Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

αλήθειες και παραμύθια

Στου Διαβόλου την Μάνα[1]

Ο φτωχός είχεν γυναίκαν και πέντε παιδιά και ο πλούσιος ήτον άκληρος και ζαβός, μ’ ένα μάτιν. Ο φτωχοπατέρας επείναν, εδούλευεν αφ’ το τάχυ ως τα σκοτάδια και πάλιν, πώς να θρέψει τόσα στόματα ; Μιαν ημέραν, στην μεγάλην του απορπισιάν, σκύβει και λε του γυιου του τού μεγάλου :

«Άμε γυιε μου, στου θειου σου τού πλούσιου και πε του «Καλέ θείε, δω μας κάνα φλουρίν δανεικόν και α σου το ξεπλερώσω δεκαπλάσιον άμα πια μεγαλώσω»».

Τούδωκεν, με τη γκρίνα. Το τρώνε κι απέ, ξαναπά. Πάλι τα ίδια.

Μα την τρίτην φοράν του λε ο μονόφθαλμος. «Άμα εν ήθελεν ο κύρης σου τις γλύκες και τους μπελάες, ας μην εγαργάλιεν τη μάναν σου οπίσω από τον φούρνον. Τώρα θε φλουριά να σας ταΐσει. Ας πα στου διάολου τη μάναν, και κει θάβρει μπερικέτι». Και τονε διώχνει.

Το λε ο γυιος του κυρού, θυμώνει αυτός και λε :

«Γυναίκα, αφού ο κερατάς ο αδερφός μου, πούχει ψυχήν σαν την πέτραν, λε να πάω στου διαβόλου την μάναν για να σας ταΐσω, θα πάω κι ό,τις έβγει».

[1] Χιώτικα Παραμύθια, συλλογή υλικού Ν. Γιαλούρης, εκδόσεις Πάπυρος 2001.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

η διδαχή του μύθου

Έθνος ανάδελφο[1]

Έπεσε σε βαθιά συλλογή ο γέρος, κι’ ύστερα είπε :

- Δεν πιστεύω νάν’ έτσι, και τρέμω, τέκνο μου. Τρέμω γιατί τούτη τη φορά το έθνος μας είναι σε κίνδυνο μεγάλο. Αν νικήσει ο Γερμανός, κι’ αν ο Βούλγαρος είναι σύμμαχός του, που θάναι, τότε τον τόπο θα τον ορίζει εκείνος που από αιώνες εχθρεύεται τον Έλληνα. Θα τον ρημάξει τον τόπο ο Σλαύος, θα τον ανασκάψει. Και το κακό είναι, γιε μου, πως εμείς είμαστε μόνοι, δεν έχουμε αδέρφια και ξαδέρφια. Όποιο λαό κι’ αν πάρεις, θα δεις πως είτε από τον ένα είτε από τον άλλο δεσμό, έχει οικογένεια. Αγγλοσάξονες, Σλάβοι, Σκανδιναβοί, Μουσουλμάνοι, είναι μεγάλες οικογένειες, άλλοτε πιο αγαπημένες, άλλοτε λιγότερο, κι’ αν γονατίσει ο ένας αδερφός, θα υπάρχουν οι άλλοι. Ο Ελληνισμός δεν έχει οικογένεια. Είναι μόνος, Κι’ ακόμα χειρότερο, τα θεόρατα κλαριά που για αιώνες είχε σ’ όλα τα Βαλκάνια, στη Μικρά Ασία και ως και στη Μαύρη Θάλασσα, για πρώτη φορά ξεράθηκαν και πάνε. Κλαράκια έμειναν μοναχά, που δε σηκώνουν βάρος. Πού είναι το Μοναστήρι, πού η Στενήμαχο κι’ η Φιλιππούπολη, πού η Πόλη και η Σμύρνη !; Αναπάντεχα και ξαφνικά ήταν στις μέρες μας ν’ αλλάξει η μορφή του Έθνους. Τελείωσε το ξάπλωμα, το μεγάλο ξάπλωμα. Συμμαζευτήκαμε για πάντα σε τούτη δω τη ράχη. Κι’ αν για κάμποσα χρόνια διαγουμίζει ο Σλάβος τούτη τη μόνη γη που κατέχουμε, τί θα απομείνει απ’ αυτό το λαμπερό όραμα του Ελληνισμού ; Ποτέ δε φοβήθηκα τόσο γιε μου.

[1] Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα, «Η φωνή της Γης», σ. 79-80, εκδόσεις Εστία.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

από την διδασκαλία του Ιωάννη

Αποκάλυψη[1]

Και ο έκτος (άγγελος) έχυσε το τάσι του στο μεγάλο ποταμό, τον Ευφράτη, και στέγνωσαν τα νερά του για να ετοιμαστεί ο δρόμος στους βασιλίαδες της Ανατολής.

Και τότες είδα από το στόμα του θηρίου κι από το στόμα του ψευτοπροφήτη να βγαίνουν τρία πνεύματα ακάθαρτα σαν τα βατράχια.

Τούτα είναι πνεύματα δαιμονικά, που κάνουν τερατουργίες και πάνε να μαζέψουν τους βασιλιάδες όλης της οικουμένης για τον πόλεμο της μεγάλης μέρας του Θεού του Παντοκράτορα.

Έρχομαι σαν τον κλέφτη. Μακάριος όποιος ξαγρυπνά και κρατάει τα ρούχα του για να μην περπατά γυμνός και φαίνεται η ντροπή του.

Τους μάζεψαν στον τόπο που λέγεται εβραϊκά Αρμαγεδών.

Και ο έβδομος άχυσε το τάσι του στον άερα, και βγήκε μια δυνατή φωνή από το ναό κι από το θρόνο και είπε : «Έγινε !»

Κι έγιναν αστραπές και φωνές και βοντές και σειεμός μεγάλος, τέτοιος που δεν ακούστηκε από τον καιρό που γεννήθηκε ο άνθρωπος επί γης, τόσο μεγάλος σεισμός.

Και κόπηκε η μεγάλη πολιτεία σε τρία κομμάτια, κι οι πολιτείες των εθνών γκρεμίστηκαν. Και η μεγάλη Βαβυλώνα, τότε θυμήθηκε ο Θεός να της δώσει το ποτήρι του θυμωμένου κρασιού της οργής του.

Κι έφυγε το κάθε νησί και χάθηκαν τα βουνά.

Και χαλάζι χοντρό ωσάν το τάλαντο έπεσε από τον ουρανό πάνω στους ανθρώπους. Και βλαστήμησαν οι άνθρωποι το Θεό για την πληγή αυτής της χάλαζας. Ήταν αλήθεια πληγή πολύ μεγάλη.

[1] από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη, σ. 127-129, εκδόσεις Ίκαρος 1995.