σολωμό.

Από την ιστορία της τέχνης γνωρίζουμε πως στρατέματα χρησιμοποιούνται και σε μιαν άλλη περίπτωση – άκρως ακραία αυτή – για να οδηγήσουν τη δημιουργία στη χαρά της νίκης. Έγραφε η Μπεττίνα μπρεντάνο στον Γκάιτε για τον Μπετόβεν:

Είδα λοιπόν τότες το πελώριο πνεύμα να οδηγεί το σύνταγμά
του. Ω Γκαίτε ! Κανένας Καίσαρας και κανένας βασιλιάς δεν
έχει μια τέτοια συνείδηση κράτους, και πως όλες οι δυνάμεις
εκπορεύονται από τον ίδιο, όσο εκείνος ο Μπετόβεν.

Με το στράτεμα των μυρίων ο Σεφέρης υπαινίσσεται ένα πλήθος δημιουργικών στοιχείων, που πρέπει να λειτουργήσουν πληρωτικά και σύντονα, για να γεννηθεί το ποίημα.

Τα δύο ακραία του κέρατα αρχίζουν από τις εφτά γλώσσες που έχουν στοιβαχτεί πίσω από το βλέμμα του Έλλιοτ (Δ 1, 42), και τελειώνουν στο σημείο που αναλαβαίνει κανείς την ευθύνη για τα όνειρα που βλέπει (Δ 1, 267).

Στο εύρος αυτού του σχηματισμού έχουν λάβει τη θέση τους όλα τα ένοπλα είδη και γένη των όρων της ποίησης: από τη γνώση και την αρετή ως την ευαισθησία και την έμπνευση.

Στη μυριάδα των εχθρών που πρέπει να πέσουν όλοι τους για να γεννηθεί το ποίημα, αναγνωρίζεται η ισόποση δύναμη άρνησης που αντιμάχεται τη δημιουργία. Η εικόνα πηγάζοντας διαισθητικά από πρότυπα γεωμετρικά είναι μια αισθητική επανάληψη της κοσμολογικής σύλληψης του Αναξίμανδρου για τον ποιητικό λόγο, που ισορροπεί τον εμφύλιο σπαραγμό φθοράς και γένεσης, αδικίας και δίκης.

Τις ίλες και τις μοίρες του στρατοπέδου των εχθρών τις αποτελεί ένα στίφος δυνα΄μεων διάλυσης, που αρχίζουν από την έμφυτη υστέρηση και τη γονιμική πενία, και φτάνουν ως τη χαλάρωση της ποιητικής ετοιμότητας, τις βάσκανες επιρροές της ζωής, και τα δυσμενή απρόοπτα, όσα εκφυλίζουν το σπάνιο, όταν ενσκήπτει, διακόπτουν τις καταλαμπές, και ματαιώνουν την άγρα του στιγμικού αιώνιου.

Ολόκληρος αυτός ο στρατηγικός συντονισμός ονομάζεται από το Σεφέρη απλά: αγώνας για την έκφραση.

[1] Δημήτριος Λιαντίνης, Ο Νηφομάνης – η ποιητική του Σεφέρη, σελ. 49-51, εκδόσεις Φούρλας – Βασιλόπουλος, Αθήνα 1990.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

η φιλοσοφία παιδαγωγός

Όλοι ίσοι, όλοι εχθροί[1]

Σε αυτό το φορτίο προστίθεται και ένα άλλο: ο ανταγωνισμός όλων προς όλους, συνέπεια της εξίσωσης των ανθρώπων. Χθες στιγματίζαμε την παράλογη υποχρέωση να πιστεύουμε σε ένα Θεό ή να υποκλινόμαστε σε ένα πλάσμα από αριστοκρατική γενιά, κατακρίναμε τα άτοπα προνόμια του πλούτου και της ευγενικής καταγωγής, την καταπίεση μιας κάστας ή μιας τάξης. Αλλά δεν υπάρχει χειρότερο ντρεσάρισμα από αυτό που υφίστανται τα συναγωνιζόμενα άτομα όταν επιδιώκουν συλλογικά τους ίδιους σκοπούς. Ο φθόνος, η μνησικακία, η ζήλια και το ανήμπορο μίσος, πέρα από φριχτά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης, είναι οι άμεσες συνέπειες της δημοκρατικής επανάστασης η οποία, νομιμοποιώντας τη φιλοδοξία, την επιτυχία, τη δυνατότητα και το δικαίωμα του καθενός να ακολουθήσει τη σταδιοδρομία της αρεσκείας του, νομιμοποίησε επίσης και το σιωπηλό πόλεμο που διεξάγουν μεταξύ τους οι άνθρωποι — ο καθένας τους άλλοτε ευτυχισμένος κι άλλοτε δυστυχισμένος, ανάλογα με τα γυρίσματα της τύχης. Υποσχόμενη σε όλους τον πλούτο, την ευτυχία, την πληρότητα, υποθάλπει το αίσθημα της αποστέρησης και μας κάνει να μη μένουμε ποτέ ικανοποιημένοι με τη μοίρα μας. Κι αυτό, μαζί με το δηλητήριο της σύγκρισης, με το φθόνο που γεννά η θεαματική επιτυχία κάποιων και η στασιμότητα άλλων, παγιδεύει τον καθένα μας σε ένα φαύλο κύκλο ορέξεων και απογοητεύσεων. Όλοι μας στοχεύουμε τις πρώτες σειρές, αλλά, σε αυτά τα ύψη, οι θέσεις είναι λιγοστές και οι ηττημένοι οφείλουν να ανέχονται τους θριαμβευτές της στιγμής, περιμένοντας πότε θα μπορέσουν να ποντάρουν κι αυτοί στον αριθμό που κερδίζει. Στην κοινωνία της ισότητας η επιτυχία των λίγων και ο μαρασμός των άλλων είναι κάτι το ανεπίτρεπτο: αφού είμαστε όμοιοι, αυτή η ευμάρεια αποτελεί σκάνδαλο. Στους σύγχρονους καιρούς, μας λέει ο Τοκεβίλ, οι άνθρωποι τείνουν προς τη νευρικότητα, την ανησυχία: «Κατάργησαν τα προνόμια κάποιων και συναντούν τον ανταγωνισμό των πάντων. Το ορόσημο άλλαξε μορφή μάλλον παρά θέση».

