Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

προ του 1821

Της Δέσπως Μπότσαρη[1]

Όταν κάποτε, έπειτα από μακροχρόνιους αγώνες, οι χιλιάδες των εχθρικών στιφών, βοηθημένες και από την προδοσία, κατόρθωσαν και κυρίευσαν την Κιάφα και έπειτα προχώρησαν προς τον Αβαρίκο και το Σούλι, τότε οι περήφανοι Σουλιώτες, αντί της ταπεινής υποταγής, προτίμησαν να σκορπίσουν και να φύγουν. Ο Αλή πασάς δέχτηκε τη συμφωνία αλλά πρώτος κατόπι … δεν κράτησε το λόγο του και παρεσπόνδησε. Δεν είχε όμως υπολογίσει, ότι φεύγοντας οι Σουλιώτες δεν είχαν πάρει μαζί τους μονάχα τ’ άρματά τους. Είχαν συναποκομίσει και την ψυχή του Σουλίου …

Η Δέσπω … βράθηκε με λίγους δικούς της, μονάχα γυναίκες και μικρά εγγόνια, στο χωριό Ρινιάσα, ένα μικρό χωριό ανάμεσα στην Άρτα και την Πρέβεζα. Ήταν 23 Δεκεμβρίου του 1803, όταν έφτασε ξαφνικά εκεί μεγάλο απόσπασμα Αλβανικού στρατού. Ο άντρας της Δέσπως, ο Γιωργάκης μπότσαρης, και οι άλλοι δικοί του Σουλιώτες έλειπαν. Βρέθηκαν έτσι μονάχες οι γυναίκες. Η ηρωϊκή Δέσπω πάιρνει τα δέκα άλλα μέλη της οικογένειάς της, θυγατέρες, νυφάδες κι’ εγγόνια, και κλείνεται μέσα σ’ έναν από τους πύργους του χωριού, στου Δημουλά τον πύργο, όπως αναφέρεται και στο τραγούδι. Πήραν οι γυναίκες τα καριοφίλια και πιάσανε τις πολεμίστρες. Τα μικρά παιδιά, κλεισμένα στο εσωτερικό του πύργου, μοίραζαν την μπαρούτη και φτιάνανε φυσέκια.

Η μάχη άρχισε στις 23 Δεκεμβρίου, κράτησε όλη την άλλη μέρα, και συνεχίστηκε σκληρή έως την επομένη. Οι Σουλιώτισσες ξενύχτισαν άγρυπνες στις πολεμίστρες, και, καιροφυλακτώντας ανάμεσα στο γέμισμα του ντουφεκιού και στο σημάδεμα, μόλις κατόρθωναν να κλέψουν λίγον καιρό και να κάμουν μερικούς ευλαβικούς σταυρούς για τον ερχομό του Χριστού μας, που γεννιόταν την ίδιαν εκείνη νύχτα, τη γεμάτη από τους κρότους και τη λάμψη των ντουφεκιών.

Όταν την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα, η ηρωική Δέσπω είδε ότι οι εχθροί πλήθαιναν και τα δικά τους πολεμοφόδια σώνονται, κάλεσε τις μπαρουτοκαπνισμένες θυγατέρες και τις νυφάδες της και τις ρώτησε τί προτιμούνε, την αιχμαλωσία ή τον ηρωϊκό θάνατο ; Και εδώ βλέπομε να προβάλλη το ίδιο γνώριμό μας δημοκρατικό πνεύμα, με το οποίο πάντα παίρνονταν στο Σούλι όλες οι σοβαρές αποφάσεις. … Όλες τους απάντησαν αμέσως ότι μόνον ο ηρωϊκός θάνατος ταιριάζει στις Σουλιώτισσες.

