Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

η παγκοσμιοποίηση και τα μαθήματα ελληνικών ...


Από «το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ»[1]

Οι άνθρωποι νομίζουν πως έχουν υποδουλώσει τη φύση και τα στοιχεία με τ’ ατμόπλοια και τα εξπρές τραίνα τους. Απεναντίας όμως η φύσις τώρα έχει βάλει τους ανθρώπους στο ζυγό. Άλλοτε αισθανόταν κανείς τον εαυτό του θεό σε καμμιά βαθιά κρυμμένη λαγκαδιά που δεν έβγαινε ποτέ του να κάνη ένα βήμα παραέξω από τα φρύδια της – σαν τον ποντικό στην τρύπα του. Τώρα που γινήκαμε globetrotters και πήραμε σβάρνα την υδρόγειο, κυλούμε σαν τις σταγόνες μες τη θάλασσα και στα τελευταία θα το καταλάβωμε πως δεν είμαστε τίποτα περισσότερο.

[1] το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (1867-1911) αρχίζει τον Μάϊο του 1891, όταν ζούσε, με τον αδελφό του, σ’ ένα φοιτητικό δωμάτιο της Βιέννης και τελείωνε τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή. Εκεί έζησε την πιο σημαντική και την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής του. Η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ τον διόρισε προσωπικό της συνοδό, για να έχει την ευκαιρία να μιλά ελληνικά. Το εν λόγω έργο το μετέφερε ο ίδιος στα ελληνικά και το εξέδωσε, με τον τίτλο «το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ» (1908), τον Δεκέμβριο του 1907.

[ανατυπώθηκε από το Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, σ. 116, Αθήνα 1990]

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

πολίτης και παιδεία

Η παιδεία του ήρωα και του πολίτη[1]

Ποιος είσαι συ, που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο για την τιμή και την ζωήν των υπηκόων ; Ποιος είσαι συ, που παίζεις μ’ εμάς, εδώ, σ’ αυτό τον τόπο που γεννηθήκαμε ;
Τερτσέτης, στον εισαγγελέα Μάσσων, στη δίκη του Κολοκοτρώνη.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης[2] στάθηκε φυσιογνωμία παραδειγματική για το ρόλο της πνευματικής ενέργειας μέσα στην εθνική ζωή. «Ο θάνατος του Σωκράτη», το δραματικό του έργο, που θάπρεπε να διασκευαστεί και να παιχτεί σαν θέμα ιστορικό δεν είχε διαλεχτεί στην τύχη. Τον είχε τραβήξει δυνατά η ιδέα του ανώτερου πνευματικού τύπου, που πέφτει υπέρ της πολιτείας, δείχνοντας με την πράξη του, απόλυτη πειθαρχία στο Νόμο. … Αν το συναπάντημα με τον Ιταλό ποιητή Αλφιέρι, που του χρησίμεψε για να μυηθεί στην Ιταλική λογοτεχνία, σημειώνει και τη μεγάλη στροφή του πνεύματός του προς τα γράμματα, δεν του αφήνει όμως καμμιά επίδραση τέτοια, που να τον εμποδίζει να ριχτεί στην αρχαία κλασική παιδεία. Έχει κι αυτός το κοινό γνώρισμα της πλειάδας των Εφτανήσων: Ότι αγκαλιάζει το δημοτικό λόγο, θρεμμένος από την αρχαία ελληνική μάθηση.

Δουλεύει κι αυτός για το φούντωμα της δημοτικής παράδοσης, με το διάπυρο πόθο να βάλει το πνεύμα στην υπηρεσία του έθνους. Άμεση και ζωντανή επαφή με το λαό είναι το κύριο σύνθημα του μεγάλου αυτού αγώνα.

