Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Ορθόδοξη θεολογία

«Εικονολατρεία»[1]

Θα επικαλεστώ τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια βυζαντινή ή και μεταβυζαντινή ελληνική ορθόδοξη Εικόνα, και σε μιαν αντίστοιχη ρωσική. Μια ρωσική ορθόδοξη Εικόνα είναι, οπωσδήποτε, μια απαρχή διαλόγου με τη Δύση στα όρια της δυτικής θρησκευτικής στάσεως. Είναι δύσκολο να ερμηνευτή με το λόγο η χαρακτηριστική διαφοροποίηση της ρωσικής αγιογραφίας, δεν έχει παρά να αντιπαραθέση κανείς μια ρωσική σε μιαν ελληνική Εικόνα. Αυτό που λέω απαρχή διαλόγου με τη Δύση, στην περίπτωση της ρωσικής αγιογραφίας είναι, καταρχήν, μια προσπάθεια εξαϋλώσεως, πολύ διαφορετική από τη μεταμόρφωση της κτιστής φύσεως, που αποτελεί το χαρακτηριστικό της βυζαντινής αγιογραφίας. Η τάση της εξαϋλώσεως ανταποκρίνεται καίρια και ουσιαστικά στη δυτική θεολογική στάση και στη δυτική θρησκευτική νοοτροπία, και έχει ωραιότατα διατυπωθεί στη γοτθική αρχιτεκτονική. Μπροστά σε μια ρωσική ορθόδοξη Εικόνα, πολύ συχνά, δεν έχει κανείς τη μαρτυρία της μεταμορφώσεως, δοσμένη σχηματικά – διακοσμητικά. Το διακοσμητικό στοιχείο αντικαθιστά τη σωστή απεικόνιση του φυσικού για να το εξαΰλωση: οι πτυχές του ενδύματος δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ενός σώματος κάτω από το ένδυμα, η στάση των σωμάτων και οι κινήσεις τους είναι γεωμετρικά σχηματικές, η τεχνική της αφαίρεσης δεν οδηγεί στη μεταμόρφωση, αλλά στην εξαΰλωση του αντικειμένου. Αντίθετα, σε μιαν ελληνική Εικόνα οι πτυχώσεις σκεπάζουν, αλλά και αποκαλύπτουν, ένα συγκεκριμένο και απτό ανθρώπινο, σώμα, οπωσδήποτε, μεταμορφωμένο και όχι σαρκικό, αλλά πάντως σώμα πραγματικό και όχι σύμβολο ή ιδέα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο διάλογος της σύγχρονης ρωσικής θεολογίας με τη Δύση βασίστηκε σημαντικά στον ενθουσιασμό των δυτικών για τις ρωσικές Εικόνες. Στα πλαίσια της ρωσικής αγιογραφίας μπορεί να κατανοήση κανείς την όλη κατεύθυνση της νεορωσικής θεολογίας … όπως λόγου χάρη, στη ρωσική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Εκεί, θα μπορούσε να μελετήση κανείς τις ακραίες συνέπειες των θεολογικών διαφοροποιήσεων που μας απασχολούν, ίσως και το ιστορικό πρόβλημα για τη σχέση αυτών των διαφοροποιήσεων με γεγονότα, όπως η εκπληκτική επιτυχία του μπολσεβικισμού στην ορθόδοξη Ρωσία και η θαυμαστή τεχνολογική εξέλιξη αυτής της χώρας μέσα σε πενήντα μόλις χρόνια.[2]

[1] Χρήστου Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση – η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, σ. 41-42, εκδόσεις Αθηνά, Αθήνα 1979.
[2] σχετικό άρθρο: http://nomosophia.blogspot.com/2009/04/blog-post_29.html

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

περί γραμμάτων

άνθρωπος … εγγράμματος – άνθρωπος … αγράμματος[1]

το ξέρεις το μάθημα ;[2]

Εις τα Βυζαντινά σχολεία ο διδάσκαλος έδιδεν ωρισμένον προς ανάγνωσιν και ερμηνείαν τμήμα, το οποίον την επομένην ο μαθητής ώφειλε καλώς να γνωρίζη. Αν, εξεταζόμενος ούτος, απεδεικνύετο μη κατέχων το μάθημά του, τότε ο διδάσκαλος, ως έπειτα έλεγον : «δεν του άλλαζε», τον ηνάγκαζε δήλα δη να επαναλάβη την επομένην το ορισθέν. Συνέβαινεν ούτως ο μαθητής, προς μεγάλην του στενοχώριαν, να μη αλλάσση φύλλον δις και τρις.