Έπειτα από μια τέτοια ομόθυμη αίτηση θυσίας, ο πόλεμος κράτησε λίγο ακόμη και, τέλος, η γερόντισσα Δέσπω μάζεψε στη μεσιανή καμάρα του πύργου όση απόμενε μπαρούτη και προσταξε να ‘ρθουν γύρω της παιδιά κι’ εγγόνια. Οι γυναίκες παράτησαν τις πολεμήστρες και τα μικρά εγγόνια έπαψαν να φτιάνουνε φυσέκια. Και τότε, την ίδια μέρα που γεννήθηκεν ο θεός της ειρήνης και της αγάπης, ενώ όλοι γύρω έκαναν για στερνή φορά το σταυρό τους, η Σουλιώτισσα Δέσπω, κρατώντας το αναμμένο δαυλί και έχοντας ολοκληρωτική επίγνωση του νοήματος της ομαδικής θυσίας, φωτιά έβαλε στη μπαρούτη …

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι ;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, Γιώργαινα, παραδώσου.
Το Σούλι νεπροσκύνησε και τούρκεχεν η Κιάφα,
κι εσύ εισαι σκλάβα Λιάπηδων, σκλάβα των Αρβανίτων.
Το Σούλι κι’ αν προσκύνησε κι’ αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει.
Δαυλί στο χέρι νάρπαξε, κόρες και νύφες κράζει.
Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε.
Και τα φυσέκια ανάψανε, κι’ όλοι φωτιά γενήκαν.


[1] Κ. Ρωμαιού, Κοντά στις ρίζες, σελ. 145 επ., Εστία 1980.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

περί γραφής

η περγαμηνή, διάδοχος του παπύρου[1]

Τον πάπυρο, στην αντιγραφή φιλολογικών κειμένων αλλά και εγγράφων, άρχισε σιγά σιγά να τον αντικαθιστά η περγαμηνή, που την κατασκεύαζαν από δέρματα διάφορων ζώων, κυρίως όμως από δέρμα μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας. Η περγαμηνή ήταν αρκετά γνωστή στην Ανατολή, και η αρχή της ανάγεται σε εποχές παλαιότερες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ηροδότου[2]: Και τας βύβλους διφθέρας καλέουσι από του παλαιού οι Ίωνες, ότι κοτε εν σπάνει βύβλων εχρέοντο διφθέρησι αιγέησι τε και οιέησι, έτι δε και το κατ’ εμέ πολλοί των βαρβάρων ες τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Μια αρχαία παράδοση, που ο Πλίνιος[3] την αποδίδει στον Ουάρρωνα, αναφέρει ότι η τέχνη της επεξεργασίας των δερμάτων των ζώων για την κατασκευή περγαμηνής ξεκίνησε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη τον Β΄[4], που με τον τρόπο αυτόν θέλησε να αναπληρώσει την έλλειψη παπύρου, τον οποίο ο βασιλιάς της Αιγύπτου άρνιόταν να του στείλει, θέλοντας να τον εμποδίσει να δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη ικανή να επισκιάσει τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Η παράδοση αυτή ίσως να μην έχει ιστορική υπόσταση, Ωστόσο, το ίδιο το όνομα της περγαμηνής, το οποίο πάντως μαρτυρείται για πρώτηφορά μόλις τον 4ο αιώνα μΧ[5], αρκεί για να μας δείξει ότι η Πέργαμος ήταν το κυριότερο κέντρο της παραγωγής και της εμπορίας της περγαμηνής. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: την εποχή του Ευμένη του Β΄ η χρήση της περγαμηνής άρχισε να διαδίδεται, και ανάμεσα στα περγαμηνά σπαράγματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές των Δούρων[6] στη Μεσοποταμία υπάρχει ένα πωλητήριο συμβόλαιο στα ελληνικά, που χρονολογείται στις αρχές του 2ου αιώνα πΧ και αποτελεί την αρχαιότερη ως τώρα γνωστή ελληνική περγαμηνή. Αυτό όμως ίσως να αποτελεί περίπτωση μεμονωμένη.

