Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Διάλογοι

Διάλογος σε εκδρομή[1]

Μαθητές: Ωραία τα δημοτικά τραγούδια, κύριε καθηγητά, αλλά εμάς μας αρέσουν πιο πολύ τα μοντέρνα …
Καθηγητής: Κι εμένα μου αρέσουν αυτά που είπατε, κι ακόμα μου αρέσουν και τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα …
Μ: Η κλασική μουσική δεν σας αρέσει;
Κ: Τρελαίνομαι. Έχω μάλιστα μια πολύ ωραία δισκοθήκη κλασικών έργων, ακόμα και ηλεκτρονικής μουσικής. Κι ένα στερεοφωνικό συγκρότημα μούρλια!

Μ: Κι εμείς νομίζαμε πως σας αρέσουν μόνο τα δημοτικά τραγούδια. Όλο γι’ αυτά μας μιλάτε και για την παράδοση, τελευταία.
Κ: Εσείς πολλά νομίζετε κι αναγκάζετε τον άνθρωπο να περιαυτολογεί. Αλλά έτσι … Αχ, κι εμείς έτσι ήμασταν … Γιορτάζουμε το έτος της παράδοσης φέτος. Δεν σας το είπα;
Μ: Και γιατί γίνεται αυτό το αφιέρωμα; Ποιος ο λόγος;
Κ: Ρίχνουμε μια στοχαστικότερη ματιά στον παραδοσιακό μας πολιτισμό. Είναι διαποτισμένη η ζωή μας. Πρέπει να ξέρουμε …
Μ: Δηλαδή όλη αυτή η κίνηση και οι συζητήσεις δεν έχουν για σκοπό να μας ξαναγυρίσουν σ’ εκείνη την παλιά ζωή με τις παραδόσεις;
Κ: Με κάνετε να γελάω. Ποιος σας είπε πάλι αυτές τις βλακείες;
Μ: Τα γράψανε.
Κ: Δεν ξέρω τί να πω. θα είναι καμιά παρεξήγηση. Αυτά προσφέρονται για παρεξηγήσεις. Δεν θα κατάλαβαν καλά ίσως, αλλά, αν δεν είναι κακόπιστοι, με τον καιρό θα καταλάβουν.
Μ: Θα καταλάβουν τί;
Κ: Θα καταλάβουν πως ποτέ δεν ειπώθηκε κάτι τέτοιο και ότι μια επιστροφή ενός λαού σ’ έναν παλιότερο πολιτισμό του, μια αναβίωση, δεν γίνεται με τα λόγια.
Μ: Και με τί γίνεται;
Κ: Με τίποτε. Είναι αστείο. Άλλωστε ποιος ο λόγος; Όταν καταπέσει το σύστημα …
Μ; Το σύστημα; Α, αυτό μας ενδιαφέρει. Ναι, το σύστημα!
Κ: Ξέρω, περιττό. Είσαστε μαγεμένοι τώρα μ’ αυτή τη λέξη: «το σύστημα». Προηγουμένως ήταν «το κατεστημένο». Δεν κατακρίνω είναι ανθρώπινα. Είναι λέξεις φορτισμένες με τη μαγεία της εποχής …
Μ: Συνεννοούμαστε έτσι όμως …
Κ: Σύμφωνοι. Γι’ αυτό κι εγώ σας είπα «το σύστημα». Λοιπόν, όταν καταπέσει όλο το σύστημα, παρασύρεται και ο πολιτισμός του. Καταλαβαινόμαστε;
Μ: Με το παραπάνω. Αλλά …
Κ: Τί είναι πάλι αυτό το «αλλά». Διαφωνείτε;
Μ: Όχι, αλλά … Να, εμείς βλέπουμε, χρησιμοποιούμε ένα σωρό παλιά πράγματα, του παλιού πολιτισμού. Πώς κατέπεσε;
Κ: Τί εννοείτε, ποια παλιά;
Μ: Να, κιλίμια, φλοκάτες, υφαντά διάφορα, μεταλλικά σκεύη, ψάθες. Προλήψεις, έθιμα, κόκκινα αυγά, βασιλόπιτες …
Κ: Καλικάντζαροι, κάλαντα … Ε; κάλαντα;