Και δίχως αμφιβολία, ο προκλητικός ανταγωνιστικός λόγος είναι πολύ πιο τραχύς στις πόλεις. Ίσως η μόδα της οικολογίας να μην είναι εντελώς άσχετη με αυτό το αποκάμωμα, αυτήν την απέραντη κούραση που μας καταλαμβάνει συχνά σε μια μεγαλούπολη. Διασχίζοντας τους δημόσιους χώρους, μες στο συνωστισμό του πλήθους, συναντώντας εκατοντάδες πρόσωπα, συνειδητοποιούμε, κάθε στιγμή, την αδυναμία μας και, αντιθετικά, φθονούμε τις διάσημες προσωπικότητες που, όπου και να βρεθούν, γίνονται αντικείμενα άμεσης αναγνώρισης. Πεταγμένο στο δρόμο, το άτομο νιώθει απαλλοτριωμένο από τον ίδιο τον εαυτό του. Κυριευμένο από το φόβο πως θα περάσει απαρατήρητο, αποζητά αντιφατικά να γίνει το όλον. Πώς να μην παραθέσουμε εδώ το έξεργο του φιλμ Ο Ταξιτζής; «Σε κάθε δρόμο υπάρχει ένας άγνωστος που ονειρεύεται να γίνει κάποιος. Είναι ένας άνθρωπος μόνος, εγκαταλειμμένος απ' όλους, που προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει πως υπάρχει». Όπως και να 'ναι, στην εξοχή, κοντά στα δάση και τα χωράφια δεν είμαι αναγκασμένος να αυτοδικαιώνομαι. Αν, όπως μας λέει ο Γκαίτε, η φύση αποτελεί για τον άνθρωπο της πόλης «το μεγάλο ηρεμιστικό της σύγχρονης ψυχής», είναι επειδή ενσαρκώνει μια κανονικότητα, μια αρμονία που έρχεται σε έντονη αντίθεση με το χάος και την τυραννία των μητροπόλεων. Ο ασύλληπτος, ο τρομακτικός δυναμισμός της πόλης με φέρνει αντιμέτωπο με μιαν ανώτερη δύναμη που με διεγείρει και με καταπιέζει ταυτόχρονα. Στην αναδημιουργημένη φύση που είναι η δική μας, η φύση του εκπολιτισμένου ανθρώπου, ο κάτοικος της πόλης βρίσκει ένα λιμάνι γαλήνης, μια σύντομη ανάπαυλα από τις στενοχώριες και τις θλίψεις. Εκεί δεν υπάρχει τίποτα που να τον προκαλεί, να τον ανησυχεί, να επιβουλεύεται την ακεραιότητα του. Το καθετί βρίσκεται στη θέση του, εκτυλίσσεται σύμφωνα με έναν προβλεπόμενο ρυθμό. Σε αυτά τα τοπία, τα διαμορφωμένα από το χέρι του ανθρώπου, χαλαρώνω, αναλαμβάνω δυνάμεις, βρίσκομαι «στην αγκάλη του εαυτού μου» (Ρουσσώ). Αλλά, στην περίπτωση που δεν έχω επιλέξει τη ζωή του ερημίτη, το ηγεμονικό συναίσθημα που νιώθω σε αυτή τη μοναξιά είναι ένα συναίσθημα αβέβαιο, αφού τροφοδοτείται και επικυρώνεται από τους άλλους. Και κάποια μέρα, πρέπει να εγκαταλείψω το καταφύγιο μου, να γυρίσω στον αιώνα και να αντιμετωπίσω τους συγχρόνους μου.

Γιατί, προτού πουλήσει την εργατική του δύναμη, προτού ξεπεράσει οποιαδήποτε κοινωνική ή πολιτική δυσκολία, ο καθένας μας οφείλει καταρχάς να πουληθεί σαν πρόσωπο για να γίνει αποδεκτός, να κατακτήσει μια θέση που δεν του την αναγνωρίζει κανείς, μέσα σ' έναν κόσμο που δεν του ανήκει. Η οδύνη των ανθρώπων της Δύσης είναι πως ανάγουν τα πάντα σ' αυτήν την απειροελάχιστη μονάδα, αυτό το μικροσκοπικό κοινωνικό μόριο, το άτομο, οπλισμένο με ένα μονάχα πυρσό, την ελευθερία, και πλούσιο σε μια και μόνη φιλοδοξία, τον εαυτό του. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης δεν είναι μόνο το ενδεικτικό χαρακτηριστικό μιας αδύναμης ή νευρωτικής προσωπικότητας• είναι το σύμπτωμα μιας κατάστασης όπου τα πρόσωπα «διακυμαίνονται» αδιάκοπα σαν τις τιμές των πρώτων υλών στο χρηματιστήριο, ανάλογα με την αξία που τους προσδίδει η κοινή γνώμη, δηλαδή ο πιο ευμετάβολος κριτής που υπάρχει. Άλλοτε σε άνοδο, άλλοτε σε πτώση, δεν είμαστε σίγουροι παρά μονάχα για την αστάθεια της θέσης μας. Και η δυστυχία του has been, αυτού που είχε την τυχερή στιγμή του και την έχασε, είναι πως βλέπει το πεπρωμένο του να σφραγίζεται μια για πάντα. (Εξ ου και η τόσο ιδιόμορφη λατρεία μας για τους σταρ, αυτές τις πρόσκαιρες θεότητες των εξισωτικών κοινωνιών, που τις λατρεύουμε και τις κατεδαφίζουμε δίχως ντροπή και που μας προσφέρουν την αυταπάτη πως είναι αυτάρκεις, πως ενσαρκώνουν μια υπόσχεση γήινης λύτρωσης).