Αυτή την ιστορία, που είναι γεμάτος από το πνεύμα της και τα μεγάλα διδάγματά της, θα την διδάξει σε λίγο, διορισμένος από τον Καποδίστρια … στους νεαρούς ευέλπιδες της σχολής του Αναπλιού. Οιστρήλατος από πατριωτικό ενθουσιασμό, εύγλωττος όσο λίγοι, προκαλούσε θύελλες από εκδηλώσεις, όταν ανέβαινε στο βήμα να δασκαλέψει τα νιάτα. … Τότε δίνει απανωτά, χρόνο με χρόνο, τις δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές, το «Φίλημα» και τον «Αρραβώνα», που σαν να πρόσθεταν μια καινούργια χορδή στη μόλις συγκροτούμενη νεοελληνική λύρα και που προκάλεσαν στων της καθαρευουσιάνικης στιχουργικής μακαρονοποιίας. Ακούγονταν, μέσα στις συλλογές αυτές οι χτύποι μιας ζεστής καρδιάς και συνάμα δειχνότανε μια βαθιά γνώση κι’ ένα ζωντανό αίσθημα του δημοτικού λόγου. Μπορούμε να επαναλλάβουμε γι’ αυτόν τον λόγο του Χάϊνε: «Μαθήτεψε στο στίχο για να βγει γερός πεζογράφος».

Μα πριν η ευγλωττία του πάρει το δρόμο του πεζού λόγου, άστραψε και φώτισε σαν μετέωρο την εποχή του το ήθος κι’ ο ατσαλένιος χαρακτήρας του. Να δασκαλέψεις ένα έθνος με το λόγο είναι κάτι ανώτερο. Να το κάμεις με την πράξη σου, με το παράδειγμά σου, είναι κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Την αφορμή να λάμψει … το διαμάντι του Τερτσέτη, έδωσε η περίφημη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα.

Ο Τερτσέτης, με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Πολυζωίδη, όχι μόνο αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα σε θάνατο, μα και δεν ανέβηκαν στην έδρα, κατά τη στιγμή της απαγγελίας της, παρά τις λόγχες και τις κοντακιές των στρατιωτών. Ο Τερτσέτης φώναξε μπροστά στο ακροατήριο:
- Το σώμα μου μπορείτε να το κάμετε όπως θέλετε, μα το στοχασμό μου, τη συνείδησή μου ποτέ δεν θα μπορέσετε να την παραβιάσετε !
Την άλλη μέρα βούιζε τ’ Ανάπλι. …

Αλλά δεν ήταν αυτό το ηρωικό κατόρθωμα του Τερτσέτη, ότι γλύτωσε δύο κεφάλια, έστω και δοξασμένα. Ούτε ίσως ότι έσωσε την ιδέα της δικαιοσύνης. Στους δούλους Αντιβασιλείας και στο έθνος ολόκληρο είχε διδάξει έναν άλλον ηρωισμό, πιο πολύτιμο και απ’ αυτόν της μάχης: τον ηρωισμό του πολίτη.

[1] Σπύρου Μέλα, Δάσκαλοι του Έθνους, της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 93 κ.επ., εκδόσεις Μπίρη.
[2] Γεώργιος Τερτσέτης, 1800-1874.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

παιδεία για τις μειονότητες ή παιδεία για όλους ;

το άτομο και οι ομάδες[1]

Σήμερα, είναι δύσκολο να εντοπίσουμε μια κοινωνία, η οποία εκδημοκρατίζεται ή είναι ήδη δημοκρατική, όπου δεν θα βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια διαμάχη σχετικά με το αν και το πώς θα πρέπει οι δημόσιοι θεσμοί να αναγνωρίζουν την ταυτότητα των πολιτισμικών και μειονεκτουσών μειονοτήτων. Τί σημαίνει για πολίτες με διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες, οι οποίες συχνά θεμελιώνονται με βάση την εθνοτική καταγωγή, τη φυλή, το φύλο ή τη θρησκεία, η αναγνώριση του γεγονότος ότι αντιμετωπίζονται στην πολιτική ως ίσοι ; Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και ως προς τον τρόπο εκπαίδευσης των παιδιών μας στα δημόσια σχολεία, καθώς και σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών και την κοινωνική πολιτική που ασκούν τα κολέγια ελευθέρων σπουδών και τα πανεπιστήμια.