Μ: Δημοτικά τραγούδια, που τραγουδούν αυτοί οι συμμαθητές μας … Πολλά, πολλά πράγματα. Αυτά δεν είναι ζωντανά, ζωντανός λαϊκός πολιτισμός; Πώς «κατέπεσε» λέτε;
Κ: Ναι, λαϊκός είναι και κάπως ζωντανός είναι, αλλά όχι ολόκληρος πια. Κομμάτια που απόμειναν, δεν είναι όλο εκείνο το σύστημα που υπήρχε άλλοτε. Όπως ένα παγόβουνο, όταν σπάζει, σε μικρά, μικρά κομμάτια, καταδικασμένα να λιώσουν …
Μ: Και γιατί κομματιάστηκε έτσι αυτό … το παγόβουνο;
Κ: Καταλαβαίνω τον υπαινιγμό σας για την παρομοίωσή μου, αλλά εγώ το φαντάζομαι από την άποψη της άσπιλης λαμπράδας. Κάποτε μια ηθοποιό τη διαφήμιζαν ως «το φλογερό παγόβουνο».
Μ: Σχήμα οξύμωρον, κύριε καθηγητά.
Κ: μπράβο! το πετύχατε. Αλλά γιατί κομματιάστηκε, είπατε …
Μ: Το παγόβουνο …
Κ: Αφήστε πια το παγόβουνο. Για τον λαϊκό πολιτισμό λέμε. Και για να τελειώνουμε: Κομματιάστηκε γιατί δημιουργήθηκαν οι συνθήκες.
Μ: Τί άλλες συνθήκες;
Κ: Να, άλλο σύστημα. Καταλάβατε τώρα; Βιομηχανίες, συγκοινωνίες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις …
Μ: Και λοιπόν;
Κ: Σωστά. Γιατί όχι; Να, η βιομηχανία, η βιοτεχνία, στην αρχή, βέβαια, άρχισε να παράγει απ’ όλα τα είδη. Δεν χρειαζόταν πια στο σπίτι να υφαίνουν, ούτε να γνέθουν, ούτε να φτιάχνουν τα λιγοστά έπιπλα, τα σκεύη τους … Τίποτε. Στο τέλος έπαψαν να ζυμώνουν και ψωμί. Άρχισαν να τ’ αγοράζουν.
Μ: Κι αν δεν είχαν να τ’ αγοράσουν;
Κ: Πουλούσαν απ’ τα προϊόντα τους. Άλλοι πάλι αντί για τσομπάνηδες και γεωργοί έγιναν εργάτες στις βιομηχανίες. Πούλησαν χωράφια, κοπάδια, σπίτια, για να ‘ρθούν στην πόλη, κοντά στις δουλειές.
Μ: Δηλαδή τα έπαιρναν όλα έτοιμα πια. Δυστυχούσαν.
Κ: Ναι, αλλά τώρα πήραν κάπως να στρώνουν τα πράγματα.
Μ: Έτσι, λοιπόν, εξηγείται, γιατί μόνο σε μικρά χωριά κι αυτά απομονωμένα παράγουν ακόμα με τον παλιό τρόπο.
Κ: Ας μην είμαστε βιαστικοί. Το φαινόμενο είναι πολύπλοκο. Υπάρχουν και συντηρητικά άτομα, που τους αρέσει να κρατούν τα παλιά.
Μ: Κυρίως, τα έθιμα.
Κ: Σωστή η παρατήρηση. Τα έθιμα κρατιούνται πιο εύκολα, ιδίως αυτά που δεν απαιτούν σπουδαία υλικά μέσα. Σπάνια όμως στηρίζονται στην πίστη. Είναι συναίσθημα.
Μ: Δεν μπορεί να αναβιώσει τίποτε πια;
Κ: Σε πλατιά κλίμακα, όχι. Μπορούν όμως όλα τα υλικά δημιουργήματα να αναπαράγονται. Πολλά είναι ιδιαίτερα ωραία. Υφαντά, σκαλιστές κασέλες, παραδοσιακά φαγητά …
Μ: Πάντως, αυτά όλα κοστίζουν πολύ περισσότερο.
Κ: Βλέπω, ξέρετε από αγορά. Ε, πώς αλλάζουν τα πράγματα! Κάποτε αυτά τα αγόραζαν για οικονομία. Τώρα είναι πιο ακριβά, πολύ πιο ακριβά, από τα βιομηχανικά προϊόντα.