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο πειρασμός της αθωότητας, μέρος Α΄, κεφ. πρώτο, σελ. 39-41, εκδόσεις Αστάρτη 1995.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

μαθαίνοντας από τους περιηγητές

κάποτε στη Μακεδονία[1]

Είχε αρχίσει κιόλας να φέγγει πάνω από τις κοιλάδες της Πίνδου, όταν βγήκαμε από το Κηπουργιό, ακολουθώντας Α-Β-Α πορεία από ένα μονοπάτι που το έφραζαν δεξιά κι αριστερά θάμνοι και, μετά από μισή λεύγα, κατέληγε στις όχθες του Αώου. Από το ύψος αυτό ατένιζα για άλλη μια φορά το λεκανοπέδιο της Θεσσαλίας και μπορούσα να εντοπίσω, μια λεύγα προς τη μεσημβρία, τα χωριά Γεωργίτσα και Σίτοβο, λίγο πιο πάνω από τα οποία πηγάζει ο Αώος. Καθώς δεν ήταν δυνατόν να διασχίσουμε αυτό το ποτάμι με τις τόσο απόκρημνες όχθες του, το ακολουθήσαμε κατά μήκος για ένα περίπου μίλι προς Β., μέχρι το σημείο όπου ενώνεται με το Ρεδία, κι εκεί κοντά το διαβήκαμε, περπατώντας μέσα από την κοίτη του. Έτσι λοιπόν, διασχίζοντας το λεκανοπέδιο της Στυμφαλίδας, μπήκαμε στη Μακεδονία, αφού περπατήσαμε για λίγα λεπτά μέσα στην πλατιά κοίτη του Βενετικού, πριν μπορέσουμε ν’ ανεβούμε στη δεξιά όχθη του. Κατόπιν, πεζοπορήσαμε μέσα από καλλιεργημένους αγρούς, ώσπου περάσαμε κάθετα προς το χωριό Πηγαδίτσα, πάνω από το οποίο οι δερβίσηδες, που φαντάζονται ότι με τους χορούς και τα σπασμωδικά τους κουνήματα δοξάζουν το Θεό, έχουν εγκαταστήσει έναν τεκέ, δηλαδή ένα μοναστήρι.

Τη διοίκηση του ερημητήριου των αμαθών και αλαζονικών εκείνων φανατικών είχε αναλάβει ένας Γάλλος σκαπανέας, που η μοίρα του πολέμου τον είχε ρίξει στα χέρια των Τούρκων, το 1798, στη μάχη της Νικόπολης. Τον ανταμώσαμε στο δρόμο μας, μαζί μ’ ένα νεαρό από το Σολέ του Πουατού, που ήταν κι αυτός όπως κι εκείνος δερβίσης, αλλά που αρνιόταν πεισματικά να μου αποκαλύψει τ’ όνομα του, επαναλαμβάνοντας σε κάθε μου ερώτηση: Οι γαλάζιοι σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Έτσι, χρειάστηκε να ταξιδέψω μέχρι την Πίνδο, και πιο πέρα ακόμη μέχρι τη Μακεδονία, για να συναντήσω έναν άνθρωπο τσακισμένο από τη σαρωτική αναρχία της Επανάστασης. Πώς μπόρεσε να πέσει τόσο χαμηλά και να γίνει Μωαμεθανός; Η ντροπή του είχε δέσει κόμπο τη γλώσσα. Ο Μπαμπάς, ή ηγούμενος των δερβίσηδων, αν και μου απέκρυβε κι εκείνος τ’ όνομά του, μου ομολόγησε ότι καταγόταν από την πόλη Πω της Βεάρνης. Ψέλλιζε, μπέρδευε τα λόγια του, κι αν κι έδειχνε εύπορος, δεν δυσκολεύτηκα ν’ αντιληφθώ, ότι παρ’ όλη τη δύναμη και την περιουσία του, ήταν δυστυχισμένος. Και οι δυο απομακρύνθηκαν υψώνοντας τα μάτια τους στον ουρανό. Οι Τούρκοι συνοδοί μου, μου δήλωσαν ότι οι εξωμότες εκείνοι ήταν άγιοι. Τους φίλησαν το χέρι, και δεν χόρταιναν να παινεύουν την ευλάβεια τους, για την οποία εγώ διατηρούσα ορισμένες επιφυλάξεις. Μισή λεύγα πριν από την Πηγαδίτσα, φτάσαμε στο χάνι του Βαγιαζήτ, κι εκεί, επειδή πρωί πρωί οι συνοδοί μου ήταν ήδη καλόρεχτοι, αναγκάστηκα να σταθώ λίγο, κάτι που συμφωνούσε και με τη δική μου επιθυμία, αφού ταξίδευα για να παρατηρώ.

Στο χάνι μας περίμενε μια πολυμελής συντροφιά. Ξαφνιάστηκα όταν είδα πως την αποτελούσε ένα πλήθος από καδήδες, μπέηδες και Μωαμεθανούς πασάδες από τη Ρούμελη, και πως σχημάτιζαν όλοι μαζί μιαν εύθυμη παρέα που άδειαζε τα ασκιά με το κρασί κάτω από τη σκιά των δέντρων, τραγουδώντας και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Μου πρόσφεραν κι εμένα ένα κύπελλο από το κατραμένιο νέκταρ τους, κι εγώ, για να μη φανώ αγενής, αναγκάστηκα να το πιω. Έμαθα ότι ο προορισμός τους ήταν τα Γιάννινα, κι ότι πήγαιναν εκεί για να παραβρεθούν στο γάμο του Αδένμπεη, ανεψιού του βεζίρη Αλή, για τον οποίο μάλιστα έφερναν μαζί τους και δώρα. Επειδή, στα μέρη όπου έκριναν κατάλληλα να στήσουν τα τσαντήρια τους τα έξοδα τους ήταν όλα πληρωμένα, ήταν επόμενο να κάνουν μεγάλο φαγοπότι, και να κερνούν απλόχερα τους περαστικούς, αφού οι Τούρκοι και όλοι οι Ανατολίτες από τη φύση τους είναι μεγαλόψυχοι για τους άλλους, κι είναι ιδιαίτερα γενναιόδωροι όταν δεν είναι αναγκασμένοι να ξοδεύουν από τα δικά τους, και πρόθυμοι να χαρίζουν στους άλλους όλα όσα δεν μπορούν οι ίδιοι να πάρουν μαζί τους. Ο χανιτζής έδειχνε μέσα σ’ όλην εκείνη την ευθυμία κάπως κατσουφιασμένος. Ωστόσο, επειδή διατηρούσε πάντα την ελπίδα ότι θα πληρωνόταν από το βεζίρη, έκανε στο δεφτέρι του τους λογαριασμούς του με τρόπο ώστε να μη ζημιώσει από την εξόδευση των προμηθειών του, ενώ εγώ έκανα τη σκέψη ότι αυτός ο Έλληνας, όπως και κάθε άλλος, θα μπορούσε να γίνει άριστος προμηθευτής του στρατού, αφού γνώριζε θαυμάσια τον τρόπο να φουσκώνει τον κατάλογο των εξόδων.