Δεν λείπουν βέβαια οι αρχαίες μαρτυρίες για τη χρήση της περγαμηνής. Ο Οράτιος την αναφέρει σε μια σάτυρά του[7]. Ο Απόστολος Παύλος ζητά από τον Τιμόθεο: ερχόμενος φέρε και τα βιβλία, μάλιστα τας μεμβράνας[8]. Ο Μαρτιάλης[9] γνώριζε τα έργα του Ομήρου, του Βιργιλίου, του Κικέρωνα, του Λιβίου και του Οβιδίου, γραμμένα σε κώδικες από περγαμηνή. Στα σπήλαια της ερήμου της Ιουδαίας κοντά στη Νεκρή Θάλασσα, μαζί με κυλίνδρους από πάπυρο, βράθηκαν επίσης πολυάριθμες περγαμηνές, προγενέστερες από τον 2ο αιώνα μΧ. Ωστόσο, ανάμεσα στους παπύρους του Ηρακλείου και της Πομπηίας δεν βρέθηκε ούτε μια περγαμηνή. Επίσης στις ανασκαφές της Αιγύπτου δεν βρέθηκαν περγαμηνά σπαράγματα προγενέστερα από τον 2ο αιώνα μΧ. Στην εποχή αυτή πρέπει να τοποθετηθέι το απόσπασμα του Διατεσσάρων του Τατιανού από τα Δούρα[10] και το απόσπασμα του περί παραπρεσβείας του Δημοσθένη.

Από τις παλαιότερες περγαμηνές που μας σώζονται, μόνο καμιά εικοσαριά σπαράγματα μπορούν να χρονολογηθούν στον 3ο αιώνα και στις αρχές του 4ου, οι μαρτυρίες πάντως για τη διάδοση της περγαμηνής πληθαίνουν την εποχή αυτή. Στο έδικτο του Διοκλητιανού De pretiis rerum venalium του 301 περιλαμβάνεται και η περγαμηνή. Και όταν ο Mέγας Κωνσταντίνος θέλησε να εφοδιάσει τις νέες Εκκλησίες με κείμενα της Αγίας Γραφής, διέταξε να ετοιμαστούν πενήντα χειρόγραφα σε περγαμηνή. Τον αιώνα αυτόν δεν αντιγράφονται μόνο τα ιερά κέιμενα αλλά και τα κοσμικά. Δικαιολογημένα περίφημοι είναι οι λατινικοί κώδικες της εποχής αυτής που περιλαμβάνουν έργα του Βιργιλίου. Τα περγαμηνά λείψανα του 5ου αιώνα είναι περισσότερα, ενώ από τον 6ο αιώνα μας σώζονται ακέραιοι ή σχεδόν ακέραιοι κώδικες με έργα εκκλησιαστικών και κοσμικών συγγραφέων. Παρόλο που συνάντησε κάποιες ζώνες αντιστάσεως[11], ήδη από τον 6ο αιώνα το δέρμα των ζώων είχε αρχίσει να γίνεται το πιο συνηθισμένο υλικό γραφής. Η εξαγωγή αιγυπτιακού παπύρου εξακολουθούσε να ανθεί ως τους χρόνους του Ιουστινιανού. Αμέσως έπειτα οι βαρβαρικές επιδρομές, οι κίνδυνοι των θαλάσσιων ταξιδιών, η οικονομική κρίση, και κυρίως η κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Άραβες (641), περιόρισαν τις εξαγωγές και δυσκόλεψαν τον τακτικό ανεφοδιασμό της αγοράς. Αναγκαστικά λοιπόν οι άνθρωποι στράφηκαν προς την περγαμηνή, παρόλο που ήταν ακριβότερη από τον πάπυρο. Η χρήση της περγαμηνής επιβλήθηκε και γενικεύθηκε τον 7ο αιώνα, και η κυριαρχία της κράτησε ως τον 13ο αιώνα, οπότε άρχισε να τη συναγωνίζεται το χαρτί.