Η πρόκληση αυτή είναι ενδημική στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, δεδομένου ότι αυτές έχουν δεσμευτεί ως προς την αποδοχή της αρχής της καθολικής ισότιμης αντιπροσώπευσης. Μήπως μια δημοκρατία εγκαταλείπει τους πολίτες της, ή τους αποκλείει ή εφαρμόζει εναντίον τους κάποια ηθικά προβληματική διάκριση, όταν οι βασικοί θεσμοί της αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη τους τις πολιτισμικές τους ταυτότητες ; Είναι δυνατόν οι πολίτες που έχουν διαφορετικές ταυτότητες να αντιμετωπίζονται ως ίσοι, αν οι δημόσιοι θεσμοί δεν αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερές τους ταυτότητες, αλλά μόνο κάποια κοινά καθολικά συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούνται από τις ατομικές και τις πολιτικές ελευθερίες, το εισόδημα, την ιατρική περίθαλψη και την εκπαίδευση ; Το να γίνονται όλοι σεβαστοί ως ίσοι σημαίνει και κάτι άλλο, εκτός από το να παραχωρούνται σε όλους τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που απολαμβάνουν ορισμένοι πολίτες ;

Μια εύλογη αντίδραση στο πρόβλημα της αναγνώρισης των ξεχωριστών πολιτισμικών ταυτοτήτων των μελών μιας πλουραλιστικής κοινωνίας αποτελεί η υποστήριξη της θέσης ότι το όλο ζήτημα της αντιπροσώπευσης ή του σεβασμού των εν λόγω διαφορών σε επίπεδο δημόσιων θεσμών είναι παραπλανητικό. Ένα ρεύμα του σύγχρονου φιλελευθερισμού ενισχύει αυτή την αντίδραση. Διατείνεται ότι η απουσία ταύτισης με θεσμούς που εξυπηρετούν δημόσιους στόχους και ο απρόσωπός τους χαρακτήρας αποτελούν το τίμημα που θα πρέπει να καταβάλουν οι πολίτες για να ζήσουν σε μια κοινωνία που θα τους αντιμετωπίζει ως ίσους, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή φύλου. Αυτό που προστατεύει την ελευθερία και την ισότητα μεταξύ των πολιτών, είναι η ουδετερότητα της δημόσιας σφαίρας, η οποία δεν περιλαμβάνει μόνο κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά και θεσμούς …
Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη η ελευθερία και η ισότητα που απολαμβάνουμε ως πολίτες αναφέρονται μόνο στα κοινά μας γνωρίσματα, δηλαδή στις καθολικές και μη επηρεαζόμενες από πολιτισμικές ταυτότητες ανάγκες μας για «πρωταρχικά αγαθά», όπως το εισόδημα, η ιατρική περίθαλψη, η εκπαίδευση, η θρησκευτική ελευθερία, οι ελευθερίες της συνείδησης, του λόγου και της συνάθροισης, ο σεβασμός των διαδικασιών μιας δίκαιης δίκης, το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Αυτά αποτελούν συμφέροντα που αφορούν στον καθένα, όποια κι αν είναι η φυλή του, η θρησκεία του, η εθνοτική του καταγωγή ή το φύλο του. Γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται, ούτε και πρέπει, οι δημόσιοι θεσμοί, άπαξ και μας αντιμετωπίζουν ως ελεύθερους και ίσους πολίτες, να μεριμνούν και για την αναγνώριση των ιδιαίτερων πολιτισμικών μας ταυτοτήτων.