Μ: Δηλαδή αν ένα άτομο ή μια οικογένεια θέλει να ζήσει παραδοσιακά είναι κακό;
Κ: Κακό όχι, βέβαια, αλλά πολύ δύσκολο. Διαρκώς θα πέφτει πάνω στα προϊόντα του σύγχρονου πολιτισμού, που δεν θα μπορεί να παρακάμψει. Έτσι εύκολα βγαίνει το πλαστικό απ’ τη ζωή μας;
Μ: και ο λαός;
Κ: Ο λαός τραβάει το δρόμο του. Δημιουργεί πολιτισμό με βάση τις ακατανίκητες ανάγκες του. Απόπου μπορεί να δανείζεται στοιχεία. Είναι όμως έγκλημα να προσπαθείς να τον φέρεις πίσω. Θα δημιουργήσεις σύγχυση και καθυστέρηση. Και το αποτέλεσμα μηδέν.
Μ: Και οι Έλληνες, θα έχουμε πια τον ξένο τον δυτικό πολιτισμό, δεν θα δημιουργήσουμε δικό μας;
Κ: Βιάζεστε, βλέπω κι εδώ. Οι πολιτισμοί δεν δημιουργούνται έτσι, εύκολα. Εκπληρώνονται πολλές άλλες συνθήκες, και τους βλέπεις ξαφνικά σχηματισμένους. Πάντως και τώρα κάτι πρέπει να δημιουργείται, μα δεν το νιώθουμε γιατί είμαστε κοντά.
Μ: Δηλαδή δεν είναι κακό που δεν ακολουθούμε το λαϊκό μας πολιτισμό;
Κ: Κακό; Ύψιστε Θεέ! Γιατί να ‘ναι κακό; Ο πολιτισμός εκείνος πάει πια, αντικαταστάθηκε.
Μ: Και τότε προς τί όλα αυτά;
Κ: Για τις ρίζες μας, για την αυτογνωσία. Για να ξέρουμε πώς ζούσαν και τί πίστευαν οι πρόγονοί μας. Και πάνω απ’ όλα για να καταλαβαίνουμε το παρόν, τη σημερινή ζωή. Να την ερμηνεύουμε και να την αντιμετωπίζουμε σωστότερα.

[1] Γιώργου Ιωάννου, «εφήβων και μη», σ. 329-333, εκδόσεις Κέδρος, 1983.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

στα ίχνη της ελληνικής παιδείας

το τέλος των ελληνικών γραμμάτων στην μεσαιωνική Αγγλία[1]

Μόνο με τη λατινική παιδεία … επικοινωνούσε για πολύν καιρό ο δυτικός Μεσαίωνας. Ούτε ο αγγλοσαξωνικός κόσμος, από τόσες απόψεις ιδιότυπος, δεν ξέφυγε αρχικά από αυτό τον κανόνα: ακόμα και οι codices plurimi, που ο Μέγας Γρηγόριος – είναι γνωστή η δυσπιστία του απέναντι στις «ελεύθερες τέχνες» – έστειλε γύρω στο 600 στη Βρετανία με ιεραποστόλους, ήταν προφανώς εκκλησιαστικά βιβλία, γραμμένα λατινικά. Αποτελεί όμως μεγάλο γεγονός ότι ο πάπας Βιταλιανός το 668 ή 669 διόρισε τον Έλληνα μοναχό Θεόδωρο, που καταγόταν από την Ταρσό, αρχιεπίσκοπο του Canterbury, με αποστολή να ολοκληρώσει τη μεταρρύθμιση της αγγλοσαξονικής Εκκλησίας. Τον Θεόδωρο τον συνόδευε ένας Αφρικανός που είχε σπουδάσει στη βυζαντινή Καρχηδόνα, ο Αδριανός. Ο Βέδας ο Αιδέσιμος (που πέθανε το 735), στο έργο του Εκκλησιαστική ιστορία του αγγλικού λαού, βεβαιώνει ότι οι δυο αυτοί άνδρες γνώριζαν εξίσου καλά τα κοσμικά και τα εκκλησιαστικά γράμματα, τόσο στην ελληνική όσο και στη λατινική γλώσσα, και προσθέτει: «Απόδειξη ότι σήμερα μερικοί από τους μαθητές τους που ζουν ακόμα γνωρίζουν τα ελληνικά και τα λατινικά σαν μητρική τους γλώσσα». Έχει σωστά παρατηρηθεί ότι ο Βέδας, αν ήταν καλός κριτής για τη λατινική γλώσσα, δεν ήταν οπωσδήποτε καλός και για την ελληνική, από την οποία γνώριζε το πολύ, πολύ μερικά στοιχεία, και ότι πάντως η ελληνομάθεια στη Βρετανία πρέπει να έσβησε με τη γενιά αυτή των μαθητών του Θεοδώρου και του Αδριανού. Ασφαλώς μόνο σε λατινικά χειρόγραφα αναφέρεται η «απειράριθμη αφθονία κάθε είδους βιβλίων» (innumerabilis libr;orum omnis generic copia), για την οποία μιλά ο ίδιος ο Βέδας με την ευκαιρία των ταξιδιών που πραγματοποίησε ο δάσκαλός του Βενέδικτος ο Επίσκοπος (την εποχή του πάπα Βιταλιανού, 657-672) μεταξύ Ρώμης και Αγγλίας, όπου και ίδρυσε τη μονή του Αγίου Πέτρου στο Wearmouth. Μια παιδεία αποκλειστικά λατινική, που περιελάμβανε ωστόσο και μερικά κοσμικά έργα, ανθούσε στην Αγγλία ήδη από τα τέλη του 7ου αιώνα. Ο Βέδας ο Αιδέσιμος την ενσαρκώνει στις αρχές του 8ου αιώνα και οι Άγγλοι ιεραπόστολοι θα τη μεταδώσουν στους Αγγλοσάξονες της Γερμανίας.