Τα πράγματα ήλλασσον, όταν ο διδάσκαλος, ικανοποιημένος, επέτρεπεν εις τον μαθητήν, προς μεγάλην του χαράν, να προχωρήσης, στρέφων το φύλλον του βιβλίου του. Εκ του σχολικού λοιπόν βίου έλαβε την αρχήν η φράσις : «θα γυρίση το φύλλο», τουτέστι θα μεταβληθούν τα πράγματα.
____________________

υπογραφές και σημεία[3]

Εκ των μεσαιωνικών ημών σχολείων γνωστόν είναι, ότι εξήλθον άνδρες διαπρέψαντες επί παιδεία και μεγάλως εις την καλλιέργειαν των Ελληνικών γραμμάτων συντελέσαντες, μη ούσης όμως υποχρεωτικής της παιδεύσεως, και πάμπολλοι ήσαν αγράμματοι, οίτινες, οσάκις παρουσιάζετο ανάγκη να υπογράψωσιν έγγραφόν τι, ηδυνάτουν.

Η δυσκολία τότε ήρετο διά του σίγνου, του σημείου δήλα δη του δακτύλου. Ο αγράμματος τουτέστιν εβύθιζεν ένα των δακτύλων εις το μέλαν και κατόπιν επίεζεν αυτόν επί του χάρτου. Το σημείον της χειρός, «το σίγνον της χειρός», ως έλεγον, ήτο η υπογραφή.

Εκ του εθίμου τούτου παρήχθη το ρήμα δακτυλοσκοπώ, εξ ου έλαβε την αρχήν και το σημερινόν : «έβαλε τη δαχτυλιά του», την υπογραφήν του δήλον ότι.

Αλλά και άλλως υπέγραφον τότε οι αγράμματοι. Αντί της υπογραφής των, εσημείωνον το σημείον του σταυρού, όπερ υπέρ παν άλλο ησφάλιζε την τήρησιν των συμπεφωνημένων. «ο το σίγνον του σταυρού ιδιοχείρως πήξας» και : «εγώ δε ως αγράμματος γράφω το σημείον του σταυρού» είναι μυριόλεκτα εν τοις μεσαιωνικοίς εγγράφοις, ως συχνότατον είναι εν τοις εγγράφοις της Τουρκοκρατίας και το : «εγώ ως αγράμματος σταυροσημειώ».
____________________

τύπος και υπογραμμός[4]

Εις τα σχολεία της κατωτέρας εκπαιδεύσεως, ή «των ιερών γραμμάτων», όπως τα έλεγον οι Βυζαντινοί, ο διδάσκαλος, μέλλων να διδάξη εις τους αρχαρίους την γραφήν, ελάμβανε του μαθητού το πινακίδιον και, κατά παράκλησιν αυτού, όστις του έλεγε : «ποίησόν μοι αρχήν γραμμάτων», έγραφεν εις το άνω μέρος αυτού ωρισμένα γράμματα, βραδύτερον και φράσεις, τας οποίας ούτος ώφειλε ν’ αντιγράψη πολλάκις κάτωθεν.

Το δείγμα τούτο της γραφής εις την σχολικήν Βυζαντινήν γλώσσαν ελέγετο «τύπος» ή «υπογραμμός», επειδή δ’ ούτος ήτο πρότυπον μιμήσεως, άτε καλώς γεγραμμένος, αφ’ ου εν των προσόντων του Βυζαντινού διδασκάλου ήτο να είναι ούτος καλλιγράφος, διά τούτο, περί προσώπου το οποίον διά την αρετήν και τα λοιπά προσόντα εξαίρεται, λέγομεν ότι είναι : «τύπος και υπογραμμός».

Τον τύπον τούτον ελέγετο ότι «εχάρασσεν» ο διδάσκαλος, επειδή δε το γραφέν ήτο η αρχή της αντιγραφικής εργασίας του μαθητού, διά τούτο έμεινεν η σημερινή φράσις : «λίγο χάραξέ μου κι’ εγώ καταλαβαίνω», ήτοι κάμε μου ελαφρόν υπαινιγμόν και εγώ εννοώ.

[1] Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, Τ. Ε΄ (παράρτημα), εκδόσεις Παπαζήση, εν Αθήναις 1952.
[2] σελ. 15.
[3] σελ. 104-105.
[4] σελ. 13.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

έθνη και μνήμες

εθνικές μνήμες[1]
και οι ακούραστοι στρατιώτες της φυλής

Στον ιστορικό του 5ου αιώνα Εγκισέ ο πατριώτης ιερέας Λεβον προσπαθεί να εμψυχώσει τους αρμένιους πολεμιστές πριν από την κρίσιμη αναμέτρησή τους με τους Πέρσες. Τους λέει:

Θυμηθείτε όλους τους πανάρχαιους πατέρες μας που υπήρξαν προτού ακόμα φανεί ο υιός του θεού και υπήρχαν πάντοτε σ' όλους τους χρόνους και τους καιρούς.