[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 32-34, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] V 58
[3] XIII 11
[4] 197-158 πΧ
[5] οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο διφθέρα, και οι Ρωμαίοι τον όρο μεμβράνη (membrana).
[6] Ευρώπου.
[7] ΙΙ 3,2
[8] Προς Τιμόθ. ΙΙ 4,13
[9] XIV 184
[10] Εύρωπο.
[11] όπως λόγου χάρη, στην παπική γραμματεία, που το αρχαιότερο περγαμηνό έγγραφό της είναι του έτους 967.

σχετικά άρθρα: http://nomosophia.blogspot.com/2009/03/blog-post_17.html

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

από τη "μάχη" των φύλων

Ο «Χρυσός Αιώνας» της Αθήνας και οι άτυχες γυναίκες του[1]
συνέχεια από την σελίδα http://nomosophia.blogspot.com/2009/03/blog-post_11.html

Για την τήρηση της ανδροκρατικής νομοθεσίας τους, οι Αθηναίοι θεσμοθέτησαν τους γυναικονόμους, ένα συνδυασμό αστυνομικών και δικαστών, που έργο τους ήταν να εποπτεύουν την καλή διαγωγή των γυναικών και να επιβάλλουν τιμωρίες στις παραβάτριες[2]. Πάντως ο Σόλωνας πέθανε πριν προλάβει να πικραθεί που ο νόμος του για τον ουσιαστικό εγκλεισμό των γυναικών δεν εφαρμόστηκε, τουλάχιστον κατά γράμμα, αντίθετα από έναν αριθμό άλλων. Οι γυναίκες των κατώτερων εισοδηματικών τάξεων, από την αρχή κιόλας, τον αγνόησαν. Ενώ οι πλούσιες, με τον καιρό, βρήκαν κι αυτές τον τρόπο να τον μετατρέψουν μάλλον σε κανόνα καλής συμπεριφοράς, που με ποικίλα προσχήματα παραβιαζόταν όλο και συχνότερα.

Κύριο χαρακτηριστικό της νομικής υπόστασης της γυναίκας στην κλασική εποχή, όπως παρατηρεί ο Ρομπέρ Φλασελιέρ, είναι ότι δεν έχει νομική υπόσταση. Κάτι, άλλωστε, που συμβαίνει, όχι μόνο στην Αθήνα, μα σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, μαζί και στη Σπάρτη. «Το κράτος δεν γνωρίζει παρά τους πολίτες που το συνθέτουν και καμιά γυναίκα δεν έχει το δικαίωμα του πολίτη. το κράτος αγνοεί τις γυναίκες, όπως αγνοεί τους ξένους, τους μέτοικους, τους δούλους και τα παιδιά.»[3]. Πραγματικά, εξετάζοντας τη γυναίκα από νομική πλευρά, διαπιστώνουμε ότι πολύ λίγο διαφέρει από το δούλο, αφού ο κύριος των δούλων είναι και κύριος των γυναικών, με παραπλήσια δικαιώματα. Άλλωστε, στον Οικονομικό του Ξενοφώντα, η γυναίκα εξομοιώνεται με τους δούλους, τα πρόβατα και τ’ άλογα[4]. Η κόρη έχει κύριον τον πατέρα της, η παντρεμένη τον άντρα της, η χήρα πάλι τον πατέρα της (που μπορεί να την ξαναπαντρέψει, ακόμη και με διαθήκη, εκτός αν ο σύζυγος, πεθαίνοντας, όρισε ο ίδιος αντικαταστάτη του), η ορφανή τον αδερφό του πατέρα της, ή τον στενότερο συγγενή από τον πατρικό κλάδο. Κάτι που δείχνει την περιφρόνηση του αντρικού φύλου για το γυναικείο είναι ότι, στην αρχαία ελληνική γλώσσα, δεν υπάρχουν διαφορετικές λέξεις για τη σύζυγο, την κοπέλα, ή την ηλικιωμένη: για όλες χρησιμοποιείται η κοινή λέξη γυνή κι ο καθένας μπορεί ν’ απευθύνει την προσταχτική γύναι, είτε σε αρχόντισσα, είτε σε παλλακίδα. Κι ακόμη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ετυμολογικά το γυνή προέρχεται από τη λέξη γόνος, που δείχνει την αποκλειστική ταύτιση της γυναίκας με την παραγωγή απογόνων.