[1] από την Εισαγωγή της Έιμυ Γκούτμαν στην «Πολυπολιτισμικότητα» του Τσαρλς Ταίηλορ, σελ 37 κ.επ., εκδόσεις Πόλις 1997.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

η διδασκαλία μέσα από το δράμα

Ιφιγένεια η εν Ταύροις[1]
Πρόλογος
ο μονόλογος της Ιφιγένειας

Ο Πέλοπας του Τάνταλου στην Πίσα ως ήρθε
με γρήγορ’ άλογα, του Οινόμαου παίρνει την κόρη
που τον Ατρέα γέννησε. Παιδιά του Ατρέα
ο Μενέλαος ήταν κι ο Αγαμέμνονας, απ’ όπου
εγώ γεννήθηκα, της Τυνδαρίδας κόρη, η Ιφιγένεια
που ως θαρρούνε, εκεί που ο Εύριπος γυρίζει
κι αέρηδες σηκώνει στο γαλάζιο κύμα,
στην Άρτεμη ο πατέρας μ’ έσφαξε, για την Ελένη,
στους ξακουσμένους κόλπους της Αυλίδας.
Χίλια καράβια ελληνικά αρματωμένα
σύναξ’ εκεί ο ρήγας Αγαμέμνονας
θέλοντας τον καλλίνικο να πάρει στέφανο
της Τροίας για τους Έλληνες, κι ακόμα
να εκδικηθεί τους ντροπιασμένους γάμους
της Ελένης προς χάρη του Μενέλαου.
Κι ως έτυχε να μη φυσούνε οι άνεμοι καθόλου,
πήγε στις μαντικές πυρές και λέει ο Κάλχας:
«Αγαμέμνονα, μπροστάρη των Ελλήνων,
δεν ξεκινούν τα πλοία απ’ τα λιμάνια,
την κόρη σου Ιφιγένεια αν δε λάβει
σφαγάτι της η Άρτεμη. Γιατί είχες τάξει
ό,τι η χρονιά καλύτερο γεννήσει,
στη φλογοφόρα θεότη να το θυσιάσεις.
Και η Κλυταιμνήστρα η γυναίκα σου τότε στο σπίτι
κόρη γεννούσε (το βραβείο της ομορφιάς σ’ εμένα
έδινε), που πρέπει να τη θυσιάσεις».
Και με τις πονηριές του Οδυσσέα με πήραν
από τη μάνα μου, στον Αχιλλέα τάχα να με παντρέψουν.
Κι ως ήρθα στην Αυλίδα η έρμη, επάνω
απ’ τη φωτιά με σήκωσαν για να με σφάξουν.
Κρυφά όμως μ’ άρπαξεν η Άρτεμις κι ένα ελάφι
στους Έλληνες, αντίς για μένα, αφήνει.
Κι απ’ το λαμπρόν αιθέρα μ’ έστειλε να μείνω
στη γη των Ταύρων, όπου ο Θόας βασιλεύει,
βάρβαρος στους βαρβάρους, φτεροπόδης
που πήρε τ’ όνομά του απ’ τη γρηγοροσύνη.
Ιέρεια μες στους ναούς ετούτους μ’ έχει βάλει και με τα έθιμα που στην θεά αρέσουν
κάνω τελετή που είναι καλό μονάχα τ’ όνομά της.
Για τ’ άλλα σιωπώ γιατί φοβάμαι τη θεά.
Στην πόλη ήταν και πριν το έθιμο να θυσιάζουν
τον Έλληνα που θ’ άραζε στη χώρα ετούτη.
Εγώ την τελετή αρχίζω, κι άλλοι νοιάζονται
τ’ ανομολόγητα μες στα παλάτια τούτα της θεάς.
Κι όσα παράξενα όνειρα μού ‘φερε η νύχτα αυτή
θα τα ειπώ στον αιθέρα μήπως ξαλαφρώσω.
Μου φάνηκε πως απ’ τη χώρα ετούτη γλίτωσα
και κατοικούσα στο Άργος και κοιμώμουν
ανάμεσα στις βάγιες και σεισμός έγινε μέγας.
Κι ως έφευγα, απέξω στάθηκα και είδα καλά
του παλατιού να πέφτει ο γύρος, και η στέγη του
να σωριάζεται στο χώμα απ’ τη ρίζα.
Ορθός μού εφάνη απόμεινε μόνο ένας στύλος
από το πατρικό και στην κορφή του κόμη
ξανθιά πετούσε, παίρνοντας μορφήν ανθρώπου.
Κι εγώ που έχω αυτή την ξενοφόνα τέχνη,
κλαίγοντας τον ράντιζα, θαρρείς πως ήταν
για να πεθάνει. Να πώς το εξηγάω:
πέθανε ο Ορέστης που άρχιζα να τον ραντίζω.
Τ’ αγόρια των σπιτιών είναι αντιστύλια.
Όσοι από μένα ραντιστούν πεθαίνουν.
Κι ούτ’ έχω συγγενείς για να τους στρέξει,
ούτε είχε ο Στρόφιος παιδί, όταν χανόμουν.
Τώρα χοές στο αδέρφι μου θέλω να κάνω,
αυτό μπορώ εγώ που ζω σ’ αυτόν που λείπει,
μαζί με τις θεραπαινίδες μου τις Ελληνίδες
που μού ‘δωσεν ο βασιλιάς. Μα γιατί τάχα
δε φάνηκαν ακόμα; Θα πάω μέσα
σ’ ετούτα τα παλάτια της θεάς που μένω.