Ως εκεί την πάει ο Αρμένιος την εθνική του μνήμη, στις αρχές των αρχών.
Υπάρχουν στη φύση και στην ιστορία των Αρμενίων πηγές που ποτίζουν αδιάκοπα την προσήλωση στη μνήμη, στις πανάρχαιες καταβολές. Είναι η αίσθηση που δεσπόζει στο ψυχικό τους κλίμα κι έχει χρωματίσει πολύ αδρά την ιστορία τους, την τέχνη τους, τον πνευματικό τους πολιτισμό και αυτή την πρακτική συμπεριφορά του παλιού και του σημερινού αρμένιου πατριώτη. Αίσθηση περήφανη και δραστήρια. Και σε πολλά πικρή. Είναι δηλαδή και γλυκό αυτό το αίσθημα με την περηφάνια του, αλλά κυρίως είναι πικρό, όπως ένα τραγούδι που δεν το άφησαν να τραγουδηθεί ποτέ ολόκληρο κι αυτό ξαναγυρίζει μες στην ψυχή του τραγουδιστή, γίνεται στεναγμός, κρυφό παράπονο. Ο Αρμένιος που ξέρει κι αγαπά την ιστορία του, όπου να ζει, σκέφτεται αυτά τα ανείπωτα τραγούδια. Ένας από τους καλύτερους ποιητές τους των νεότερων χρόνων, ο Αβέτικ Ισαακιάν, που συμμερίστηκε πολύ νέος τη μοίρα του περιπλανώμενου Αρμένιου, του Παντούχτ, και του έχει αφιερώσει ωραία τραγούδια, γράφει στα θυμήματά του πως τον ακολουθούσε η Αρμενία όπου να πήγαινε.

Εκείνην κουβαλούσε η ψυχή μου παντού, τα μάτια μου κοίταζαν το Μονμπλάν κι η ψνχή μου έβλεπε τον Μασίς, στην Αθήνα ο Παρθενώνας ζωντάνευε τη γραμμή του ναού της Ριψιμέ και του Ερερούικ, στη Νεάπολη οι πλανόδιοι τραγουδιστές ξυπνούσαν τους σκοπούς των λαϊκών μας τραγουδιών.

Η μνήμη των Αρμενίων είναι μια κιβωτός κατοικημένη από τα ιερά της φυλής κι αραγμένη στην κορυφή του περίφημου βουνού τους — ο Κατακλυσμός βαστάει ακόμα εκεί πέρα.
Μέσα στη φύση τους ζει η υπόμνηση ενός πρωταρχικού ξεκινήματος. Η ζωή τους, ακόμα και στην πρωτεύουσά τους, σήμερα, το Ερεβάν, που είναι σύγχρονη μεγάλη βιομηχανική πόλη, δεν έχει χάσει το δεσμό με το ύπαιθρο, τη φύση τους οι Αρμένιοι δεν την άφησαν να στραπατσαριστεί, τους πονά όταν κάποιος τους την πληγώσει, την βλέπουν καθημερινά, τη ζουν, συνομιλούν μαζί της. Μπορεί σ’ έναν Αρμένιο να φανεί υπερβολικό αυτό που λέω, να φανεί απλώς τουριστικό. Αλλά εγώ μιλώ με τις δικές μου πείρες, μέσα από τις δικές μου συγκρίσεις. Βρίσκω πως η αρμένικη φύση είναι και ευτυχώς — παντοδύναμη μέσα στο πνεύμα που σκέφτεται και δημιουργεί η σημερινή Αρμενία. Δε μπορεί ο Νααπέτ να λησμονήσει πώς ο πατέρας τους, φτωχός τσαγκάρης στην Κοκκινιά, έπαιρνε τα παιδιά του και τη γυναίκα του και πριν ακόμα φέξει τους. είχε ανεβάσει σε μια πλαγιά της Πεντέλης. Εκεί κάθονταν και περίμεναν να δουν πώς μέσα από τη θάλασσα θα ξαναγεννηθεί ο Βαάγκν, ο αρχαιότερος θεός της φυλής τους. Ξέρω τώρα πως αν σήμερα στη χώρα τους στιγμές – στιγμές αναζωπυρώνεται το θρησκευτικό αίσθημα, η εξήγηση βρίσκεται κυρίως — μπορεί να υπάρχουν κι ένα εκατομμύριο άλλοι λόγοι — στην ιδιαίτερη λάμψη, στην ιδιαίτερη επιβεβαίωση που δίνει η θρησκεία στην αντίληψη για την ιδιαιτερότητα και την αρχαιότητα της αρμένικης ιστορίας. Το πρόσεξα αυτό σε όσα έβλεπα και συζητούσα. Μπορώ να πω ότι ο Αρμένιος πάει στην εκκλησία πρώτα και κύρια για να δηλώσει εμπιστοσύνη στην αρμενικότητά του. Ξέρει άλλωστε τί κάνει κι ο σημερινός πανέξυπνος και πολυδιαβασμένος, όπως μας είπαν, Καθολικός τους, ο πατριάρχης και ο πάπας τους Βασγκέν ο 1ος, που έλαβε το σχήμα νέος εδώ στην Αθήνα στα χρόνια της Κατοχής. Ξέρει τί κάνει όταν απευθύνει προς το μέρος της διανόησης πειστικά δείγματα αφοσίωσης στην εθνική ιδέα, σε ό,τι κυρίως έχει σχέση με τον εθνικό πολιτισμό, με τα εθνικά τους γράμματα. Με καθαρό χρυσάφι έβαλε να φτιάξουν τα 36 γράμματα του αρμενικού αλφαβήτου, αυτούς τους ακούραστους στρατιώτες της φυλής και σαν τα άγια των αγίων τα φυλάει σε μια μικρή αίθουσα του πατριαρχείου.