Πήγαινα από τραπέζι σε τραπέζι, ή μάλλον από παρέα σε παρέα, γιατί ήταν όλοι τους καθισμένοι σε κύκλους ανακούρκουδα πάνω στο γρασίδι, και σίγουρα θα είχα μεθύσει, αν είχα ανταποκριθεί σ’ όλες τις οινοποσίες που γίνονταν για το καλωσόρισμα μου. Ωστόσο, ένα ξεχωριστό πηγαδάκι, απαρτιζόμενο από έναν καλόγερο κι ένα δερβίση που κουτσόπιναν καθισμένοι κάπως απόμερα, χωρίς να δίνουν σημασία στην υψηλή κοινωνία των μπέηδων και των αγάδων, μ’ έκανε να στραφώ προς το μέρος τους, "Τι θέλεις; ρώτησε ο φακίρης στρέφοντας το κεφάλι του. —Δεν σου μίλησα, του αποκρίθηκα εγώ. —Ε! τότε λοιπόν, τράβα το δρόμο σου." Όταν όμως ο καλόγερος του είπε ότι ήμουνα ξένος και περιηγητής, μου έγνεψαν να πλησιάσω, και μου έδωσαν την άδεια να καθίσω κοντά τους, κι έτσι έπιασα μαζί τους την κουβέντα. Οι δυο γυμνοσοφιστές, αφού πράγματι ήταν σχεδόν γυμνοί, μου αφηγήθηκαν ότι είχαν έρθει από την άλλη άκρη της Μικράς Ασίας, έχοντας για διαπιστευτήρια και συστάσεις ο ένας τον άλλον. Στις χώρες όπου κατοικούσαν Τούρκοι, ο Μωαμεθανός μπορούσε να εγγυηθεί για το σύντροφο του, κι αυτός αντίθετα σύστηνε τον πρώτο όταν έφταναν σε χριστιανικά χωριά. Και ζούσαν έτσι ταξιδεύοντας δίχως κανένα σκοπό, έτοιμοι να ξαναγυρίσουν εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει, περιπλανώμενοι από τεκέ σε τεκέ, από μοναστήρι σε μοναστήρι, πότε πηγαίνοντας στην Πόρτα των βεζίρηδων και πότε στις μητροπόλεις των Αρχιεπισκόπων, ικανοποιημένοι από το παρόν και χωρίς καμιάν ανησυχία για το μέλλον.

Παρόλο το κέφι τους δεν άργησα να αποχωρήσω από τη συντροφιά αυτών των φιλοσόφων, και να αποτραβηχτώ στο χάνι, όπου με υποδέχθηκε ένας ασκληπιάδης, ή καλογιατρός από την Περραιβία, που ερχόταν για να μου προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο εξοχότατος, ένας τίτλος που αποδίδεται σ’ όλους γενικά τους γιατρούς, ο οποίος και παρακάθησε στο λιτό μου γεύμα, μου διηγήθηκε ότι ήταν ολοχρονικά εγκατεστημένος σ’ αυτό το χάνι, όπου η αναγνωρισμένη πλέον φήμη του εξασφάλιζε την αθρόα προσέλευση αρρώστων. Κουδουνίζοντας ύστερα έναν κουμπαρά με μερικά νομίσματα, συνέχισε: "Εδώ μέσα έχω τις χθεσινές μικροεισπράξεις μου. Από την εποχή που επισκέφθηκε το Ζαγόρι ο μεγάλος θεός της Κω, οι πρόγονοι μου ασκούν την ιατρική από πατέρα σε γιό. Είναι σαν μια οικογενειακή περιουσία που μας κληροδότησαν οι πρόγονοι μας, και δεν αποβλέπουμε καθόλου στο εντελές εκείνο μέταλλο που αναγκαζόμαστε καμιά φορά να δεχτούμε για να ζήσουμε." Στο σημείο αυτό, ο καλογιατρός μου ανέπτυξε την επιδεξιότητα του να εγχειρίζει την κήλη, να αναστέλλει τον καταρράκτη, να επαναφέρει στη θέση τους εξαρθρωμένα οστά, και τελειώνοντας προθυμοποιήθηκε να με ξυρίσει. Κατόπιν, η συζήτηση στράφηκε γύρω από την ανατομία, μιαν επιστήμη την οποία κατείχε όσο καλά περίπου και ο Αλκμέων, ο μαθητής του Πυθαγόρα κι από την πολλή του ευρυμάθεια, κατάφερε να μ’ αποκοιμίσει.

[1] Φραγκίσκου, Καρόλου, Ούγγου, Λαυρεντίου Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα – Μακεδονία Θεσσαλία, σε μετάφραση Νίκης Μολφέτα, σελ. 33-36, εκδόσεις αφων Τολίδη, Αθήνα 1995.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

η παιδευτική δύναμη της κωμωδίας

ο Σωτήρας[1]

Σε κάθε κωμωδία του Αριστοφάνη η έννοια της σωτηρίας είναι σταθερή και απαραίτητη για την εξέλιξη της υπόθεσης. Ο σωτήρας εμφανίζεται στην αρχή του έργου μόλις η κρίση φαίνεται ανυπέρβλητη. Τις πιο πολλές φορές είναι ο ίδιος ο σωτήρας που υποφέρει από κάτι και στη συνέχεια καταφέρνει να σωθεί. Συχνά ο ήρωας ζητά και επιτυγχάνει τη βοήθεια του χορού, ενώ μερικές φορές συγκρούεται μαζί του. Έτσι στη Λυσιστράτη και τις Εκκλησιάζουσες ο χορός συμμετέχει ενεργά στο έργο της απελευθέρωσης από την αρχή. Η ανικανότητα των αντρών, εξηγεί η Λυσιστράτη στον πρόβουλο, ανάγκασε τις γυναίκες να αναλάβουν αυτές να σώσουν την Ελλάδα (στ. 525-562):

μετά ταύθ’ ημίν έδοξεν σώσαι την Ελλάδα κοινή ταίσι γυναιξίν συλλεχυείσαις.