[1] Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, σε μτφ Θανάση Παπαθανασόπουλου, Αθήνα 1994.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

η παιδεία της λεβεντιάς κι αναβλητική σωφροσύνη

τα «φώτα» των μυαλωμένων και «σπίθα» των επαναστατών[1]

Όπως αποκαλύπτουν τα κείμενα, οι περισσότεροι Έλληνες που είχαν διακριθεί στο εξωτερικό κατά την προεπαναστατική περίοδο δεν πίστευαν στην Επανάσταση. Αντίθετα, πολλοί την καταδίκασαν, χαρακτηρίζοντάς την άκαιρη, πρόωρη, ακόμα και καταστροφική. Ήταν επηρεασμένοι από το συντηρητισμό αλλά και τις φοβίες που έντεχνα καλλιεργούσε η ευρωπαϊκή απολυταρχία. Είχαν αφομοιώσει την πολιτική της. Έτσι, οι υπηρεσίες που πρόσφεραν κατά την πρώτη περίοδο του ξεσηκωμού στους αγωνιζόμενους Έλληνες – ηθικό και ενότητα – υπήρξαν κάκιστες.

Γι’ αυτούς τους διαπρεπείς Έλληνες της Διασποράς το επαναστατικό κίνημα στις Ηγεμονίες ήταν ολέθριο. Μυκτήριζαν τους Φιλικούς, καθύβριζαν τον Αλ. Υψηλάντη και πρόβλεπαν την καταστροφή – εξαιτίας τους – του Γένους. Ακόμα και ένα χρόνο ύστερα από την Επανάσταση, στην εποχή δηλαδή των μεγάλων πολεμικών θριάμβων των αγωνιστών, αυτοί οι Έλληνες της Διασποράς καταριόνταν τους πρωταγωνιστές του ξεσηκωμού. Καμμιά ψυχική επαφή με τους Έλληνες της πατρίδας.

Υποτιμούσαν τις δυνατότητες των Ελλήνων, πίστευαν ότι οι ευρωπαϊκές απολυταρχίες ήταν παντοδύναμες και αδιάσπαστες. Έμφοβοι οι ίδιοι καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια.