Αν ωστόσο οι άντρες είχαν υποβαθμίσει τις γυναίκες στη δεύτερη κατηγορία, δεν δίσταζαν παράλληλα να τους ζητήσουν βοήθεια, όποτε τύχαινε να τις χρειάζονται για τους σκοπούς τους. Από τον Ηρόδοτο μαθαίνουμε με ποιόν τρόπο ο τύραννος[5] Πεισίστρατος πέτυχε την αναίμακτη επιστροφή του στην Αθήνα, μετά την πρώτη του εξορία. Διάλεξε μια όμορφη, ψηλή γυναίκα, της φόρεσε χρυσή πανοπλία και της έδωσε να κρατάει δόρυ, σα να ήταν η θέα Αθηνά. Την έβαλε να καθήσει, σε στάση περήφανη, πάνω σ’ ένα άρμα. Και το άρμα προχώρησε θριαμβικά και μπήκε στην πόλη, μπροστά από τον στρατό του πραξικοπηματία, ενώ κήρυκες διαλαλούσαν πανηγυρικά την «είδηση» πως η προστάτιδα της πόλης Αθηνά ξανάφερε η ίδια τον Πεισίστρατο στην εξουσία. Το ωραιότερο της ιστορίας είναι ότι «ο λαός, απόλυτα σίγουρος πως η γυναίκα αυτή ήταν πραγματική θεά, γονάτισε μπροστά της και δέχτηκε ξανά τον Πεισίστρατο»[6]. Έτσι επιβεβαιώθηκε η γνώμη του Σόλωνα για τους αρσενικούς συμπατριώτες του, όταν ο ξάδερφός του Πεισίστρατος είχε κηρύξει την πρώτη δικτατορία του:

«Ο καθένας σας χωριστά βαδίζει με τον τρόπο τής αλεπούς, αλλά όλοι μαζί, σαν σύνολο, είσαστε ένα κούφιο κεφάλι[7]

[1] Θεόδωρου Καρζή, «Η γυναίκα στην αρχαιότητα», σ. 171 επ., εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
[2] Οι γυναικονόμοι θεσμοθετήθηκαν ένα περίπου αιώνα μετά τη νομοθεσία του Σόλωνα, τον -40 αιώνα.
[3] Robert Flaceliere, La femme antique en Crete et en Grece, στο συλλογικό έργο Histoire mondiale dela Femme, τ. Ι, σελ. 313, Παρίσι 1965 (Nouvelle Librairie de France).
[4] Ξενοφώντα, Οικονομικός, 3 & 10-11.
[5] Τύραννος, στην αρχαία ελληνική σημαίνει δικτάτορας. Η ιστορία που αφηγείται ο Ηρόδοτος έγινε το -550.
[6] Αθήναιου, ΙΓ΄, 89 και Ηροδότου, Α΄, 60.
[7] Πλουτάρχου, Σόλων, 29.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Πίστη και έρευνα

Επιχείρηση Αραράτ[1]

Βόρεια από το Ντογκουμπαγιαζίτ, ο Σπάικ φώναξε στον Τζίμμυ να κάνει στάση. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ο Σπάικ έδειξε ένα ρυάκι. Το νερό του, απαλά, αλλά αδιαμφισβήτητα, κυλούσε ανηφορικά.

«Είναι η χώρα των θαυμάτων», ανάγγειλε καθώς ξεκινούσαν πάλι.