[1] Πωλ Λεμέρλ, «ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός», κεφ. Α΄, σελ. 20-21, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

γλώσσικα ή περί γλώττης δοκίμια

περί της ελληνικής λαλιάς[1]

Είμαστε στην Ευρώπη : Από το καπέλλο και το σακκάκι ως το βιβλίο, το μυθιστόρημα και την κοινωνική ζωή. Μ’ αυτό δε λέγεται δημιουργία καθολικής αξίας. Λέγεται μαϊμούδισμα ξένης αξίας. Κι’ απ’ αυτό δεν βγαίνει τίποτα, γιατί δε βγαίνει τίποτα ποτέ από τη μίμηση και μάλιστα την ξώπετση. Αν όμως εννοούν να ευρωπαϊστούμε όχι στην επιφάνεια παρά στο βάθος, τότε το αίτημά τους αναποδογυρίζεται παράξενα: Γιατί τότε δεν γυρεύουν μια ριζική απομάκρυνση από τις αξίες εθνικής μορφής μα ολωσδιόλου το αντίθετο, να μπούμε βαθιά, πολύ βαθιά στην περιοχή της εθνικής συνείδησης, ν’ αγκαλιάσουμε, όσο μπορούμε πιο ζεστά, την εθνική μας κληρονομιά! Για τον απλούστατο λόγο: ότι, στο βάθος του, ο δυτικός πολιτισμός, δεν είναι άλλο παρά οι ελληνικές αξίες, παρεξηγημένες ή εξηγημένες, ζωντανεμένες, γονιμοποιημένες, πούκαμε τον Σερ Χένρυ Σάμνερ Μαίηνυ να πει: «Σ’ ένα μικρό λαό δόθηκε να δημιουργήσει την αρχή της προόδου. Αυτός ο λαός ήταν ο ελληνικός. Έξω από τις τυφλές δυνάμεις της φύσης τίποτα δεν κινείται μέσα σ’ αυτό το σύμπαν που να μην έχει ελληνική καταγωγή».

Ο δυτικός πολιτισμός βγαίνει απ’ την ελληνική κληρονομιά. Γιατί εμείς θα τη γυρεύαμε από δεύτερο χέρι; Γιατί δε θάχαμε τη φιλοδοξία να τη μεταχειριστούμε σα νόμιμοι κληρονόμοι; Σ’ αυτόν που θα ρωτούσε με ποιους τίτλους, την απόκριση θάδινε η ελληνική γλώσσα. Σαν την κατάχλωρη κι’ ολάνθιστη φυλλωσιά ξεπετιέται πάνω απ’ τον παλιό κορμό, σημαδεμένο με τ’ αχνάρτια π’ άφησαν τριαντατρείς αιώνες πνευματική καλλιέργεια. Ποιος λαός έχεο τέτοια παράδοση; Πού είναι η συνειδητοποιησή της; Πού είναι η γονιμοποιησή της;