Ο Τρυγαίος, για παράδειγμα, βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία και υποφέρει, «μαίνεται καινόν τρόπον», από τον πόλεμο που καταστρέφει ολόκληρη την Ελλάδα. Αποφασίζει λοιπόν να πετάξει μέχρι το σπίτι του Δία για να του ζητήσει να βοηθήσει την Ελλάδα. Όταν φτάνει στην πόρτα του θεού, ο Ερμής τον πληροφορεί πως οι θεοί έχουν αποχωρήσει και τη θέση τους έχει πάρει ο άγριος Πόλεμος. Ο Πόλεμος σχεδιάζει ήδη πώς να συντρίψει όλες τις ελληνικές πόλεις μέσα στο τεράστιο γουδί του. Ο κίνδυνος, όπως αποφαίνεται ο τρυγαίος, είναι μέγας (Ειρήνη, στ. 264). Μπροστά στον κίνδυνο αυτό ο Τρυγαίος προτείνει στο χορό που τον αποτελούν οι γεωργοί της Αττικής, αλλά και της Βοιωτίας και του Άργους και των Μεγάρων, να βοηθήσουν όλοι μαζί, ώστε να μπορέσουν να ξεθάψουν το άγαλμα της θεάς Ειρήνης. Εκτός όμως από τον Πόλεμο υπάρχουν και αυτοί που κερδίζουν από την εμπόλεμη κατάσταση και αντιτίθενται στα ειρηνικά σχέδια του σωτήρα. Ο Τρυγαίος όμως θα κατορθώσει να διώξει όλους τους εμπόρους όπλων και τελικά το άγαλμα της θεάς ξεπροβάλει στο φως.

Μετά τη νίκη του ο Τρυγαίος υπερηφανεύεται για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους Έλληνες (στ. 865-867):

Ούκουν δικαίως ; όστις εις
όχημα κανθάρου ‘πιβάς
έσωσα τους Έλληνας, ώστ’
εν τοις αγροίς
άπαντας όντας ασφαλώς
κινεί ντε και ναθεύδειν.

[και δε μου αξίζει ; Ανέβηκα πάνω στο σκαθαράλογο
και γλίτωσα τους Έλληνες, κι έτσι μπορούνε
ξέγνοιαστοι στον ύπνο να το ρίχνουνε, στον
ύπνο και στον έρωτα, μες στα χωράφια.]

Ο χορός των γεωργών αναγνωρίζει την προσφορά του Τρυγαίου και τον αποκαλέι σωτήρα όλου του κόσμου (στ. 915):

σωτήρ γαρ άπασιν ανθρώποις γεγένησαι.

Μέχρι το τέλος του έργου ο χορός δε θα πάψει να υμνεί το σωτήρα του (στ. 1033-1036):

Τις ουν αν ουκ επαινέσει-
εν άνδρα τοιούτον, όσ-
τις πόλλ’ ανατλάς έσωσε
την ιεράν πόλιν ;

[Ποιος δε θα πει τον έπαινο ενός ανθρώπου σαν αυτόν ;
έργο μεγάλο τόλμησε, κόπιασε, κι έτσι γλίτωσε
αυτή την πόλη την ιερή.]

Όλοι τοποθετούν τον Τρυγαίο στην πρώτη θέση, αμέσως μετά τους θεούς. Ο ίδιος δέχεται τον έπαινο και είναι περήφανος για την πράξη του (στ. 918-922):

Πολλών γαρ υμίν άξιος
Τρυγαίος Αθμονεύς εγώ,
δεινών απαλλάξας πόνων
τον δημότην όμιλον,
και τον γεωργικόν λεών
Υπέρβολόν τε παύσας.

[Και θα ‘χεις δίκιο να το πεις: ναι, ο Αθμονέας Τρυγαίος εγώ
από δεινά και βάσανα και το δημότη το φτωχό
και τον ξωμάχο γλίτωσα, και τον Υπέρβολο έβαλα πέρα στην άκρη.]


[1] Θεόδωρος Γ. Παππάς, ο Φιλόγελως Αροστοφάνης, σελ. 72 επ., εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Δεισιδαιμονίες

Γενναδίου Πατριάρχου
εναντίον Πλήθωνος[1]