Ο Τζίμμυ Φούλγκουντ, γεωλόγος και αυτοδύτης, άφησε να περάσουν μερικά μίλια κι έπειτα προσπάθησε να εξηγήσει στον Σπάικ ότι δεν ήταν επιστημονικά αδύνατο να κυλάει ένα ρυάκι προς τα πάνω … Απ’ όσο ήξερε, το φαινόμενο είχε παραταθεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Ο Σπάικ, που οδηγούσε, κουνούσε χαρούμενος το κεφάλι του όσην ώρα μιλούσε ο σύντροφός του. «Μπορεί να εξηγείται όπως λες», σχολίασε στο τέλος. «Αλλά η ουσία είναι μία: ποιος έκανε το νερό να κυλάει προς τα πάνω; Ποιος το έβαλε εκεί που το έβαλε, ώστε να το δούμε στον δρόμο μας προς το Αραράτ; Ο κύριος, αυτός και κανένας άλλος. Είναι η χώρα των θαυμάτων», επανέλαβε …

Προχώρησαν με το αυτοκίνητο ώσπου ο δρόμος τελείωσε και πρόβαλαν μπροστά τους οι δύο μορφές του Μεγάλου και του Μικρού Αραράτ.
«Σαν άνδρας και γυναίκα, ε;» παρατήρησε ο Σπάικ.

Ο Τζίμμυ δεν ήταν βέβαιος αν το καθήκον τους ήταν να βρουν ολόκληρη την Κιβωτό, διατηρημένη άθικτη – οπότε μάλλον δεν θα ξέφευγε από την προσοχή τους – ή απλώς κάποια σημαντικά λείψανά της: το πηδάλιο, ας πούμε, ή μερικές σανίδες καλαφατισμένες ακόμα με βιτούμη.

Πέρασαν τα όρις της ζώνης του χιονιού και προχώρησαν προς την κορυφή. Προς το τέλος της ανηφορικής πορείας τους ο ουρανός άρχισε σιγά σιγά ν’ αλλάζει χρώμα και, όταν έφτασαν στην κορυφή, φαινόταν λαμπερά πράσινος. Αυτό το μέρος ήταν γεμάτο θαύματα. …

Η βόρεια πλευρά του βουνού ήταν σκισμένη από μια τεράστια ρωγμή. Ο Σπάικ έδειξε το σημείο στο οποίο κατέληγε αυτό το χάσμα, κάπου χίλια μέτρα χαμηλότερα, και είπε ότι κάποτε υπήρχε εκεί κάτω ένα μοναστήρι. Με πραγματικούς καλόγερους και όλα τα σχετικά. Αλλά το 1840, είπε, ένας τρομερός σεισμός έπληξε το βουνό, ταρακουνώντας το όπως ο σκύλος το ποντίκι, και το εκκλησάκι γκρεμίστηκε, όπως και το χωριό λίγο χαμηλότερα … Όλοι σκοτώθηκαν, φαίνεται, αλλά ακόμα και να δεν σκοτώθηκαν στον σεισμό θα πρέπει να πέθαναν λίγο αργότερα. Βλέπεις αυτό το ρήγμα; Ε, λοιπόν, τέσσερις – πέντε μέρες μετά τον σεισμό άρχισε να κατεβάζει χιόνια και νερά. Τίποτα δεν μπορούσε να τους αντισταθεί. Ήταν σαν την εκδίκηση του Κυρίου. Σάρωσε από το πρόσωπο της γης το μοναστήρι και το χωριουδάκι.

Ο Τζίμμυ Φούλγκουντ ανεβοκατέβαζε σοβαρά το κεφάλι του, ακούγοντας αυτή την ιστορία. Όλα αυτά, έλεγε μέσα του, έγιναν όταν τούτο εδώ το κομμάτι του βουνού ανήκε στους Σοβιετικούς. Βέβαια, εκείνη την εποχή ήταν Ρώσοι και χριστιανοί, αλλά αποδείχτηκε ότι ο Θεός είχε βάλει στο μάτι τους Σοβιετικούς πριν ακόμα γίνουν Σοβιετικοί.