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», Μτορούμ, σ. 53-55, εκδόσεις Κέδρος 1982.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Ιστορία

η μετάβαση του Θεμιστοκλή στην αυλή του Βασιλιά των Περσών[1]

Όταν ο δύστυχής εξόριστος[2] έφθασεν εις το παλάτιον του πολυτελούς Μονάρχου της Περσίας, παρεκάλεσεν Αρτάβαζον τον χιλίαρχον, να λάβη την άδειαν, ως έλλην ξένος, να ομιλήση μετά του βασιλέως. Αλλ’ αυτός είπεν, ότι παρά μεν τοις Έλλησι τιμάται ελευθερία και ισότης, παρ’ αυτοίς δε νόμος ήτον να τιμώσι τον βασιλέα, προσκυνούντες αυτόν ως έμψυχον εικόνα θεού. Και χωρίς ταύτης της προσκυνήσεως είναι αδύνατον να ομιλήση τις μετά του βασιλέως. Ο Θεμιστοκλής, ο οποίος δεν ήτον ποτέ δεισιδαίμων εις παρόμοια πράγματα, όταν ημπόρει να απολαύση του ποθουμένου, υπεσχέθη να κάμη ούτω, και πεσών επί πρόσωπον έμπροθεν του Βασιλέως κατά τον Περσικόν νόμον, εφανέρωσε το όνομα, την πατρίδα, και τας δυστυχίας του. «Εγώ έκαμον, έκραξε, την αχάριστον πατρίδα μου πολλάς εκδουλεύσεις, και τώρα έρχομαι να προσφέρω αυτάς εις εσέ. Η ζωή μου είναι εις χείρας σου. Και τώρα ημπορείς να φανερώσης την ευσπλαχνίαν σου, ή να δείξης την εκδίκησίν σου. Διά μεν του πρώτου θέλεις σώσει ένα πιστόν ικέτην σον, διά δε του δευτέρου θέλεις απωλέσει τον μέγιστον εχθρόν των Ελλήνων». Ο Βασιλεύς ουδέν απεκρίνατο τότε, εθαύμασε δε υπερβαλλόντως το φρόνημα, και την τόλμην αυτού, και έδειξε πάραυθα την χαράν του επί τω συμβάντι, ειπών προς τους αυλικούς του, ότι εθεώρει τον ερχομόν του Θεμιστοκλέους ως ευτυχίαν μεγίστην, και ηύχετο να εξορίζωσιν οι εχθροί του πάντοτε τους αρίστους, και σοφούς εξ εαυτών. Η χαρά του ήτον τόση, ώστε και διά νυκτός ονειρευόμενος, ανέδραμε της κλίνης, και ανεβόησε τρις, έχω Θεμιστοκλέα τον Αθηναίον. Τω έδωκε τρεις πόλεις διά να τρέφηται, και να ζη εν αφθονία, και λαμπρότητι. Λέγουσιν ότι τοσαύτη ην η εύνοιά του εις την Περσικήν αυλήν, και τόση μεγάλη ην η περιποίησις, οπού ελάμβανεν από πάσαν τάξιν ανθρώπων, οπού καθήμενος ποτέ εις την τράπεζαν, είπε παρρησία προς την γυναίκα, και τα τέκνα του προκαθήμενα, Τέκνα, απωλόμεθ’ αν, ειμή απωλόμεθα.

[1] Βιβλιοθήκη Ιωάννου Β. Παραγυιού, Ολιβιέρου Γκολδσμιθίου, Ιστορία της Ελλάδος, σελ. 201-202, Βιέννη 1805.
[2] Θεμιστοκλής