Ποιος, λοιπόν, ήταν εκείνος (ο Πλήθων), είχε γίνει φανερό σε εμάς από πολύν καιρό και ότι είχε γράψει κάποιο τέτοιο βιβλίο πριν από πολλά χρόνια. Αυτά μας τα αφηγήθηκαν πολλοί αξιόπιστοι (μάρτυρες) και εμείς τα βρήκαμε (μετά) με πολλές αποδείξεις, πρώτα μεν στην Πελοπόννησο και μετά στην Ιταλία. Και αυτό έγινε σε εμένα αιτία για την αντιγραφή του Αριστοτέλους (σε απάντησι προς τα συγγράμματα) εκείνου. Γιατί εκείνος με πολύ θράσος επιτέθηκε εναντίον του φιλοσόφου (του Αριστοτέλους), επειδή ήξερε πολλά από την φιλοσοφία του (καθώς) και για τις διαφωνίες του με τον Πλάτωνα, τις οποίες έγραψε για να υποστηρίξη την γνώμη του για την αλήθεια. Και εμείς αναλάβαμε κάποιον επί πλέον κόπο, όχι για να αντιδικήσωμε με τον Πλάτωνα ούτε γιατί ενδιαφερόμεθα ιδιαίτερα για τον Αριστοτέλη, αλλά από οργή για τον σκοπό του Γεμιστού και από τον ζήλο (μας) για την πίστι. Με τον τρόπο αυτόν θέλομε να φανερώσωμε τον άνθρωπο σε αυτούς που δεν τον ξέρουν, για να μην εξαπατηθή και βλαφθή κανείς από αυτόν, πράγμα το οποίο έπαθαν αρκετοί στο παρελθόν, (και αυτό) έγινε σε εμάς αιτία μεγάλης θλίψεως. Αλλά τα ονόματα εκείνων δεν πρέπει να τα πω. Σε αυτά (πρέπει) να αποβλέψωμε και όχι σε άλλη φιλοδοξία, αυτά δε που είναι στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου του, το οποίο σώζεται σε πολλά μέρη, αποδεικνύουν ότι οι δικές μας απόψεις είναι πολύ καλές και με τη βοήθεια του Θεού είναι σύμφωνες με την δικήμας (χριστιανική) θεωρία. Ο ίδιος, λοιπόν, αναντούσε γραπτώς στον Αριστοτέλη και σε εμάς πολεμώντας μας, γιατί, δήθεν, συνηγορούμε υπέρ του Αριστοτέλους. Αλλά εμάς μας εμποδίζει η συμφορά της πατρίδος[2] να του απαντήσωμε γραπτώς. Όμως, αφού βρήκαμε τότε μια επίκαιρη αφορμή, καταπιαστήκαμε με τις άκαιρες μελέτες του με φειδώ και πιο σοβαρά. Αφού, λοιπόν, αφήσαμε τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα εξ ίσου, εκάναμε μια σοβαρή πραγματεία εναντίον της Ελληνικής δεισιδαιμονίας, γιατί αυτός φανερά πολεμούσε αυτόν τον ευσεβή σκοπό (δηλ. την χριστιανική πίστι) και δεν προσπαθούσε καθόλου να κρύβεται. Αυτήν (την μελέτη μας) αφού είδε, λένε ότι λυπήθηκε πολύ ο άνθρωπος και απελπίσθηκε ότι μπορεί να επιτύχη τίποτε η άριστη νομοθεσία του εφ’ όσον εμείς ζούμε, και θα μπορέσωμε και με φωτιά και με γραπτά να την ακυρώσωμε, με όποιον από τους δύο (αυτούς) τρόπους θα κρίναμε καλό, γιατί με αυτό το απειλούσαμε στο δεύτερο σύγγραμμά μας προς αυτόν.[3] Αυτήν την διάθεσι είχαμε εμείς για εκείνον, (γιατί) μας ενοχλούσε αυτό που θα συμβή στην πίστι και στην ωφέλεια ή βλάβη των αδελφών (μας). Τα άλλα δεν μας στενοχωρούσαν. Μερικοί, όμως, δεν θέλησαν (να πιστεύσουν) στα πράγματα ούτε σε εκείνους που τα γνωρίζουν και συμφωνούν σε εμάς, και προσπάθησαν να διαβάλουν το δικό μου ήθος, το οποίο έχει φανερωθή αρκετά όχι μόνο στα συγγράμματά μου εναντίον εκείνου, αλλά και σε όλους που ήρθαν σε κάποια σχέσι με εμάς στην ζωή και μας συκοφαντούσαν ότι εμείς τον κατηγορούμε επειδή τον φθονούσαμε. Εμείς, όμως, επικαλούμαστε ως μάρτυρα τον Θεό, … τον οποίο δεν πρέπει να επικαλούνται αυτοί που λένε ψέματα από φθόνο …

επειδή δε έπρεπε όλα να φανερωθούν με την πάροδο του χρόνου και υπήρχε το βιβλίο του αποθανόντος Γεμιστού στους άρχοντες της Πελοποννήσου, (οι οποίοι είναι δύο ειδών, εννοώ δε τους ευσεβεστέρους και τους μεγαλυτέρους), δεν μπορούσα να αγνοήσω τον παραλογισμό εκείνων που έγραφε αυτός (ο Γεμιστός). (Αυτοί) ήθελαν να μας τα στείλουν αμέσως (αυτά τα βιβλία), αλλά σε πολλούς που ζήτησαν να τα αντιγράψουν δεν έκριναν καλό να τους τα δώσουν, αλλά εμποδισθήκαμε από τις σημερινές περιστάσεις από τις οποίες και αυτοί παρακινούμενοι ήλθαν ανέλπιστα και μας τα έφεραν και μας προξένησαν διπλή λύπη: από το ένα μέρος γι’ αυτούς που ωφελήθηκαν από την κοινή συμφορά για όσα κάποιοι έκαναν αφού εσκέδθησαν με πολλή αυθάδεια, από το άλλο μέρος για το βιβλίο γιατί από την στιγμή που το ανοίξαμε μας φάνηκε ότι είδαμε το πιο αηδιαστικό πράγμα που μπορεί κανείς να συναντήση.

[1] Πλήθωνος Νόμοι – Γενναδίου Πατριάρχου, εναντίον του Πλήθωνος Γεμιστού, σελ. 137 επ., εκδόσεις ελεύθερη σκέψις 1997
[2] ο Γεννάδιος αναφέρεται στην άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους (29/05/1453).
[3] τελικά, ο Γεννάδιος δεν περιορίστηκε στις έγγραφες απειλές του. Τα κείμενα του Πλήθωνα [με εξαίρεση ελαχίστων] παραδόθηκαν στις φλόγες, μετά τον θάνατό του.

σχετικό άρθρο: http://nomosophia.blogspot.com/2009/05/blog-post_27.html

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Διδακτική

περί της διδασκαλίας των ελληνικών γραμμάτων[1]

Στην αρχαιότητα είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα ελληνικά γράμματα διδάχτηκαν, στην Αθήνα τουλάχιστον, σε ευρείες λαϊκές ομάδες από τις τελευταίες δεκαετίες του 6ου π.Χ. αιώνα. Στην παραδοχή αυτή μας οδηγεί κυρίως η καθιέρωση κατά το 508 / 7 π.Χ. του θεσμού του οστρακισμού, που εμφανώς προϋπέθετε γνώση της γραφής από τους Αθηναίους πολίτες – ψηφοφόρους. Αλλά και οι γραπτές μαρτυρίες οδηγούν στην ίδια διαπίστωση και, επιπλέον, παρέχουν ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη από την περίοδο αυτή μιας οργανωμένης εκπαιδευτικής λειτουργίας, που εξασφάλιζε γραμματειακή αγωγή[2] σε σχετικά ευρείες ομάδες πολιτών, με τα λεγόμενα γραμματοδιδασκαλεία. Ο Αριστοφάνης λ.χ. εμφανίζει[3] τη γενιά των μαραθωνομάχων να έχει φοιτήσει ομαδικά σε σχολεία από ανατολής ηλίου, ενώ ο Πλούταρχος παρουσιάζει[4] τους Τροιζηνίους, στους οποίους είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων μετά την περσική εισβολή του 480 π.Χ., να παρέχουν αγωγή στους νέους της Αθήνας, κατά την περίοδο της εκεί διαμονής των παιδιών των Αθηναίων πολιτών.