Οι καθαρευουσιάνοι την πήραν για να κρυφτούνε πίσω απ’ αυτή και να ζητιανέψουνε, στ’ όνομά της, από την Ευρώπη μαζί με το δικαίωμα της ζωής και κανένα χωραφάκι. Πραγματοποίησαν τον τύπο ενός πρωτάκουστου γκραβαρίτικου ιμπεριαλισμού. Κι’ άξιοι διάδοχοί τους – κι’ ας κάνουν το δημοτικιστή – γυρεύουν τώρα τη ριζική απομάκρυνση από κάθε τι το εθνικό, για να ζητιανέψουν από την Ευρώπη το δικαίωμα να ζήσουν στ’ όνομα ενός βιασμένου και ξώπετσου συγχρονισμού. Ο δημοτικισμός, όχι με τη στενή του έννοια του γλωσσικού αγώνα, μα σαν κίνημα πνευματικό και ηθικό, αρνιέται, μ’ άγρια περηφάνεια, τέτοια ταπεινά μασκαρέματα. Βλέπει το έθνος στην πνευματικήν οικογένεια της Ευρώπης με το γνήσιο, ζωντανό του πρόσωπο και με τη βαθύτατη πεποίθηση πως πάει να εισφέρει στο κοινό έργο μια ολοκαίνουρια νότα. Δε θέλει την εθνική κληρονομία για να κρύψει πίσω από την αίγλη της φτώχεια και μαρασμό, μα σα γόνιμο δίδαγμα, σα σκληρό μέτρο συγκριτικής αξίας και σαν αφετηρία για καινούριες δημιουργίες.

[1] αυτά έγραφε τον Γενάρη του 1933 ο Σπύρος Μελάς, Απόσπασμα από το βιβλίο του «Δάσκαλοι του Γένους» της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 9-10, εκδόσεις Μπίρη.

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

δάσκαλοι του γένους

Αθανάσιος Ψαλίδας (1767-1829)

Άμα ο Γάλλος στρατηγός Καίσαρας Μπερτιέ, διορισμένος διοικητής στα Εφτάνησα, ήρθε στην Κέρκυρα, έστειλε στον Αλή γράμμα του Βοναπάρτη, γεμάτο κομπλιμέντα: Τούλεγε πως είχε τη φιλία του σε μεγάλη εκτίμηση, πως μια φορά κ’ έκαμε ειρήνη με τη Ρουσία κ’ η συνθήκη περιλάβαινε και την Τουρκία, είχε δώσει στους στρατηγούς του οδηγίες να συνεννοηθούνε μ’ αυτόν - τον Αλή - για την εφαρμογή της στα Εφτάνησα. Κ’ είχε στείλει, αλήθεια, οδηγίες στον Μπερτιέ, να φέρεται φιλικά στον Αλή. Ο Γάλλος όμως διοικητής, παρεξηγώντας τις οδηγίες του Βοναπάρτη, έδωσε τέτοιον τόνο στη φιλία, που μερικοί απ’ τους υπαλλήλους του νομίσανε πως μπορούνε να του τάζουνε την Πάργα. Τέτοιον αέρα είχανε δώσει στον Αλή, πούστειλε τέλος αντιπροσώπους στον Μπερτιέ να παζαρέψουνε την παράδοση της πολιτείας.

Στην αποστολή αυτή, αρχηγός ήταν ο Ψαλίδας, από τα πιο επιτήδεια όργανα της διπλωματίας του Αλή – χωρίς να είναι διόλου διπλωμάτης το επάγγελμα. Ήτανε μάλιστα κάτι, που απέχει πολύ απ’ αυτό: Δάσκαλος. Ένας δάσκαλος όμως μ’ ανώτερη νόηση και τεράστια μόρφωση. Σπουδαγμένος στο σεμινάριο της Πουλτάβας κ’ ύστερα στα πανεπιστήμια της Βιέννης, μιλούσε κ’ έγραφε τα λατινικά, τ’ αρχαία ελληνικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά και τα ρούσικα. Έξω απ’ τη φιλολογία, είχε σπουδάσει και θετικές επιστήμες, η μεγάλη όμως φυσική κλίση του ήτανε στη φιλοσοφία. Δυνατός και πειστικός ρήτορας.

Ο Όλλαντ, που τον είχε σχετιστεί πολύ, γράφει γι’ αυτόν: «Ήταν ικανός να μιλεί, ζωντανά κ’ εύκολα, για οποιοδήποτε θέμα – μα προ πάντων για τέχνη, για φιλολογία και για το μεγαλείο της Ελλάδος. Άξιο για κάθε έπαινο κρίνω το ζήλο του για τη νεώτερη ελληνική φιλολογία και προ πάντων για την ποίηση. Χίλιες φορές τον άκουσα ν’ απαγγέλλει και να εξηγεί τα λυρικά του Αθανασίου Χριστοπούλου, που τον τιμά σαν τον παλιό Ανακρέοντα».