Στην Τρίτη εξόρμησή τους στο βουνό – που συμφώνησαν να είναι η τελευταία για εκείνη τη χρονιά – ο Σπάικ έκανε τη μεγάλη ανακάλυψη. Απείχαν γύρω στο ένα χιλιόμετρο από την κορυφή … όταν είδαν δύο σπηλιές, τη μια δίπλα στην άλλη. Λες και ο Θεός έχωσε δυο δάκτυλά του στον βράχο, συμφώνησαν … Ο πρώην αστροναύτης χώθηκε … στην πρώτη σπηλιά. Ακολούθησε σιωπή κι έπειτα αντήχησε ένα ουρλιαχτό. … Όχι μακριά από την είσοδο της σπηλιάς, ο Τζίμμυ βρήκε τον Σπάικ Τίγκλερ να προσεύχεται γονατιστός. Μπροστά του κειτόταν ένας ανθρώπινος σκελετός. Ο Τζίμμυ σωριάστηκε δίπλα στον Σπάικ … επειτά ο Σπάικ μουρμούρησε: «Βρήκαμε το Νώε».

Ο Τζίμμυ έβηξε ελαφρά. «Σπάικ», είπε, κάπως επιφυλακτικά, «έχω … εεε … μου φαίνεται πως έχουμε ένα πρόβλημα». …
«…ψάχναμε για την Κιβωτό» … «Μας … σου … είπαν να ψάξεις για την Κιβωτό».
«Γυρεύαμε ασήμι και βρήκαμε χρυσάφι».
«Εντάξει. Εγώ απλώς απορρούσα … ο Νώε δεν το έβαλε για πουθενά, όταν άραξε η Κιβωτός; …»
«…Εκείνο το χωριό που σου είπα, όταν ήμασταν στην κορυφή. Αργκούρι το έλεγαν. Εκεί έχτισε ο Νώε τον πρώτο οικισμό του. Εκεί φύτεψε τα αμπέλια του. Έφτιαξε την πρώτη φάρμα του. Ξανάστησε το σπιτικό του».
«Του Νώε το χωριό ήταν αυτό;»
«Βέβαια. Μέσα στον σοβιετικό τομέα», προσθεσε ο Σπάικ πειραχτικά.

«Συμφωνώ μαζί σου, Σπάικ … Αλλά επίτρεψέ μου να σου πω κάτι. Εσύ κι εγώ είμαστε άνθρωποι της θρησκείας».
«Και άνθρωποι της επιστήμης», είπε ο αστροναύτης στον γεωλόγο.
«Σωστά. Και ως άνθρωποι της θρησκείας είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε τη θρησκεία μας από κάθε συκοφαντία».
«Βέβαια».
«Λοιπόν, πριν αναγγείλουμε τα νέα στον κόσμο, ίσως θα έπρεπε να ελέγξουμε, ως άνθρωποι της επιστήμης, αυτό που ανακαλύψαμε ως άνθρωποι της θρησκείας».

Έστειλαν τον σπόνδυλο και το ακροδάχτυλο στην Ουάσινγκτον, χρησιμοποιώντας έναν έμπιστο σύνδεσμό, που ισχυρίστηκε ότι τα ξέθαψε στην Ελλάδα. …

Η Ουάσινγκτον αποφάνθηκε ότι τα οστά που στάλθηκαν για εξέταση είχαν ηλικία περίπου εκατόν πενήντα χρόνων, συν – πλην είκοσι χρόνια. Οι ειδικοί πρόσθεσαν, χωρίς να τους ζητηθεί, την πληροφορία ότι ο σπόνδυλος ανήκε σχεδόν με βεβαιότητα σε γυναίκα.

Εκατό μίλια δυτικότερα, στο εστιατόριο «Η Φεγγαρόσκονη», ο Σπάικ Τίγκλερ, κρατώντας ψηλά ένα πλαστικό μπουκάλι με νερό από ένα ρυάκι που κυλάει ανηφορικά, ανακοινώνει την έναρξη της Επιχείρησης Αραράτ 2.

* η αρχή του αποσπάσματος στην δ/νση: http://nomosophia.blogspot.com/2009/03/blog-post_04.html
[1] Απόσπασμα από την Επιχείρηση Αραράτ, του Τζούλιαν Μπάρνς στην «Ιστορία του Κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», εκδόσεις Ψυχογιός, 1997.