Διδασκόμενα κείμενα ήσαν κυρίως τα ομηρικά έπη, τα οποία από πολύ νωρίς (6° - 5° π.Χ. αι.) είχαν καταστεί κείμενα κλασικά. Ο Πλάτων μαρτυρεί[5] ότι πολλοί στην εποχή του δέχονταν ότι «την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής», ενώ ο Αισχύλος είχε αποκαλέσει[6] τα δράματα του «τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων». Παράλληλα όμως προς τα ομηρικά έπη διδάσκονταν και συλλογές λυρικών ποιητών, στις οποίες κυριαρχούσαν οι λεγόμενοι γνωμικοί ποιητές, γιατί αυτοί κατεξοχήν προσφέρονταν για τη φρονηματιστική αγωγή των νέων, με τις γνωμικές θέσεις και τα ηθικά παραγγέλματα που περιείχαν. Ακόμη, τα κείμενα των νόμων του Σόλωνα χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτική ύλη, επειδή η γλωσσική διατύπωση τους, που διακρινόταν για την αρτιότητα, προσφερόταν για την έναρξη του διδακτικού έργου.

Η εργασία στα κείμενα κατά τα πρωιμότερα χρόνια ήταν κατά βάση γλωσσική, με επικρατούσα τη λεξιλογική επεξεργασία του κειμένου, που ήταν αναγκαία, επειδή η αρχαία γραμματεία χαρακτηριζόταν από πλούσια διαλεκτική ποικιλία. Από κείμενο του Αριστοφάνη[7] φαίνεται πως από τον 5° ήδη π.Χ. αιώνα τα ομηρικά έπη και οι νόμοι του Σόλωνα χρειάζονταν γλωσσική επεξεργασία, για να γίνουν κατανοητά από τους νέους της εποχής αυτής. Κατά συνέπεια, από τον 5° ήδη π.Χ. αιώνα θα είχε αρχίσει η λεξιλογική και γραμματική επεξεργασία των κειμένων στη διδακτική πράξη. Και άλλες γραμματειακές πηγές επιβεβαιώνουν την παραπάνω εκτίμηση[8] . Μετά την πρώτη αυτή προσέγγιση, φαίνεται ότι, πέραν των γλωσσικών στόχων, σχετικά νωρίς η διδασκαλία επιδίωξε και στόχους γενικότερης ανθρωπιστικής καλλιέργειας των νέων, μέσω της ουσιαστικότερης ερμηνευτικής διείσδυσης στα κείμενα. Τούτο καταφαίνεται από τη διαδεδομένη σωκρατική και πλατωνική αντίληψη περί παιδείας, η οποία ήθελε η αγωγή των νέων να μη υπηρετεί πρακτικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, αλλά να δημιουργεί ελεύθερους δημοκρατικούς πολίτες με ολόπλευρη καλλιέργεια της προσωπικότητας τους. Ο Σωκράτης στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα, αναφερόμενος στην παραδοσιακή εκπαίδευση της εποχής του, λέγει σε νέο που θέλει να παρακολουθήσει τα μαθήματα του σοφιστή Πρωταγόρα: «τούτων γαρ (των μαθήσεων) συ εκάστην ουκ επί τέχνη έμαθες ως δημιουργός εσόμενος, αλλ’ επί παιδεία, ως τον ιδιώτην και τον ελεύθερον πρέπει»[9] . Στα χρόνια της κλασικής ακμής η διδασκαλία των κειμένων απέβλεπε κατά κύριο λόγο στη διάδοση της γνώσης των λεγομένων «καλών τεχνών». Δηλαδή, στην κατοχή της ευγλωττίας, στη λογοτεχνική και φιλοσοφική γνώση, στις θεωρητικές ικανότητες και στην τέχνη διακυβέρνησης της πολιτείας. Για τον Πλάτωνα «Παιδεία μεν εσθ’ η παίδων αλκή τε και αγωγή προς το υπό τον λόγου ορθόν ειρημένον»[10] . Ακόμη, θεωρεί ο Πλάτων αγωγή «την προς αρετήν εκ παίδων παιδείαν, ποιούσαν επιθυμητήν τε και εραστήν του πολίτην γενέσθαι τέλεον άρχειν τε και άρχεσθαι επιστάμενον μετά δίκης»[11] . Ο φιλόσοφος δεν θεωρεί την επαγγελματική εκπαίδευση παιδεία.

Οι σοφιστές όμως και ο Ισοκράτης στη διδασκαλία τους επέμεναν κατεξοχήν στη γνώση της γλωσσικής φόρμας, επειδή με αυτήν υπηρετείται η καλλιέπεια και ο πειστικός λόγος. Σ' αυτούς οφείλουν το ξεκίνημα τους οι μεταγενέστερες σχολές γραμματικής και ρητορικής, που τυποποίησαν τις σπουδές και έδωσαν σ' αυτές μορφή εξωτερική και ρητορική. Γενικά, οι σοφιστές αναδείχτηκαν σε δασκάλους της σχετικιστικής πνευματοκρατικής εκπαίδευσης και αξιοποίησαν τα κείμενα για την επίτευξη στόχων που πραγμάτωναν αυτό το είδος παιδείας.