Ο Ψαλίδας, κατεβαίνοντας στα Γιαννενα, νεώτατος, διορίστηκε διευθυντής στη Μαρούτσειο Σχολή κ’ ύστερ’ από τέσσερα χρόνια στην Καπλάνειο. Σοβαρός, μετρημένος, σεμνός, είχε τραβήξει τον Αλή με την εξυπνάδα και την αγαθή φήμη πούχαιρε. Η φιλία του χρειαζότανε στον πασά, γιατί ο Ψαλίδας επηρέαζε όλους τους επίσημους ξένους που περνούσαν από τα Γιάννενα. Τον δεχότανε, λοιπόν, στην Αυλή του και τον κολάκευε, για να λέει στους ξένους πως δεν υπήρχε καλύτερος ηγεμόνας και προ πάντων για να τρέχει και με τα μέσα του, τη ρητορική του και την επιβολή του στους ξένους, να εξουδετερώνει τις ενέργειες και τις ραδιουργίες των προξένων εναντίον του. Είχε ακόμα ο Ψαλίδας και κάτι άλλο, που άρεσε πολύ στην τσιγκουνιά του Αλή: την αφιλοκερδεία. Γροσάκι δεν είχε πληρωθεί ποτέ για τις υπερεσίες του. Και μονάχα σαν ήτανε να τα ξοδέψει για δουλειές δημόσιες – όπως σε διπλωματικές αποστολές στην Κέρκυρα, όταν είχαν οι Ρούσοι τα Εφτάνησα, ή όπως τώρα, με τους Γάλλους – έπαιρνε τα έξοδα του ταξιδιού.

Ωστόσο, μ’ όλα τούτα, λίγο είχε λείψει, εδώ και λίγα χρόνια, να πάρει ο Αλής το κεφάλι του Ψαλίδα. Όταν ήτανε στη Βιέννη, ο δάσκαλος είχε αφιερώσει στην Αικατερίνη της Ρουσίας ένα βιβλίο – το «Περί αληθούς ευδαιμονίας» – όπου , μιλώντας για τους Μουσουλμάνους, δεν τους είχε περιποιηθεί καθόλου, μα τους πήγαινε από άπιστους σ’ αγαρηνούς. Το βιβλίο, άγνωστο στα Γιάννενα, ήτανε μια παντοτεινή φοβέρα, σπαθί του Δαμοκλή, πάνω απ’ το κεφάλι του Ψαλίδα, Αν το μυριζότανε κάποιος πούθελε το κακό του, αν τόδειχνε στον Αλή, που μισούσε θανάσιμα τους Ρούσους, ήτανε χαμένος. Ο μόνος άνθρωπος πούξερε αυτό το βιβλίο ήταν ο μητροπολίτης, που δε χώνευε πολύ τον Ψαλίδα. Κάποτε, που πιαστήκανε, το μαρτύρησε στον Αλή. Κι’ ο δάσκαλος θάχανε το κεφάλι του, αν ο γιατρός Λουκάς, συγγενής του Ψαλίδα κι’ από τους πιο πιστούς οικογενειακούς φίλους του πασά, δεν έπεφτε, μονός – διπλός, να τον γλιτώσει.

Αυτό, με λίγα λόγια, ήταν ο διπλωματικός αντιπρόσωπος πούστειλε ο Αλής στην Κέρκυρα, στον Μπερτιέ, να παζαρέψει την παράδοση της Πάργας. Ο Ψαλίδας έκαμε τόσο καλά τη δουλειά του, που ο Γάλλος στρατηγός, όχι μόνο δέχτηκε συζήτηση, μα κ’ έστειλε την πρόταση στον αυτοκράτορα. Ο Βοναπάρτης θύμωσε τόσο «για την αληθινά βλακώδη πρόταση», όπως έγραφε, ώστε σε λίγο ανακάλεσε τον Μπερτιέ, πούχε τόσο παρεξηγήσει τις διαθέσεις του, κ’ έστειλε τον Ντονζελώ διοικητή στα Εφτάνησα. Έτσι, άμα πήρανε στην Κέρκυρα την απόκριση του Βοναπάρτη, ο Ψαλίδας γύρισε στα Γιάννενα, για πρώτη φορά χωρίς θετικό αποτέλεσμα στην αποστολή του.

*Σπύρου Μελά, «Το λιοντάρι της Ηπείρου», σελ. 238-240, της Ακαδημίας Αθηνών, εκδόσεις Μπίρης.