Ο Καποδίστριας, γράφει ο Φιλήμων, «μόνην είχε φροντίδα της προόδου του φωτισμού των Ελλήνων διά να σχηματισθώσιν ούτως άνθρωποι, οι οποίοι έμελλον να οδηγήσωσιν ακολούθως την Ελλάδα και την Διοίκησίν της. Την δε κήρυξιν του Πολέμου της ήθελε πάντοτε με την κήρυξιν ενός Ρωσικού Κινήματος κατά της Τουρκίας».

Και αλλού: «Αλλ’ αμετάπειστος ούτος (ο Καποδίστριας) εις την ενέργειαν των προτεινιμένων δραστηρίων μέτρων περετήρει: «Πρέπει πρώτον να μορφώσωμεν Έλληνας και έπειτα να κάμωμεν Ελλάδα». Εννοεί δε την προηγουμένην χρείαν να διαδοθώσι τα φώτα τουλάχιστον εις το περισσότερον μέρος τούτων και ότι από μόνην την εκπαίδευσιν δύναται να πηγάση αναγκαίως η ανάστασις του Έθνους, ως καρπός ώριμος και όχι άωρος»[2].

Τα ίδια ακριβώς και ο Αδαμάντιος Κοραής: «Το πράγμα ήρχισεν άωρον εις το έθνος το οποίον δεν έχει ακόμη αρκετά φώτα να καταλάβη τα αληθή του συμφέροντα. Και πώς να τα καταλάβωσιν, οπότε μόλις οι φωτισμένοι της Ευρώπης λαοί τα καταλαμβάνουν; Αν ήρχιζε μετά 20 χρόνους, τότε ήθελαν ευρεθείν ωριμότεροι οι καρποί της Χίου και των Κυδωνιών εξ ενός μέροτς, και από το άλλο πλειότερος ο αριθμός των σπουδαζόντνων εις την Ευρώπην …»[3]

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, τον Οκτώβριο του 1821, στο αποκορύφωμα του Αγώνα, ύστερα από την άλωση της Τριπολιτσάς και τις τόσες περίλαμπρες ελληνικές νίκες, καταδικάζει την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, που υπήρξε ο σπινθήρας του γενικού ξεσηκωμού.

Ο Μαυροκορδάτος πίστευε ότι οι Έλληνες θα αποκτούσαν την ελευθερία τους χωρίς επανάσταση και χωρίς αίματα: «Τώρα πάσχομεν όλοι και ένοχοι και μη. Λέγω ένοχοι διότι δεν ημπορώ να ονομάσω παρά ενοχήν την κακοήθειαν των ανθρώπνω εκείνων οι οποίοι, εν ω το γένος επροχώρει, και ελπίζετο ίσως και αναιμωτί η ελευθερία του μετ’ ολίγους ενιααυτούς, επετάχυναν δι’ ίδια τέλη το πράγμα, εν ω το γένος ήτο ανέτοιμον».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21, τ. Β΄, σ. 485-486, Αθήνα 1980.
[2] Η είδηση για την Επανάσταση στις Ηγεμονίες, γράφει ο Παπαδόπουλος Βρετός, «κατέθλιψε την ευαίσθητη ψυχή του Καποδίστρια»: «Να,», είπε, «που μια πρόωρη επανάσταση θα καταστρέψει όλους τους κόπους μου για την μελλοντική της ευτυχία». Προέβλεπε, παρατηρεί ο Βρετός, ότι οι Τούρκοι, αφού αποκαθιστούσαν την εξουσία τους «θα έκλειναν τα σχολεία από όπου το ελληνικό έθνος ανλούσε τα φώτα, που με τον καιρό θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή και την πολιτική του αναγέννηση». Πριν από την Επανάσταση ο Καποδίστριας εξαρτούσε την τύχη των Ελλήνων από τη Θεία Πρόνοια. Απαράλλακτα όπως ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Κάστλρη: «Η μόνη που καθορίζει τις τύχες των εθνών», έγραφε το 1819.
[3] Επιστολές, επιμ. Γ. Βαλέτα, σ. 278.