[1] Αθανασίου Β. Βερτσέτη, Διδακτική των Αρχαίων Ελλήνων, σελ. 2-5, Αθήνα 1994.
[2] Η αγωγή ως καλλιτεχνική και γυμναστική-αγωνιστική άσκηση των νέων είχε προηγηθεί της γραμματικής αγωγής. Αλλά και η οικοδιδασκαλία είχε προηγηθεί της ομαδικής (σχολικής) αγωγής, χωρίς η μορφή αυτή εκπαίδευσης να εκλείψει μεταγενεστέρως. Βλ. Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια». 1180 Β και Κοϊντιλιανού I 2.
[3] Βλ. «Νεφέλαι», στ. 986 κ.ε. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι μαχητές του 490 π.Χ. ήσαν νέοι πριν από το 500 π.Χ.
[4] «Βίον Θεμιστοκλέους», όπου ο Πλούταρχος λέγει ότι οι Τροιζήνιοι αποφάσισαν «υπέρ αυτών (δηλ. των παίδων) διδασκάλοις τελεΐν μισθούς», κεφ. 10 3. Πρβλ. και F.A.G. Beck, Greek education 450-350 B.C., Methuen & Co., London 1964, σ. 77.
[5] «Πολιτείας» Χ 606 Ε.
[6] Βλ. Αθηναίου «Δειπνοσοφισταί» VIII 347 Ε.
[7] Σε σωζόμενο απόσπασμα της κωμωδίας «Δαιταλής» (=συνδαιτημόνες) αναπτύσσεται ο εξής διάλογος μεταξύ δύο μαθητών ενός σχολείου:
Α. «Προς ταϋτα συ λέξον όμηρείους γλώττας, τί καλοϋσι κόρυ-
6α... τί καλούσ’ αμενηνά κάρηνα;
Β. Ο μεν ουν σος, εμός δ’ ούτος αδελφός φρασάτω τί καλούσιν ιδυίους;»
Οι όροι «κόρυβα» (= κορυφές) και «αμενηνά κάρηνα» (= νεκροκεφαλές) προέρχονται από τον Όμηρο και ο όρος «ιόνιους» (= μάρτυρες) από τους νόμους του Σόλωνα.
[8] Ο Δημόκριτος είχε συγγράψει συγγράμματα με τίτλους «Περί Ομήρου ή όρθοεπείης καί γλωσσέων», όπου γλώσσα = λέξη με σκοτεινή σημασία, «Περί καλλοσύνης επέων» κ.ά.π., ενώ ο Πρωταγόρας είχε ασχοληθεί με το γένος των ονομάτων και τη σημασία των εγκλίσεων. Βλ. κατωτέρω το κεφάλαιο περί Γραμματικής και Συντακτικού.
[9] Πλάτωνα «Πρωταγόρας» 312 Β.
[10] Πλάτωνα «Νόμοι» 312 Β.
[11] Πλάτωνα «Νόμοι» I 643 Ε.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

των Ελλήνων οι φυλές

Αρβανίτες, οι τελευταίοι Έλληνες[1]

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μπίρη[2] (1960), από το 1350 μ.Χ. έως το 1418 μ.Χ., 81.200 Αρβανίτες, μισθοφόροι στρατιώτες και οι οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν σε ελληνικές περιοχές, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών αυτοκρατόρων και δεσποτών (Δυναστεία των Παλαιολόγων), Καταλανών και Βενετών.


Η ιστορία των αρβανιτών ή αλβανιτών ξεκινά από τις Ελληνικές περιφέρειες της Αλβανιτίας του 13ου αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων η αλβανική αριστοκρατία πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους και προνόμια.


Οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι, σταδιακά, το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη που διοικούσαν, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν ακόμα και αυτήν την ελευθερία τους.


Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την δυσμενή αυτή θέση, οι γηγενείς πληθυσμοί (Αρβανίτες) υποχρεώθηκαν να ασπαστούν τον νομαδικό βίο. Η διαρκής μετανάστευση αποτελούσε μοναδική διαφυγή από τις δυσβάσταχτες νέες συνθήκες που οι Αλβανοί άρχοντες επέβαλλαν στις περιοχές της δικαιοδοσίας τους. Πέρα όμως από αυτές τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον και η οθωμανική εισβολή.


Οι πηγές αναφέρουν ότι η διά θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ.


Οι Αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Αντιθέτως οι Αλβανοί αριστοκράτες μετέβαλλαν ιδεολογία επιλέγοντας μεταξύ του Ισλάμ και του Ρωμαιοκαθολισμού, ανάλογα πάντα με τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία άπτονταν κυρίως της διατήρησης της οικονομικής τους ευρωστίας και της κοινωνικής τους θέσης.


Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά την Θεσσαλία οι Αρβανίτες μετακινήθηκαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά.


Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, αρχικά σε μικρούς αριθμούς, μετά από την πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Κατακουζηνού (1348 – 1380). Αργότερα, ο δεσπότης Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε άλλους 10.000 Αρβανίτες. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Γύρω στο 1454, ο τοπικός Αρβανίτης ηγέτης Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες υπό τις διαταγές του.


Οι Βενετοί μίσθωσαν πρώτοι πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν στον ενετικό στρατό στο ελληνικό σώμα των Stradioti. Με βάση τους απολογισμούς του Γάλλου Philippe de Commines (1447 - 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο ως πεζοί και έφιπποι στρατιώτες. Οι ίδιοι οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν πάντοτε ως Έλληνες.


Αργότερα, οι Αρβανίτες υπηρέτησαν στον στρατό του Ερρίκου Η' της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491-1547 // βασίλευσε 1509-1547).Αρβανίτες κατείχαν, συχνά, θέσεις σε ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες στις παροικίες της Δύσης. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχωρήθηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και φυσικά ως Έλληνες.


Οι Αρβανίτες πρωτοαναφέρονται – σαν Αρβανίτες από το Άρβανον – στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, "Αλεξιάδα". Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί εισβολείς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (1081 – 1118). Στην «Ιστορία» (1079 – 1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός χρονογράφος Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.


Οι Έλληνες Αρβανίτες δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στα ζητήματα της θρησκείας ή των φυλετικών επιμιξιών και κυρίως στο θέμα της πολιτισμικής ιδιοσυστασίας. Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρει από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Από μελέτες που έχουν γίνει καταδεικνύεται πως τα «ελληνικά αρβανίτικα» περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και "βαριά". Είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου. Η δε κουλτούρα των Αρβανιτών περιέχει μία καθαρά δωρική ιδιοσυστασία.

_____________________

[1] Βιβλιογραφία

"Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών", Κώστας Μπίρης, 1η έκδοση, 1960.

"Οι Αρβανίτες και το αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα", Γιάννης Γκίκας.

"Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων", Αριστείδης Κόλλιας, 1983.

"Οι Έλληνες Αρβανίτες", Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, 1997

"Ανθολογία Αρβανίτικων τραγουδιών της Ελλάδας", Θανάσης Μωραΐτης, 2002,

Οι Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος -15ος αι.), Ίδρυμα Γουλανδρή, 1991.

Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, Παπαδήμας, 1995.

[2] Ο Κώνσταντίνος Μπίρης ήταν λαογράφος και αρχιτέκτονας. Το βιβλίο του «Αρβανίτες, οι Δωριείς του σύγχρονου Ελληνισμού, ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών» (1960) αποτελεί μια σχολαστική μελέτη για τους Αρβανίτες και είναι το έργο στο οποίο αναφέρονται πιο συχνά οι άλλοι επιστήμονες που μελέτησαν τους Αρβανίτες.