Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

μαθήματα πολιτικής ιστορίας

Το άσπρο άλογο[1]

Ποιο είναι το δαιμόνιο που κρατάει πίσω, καθηλωμένον στην καθυστέρηση, τον τόπο μας ;

Είναι το λάθος «κράτος». Δεν το συγκροτήσαμε οι Έλληνες, οι πρόγονοί μας που επαναστάτησαν ενάντια στους Τούρκους. Το έφτιαξαν για λογαριασμό μας οι Βαυαροί. Είναι κράτος τεχνητό, δεν προέκυψε από τις δικές μας ανάγκες και τους δικούς μας ιστορικούς εθισμούς. Μας επέβαλαν θεσμούς, σχήματα και τρόπους συλλογικής συνύπαρξης που είχαν φτιαχτεί για άλλες κοινωνίες, με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικό ψυχισμό. Και αυτό το ξένο κράτος το καλοδεχτήκαμε ξυπασμένοι, επειδή ήταν «μοδέρνο», ήταν απομίμηση των «λελαμπρυσμένων και πεφωτισμένων της Εσπερίας κρατών». Διακόσια χρόνια λοιπόν ζούμε ως μεταπράτες σε κράτος μεταπρατικό, παραιτημένοι από αυτό που πραγματικά είμαστε, από κάθε συνείδηση ετερότητας. Πιθηκίζουμε ό,τι είναι ξένο. Γι’ αυτό είμαστε και θα είμαστε πάντα καθυστερημένοι, πάντα δεύτεροι και με τη μειονεξία του επαρχιώτη, όπως όλοι όσοι μόνο μιμούνται παθητικά. Εκτός αν κάποτε συμβεί – πολύ απίθανο – να αναπλάσουμε το κράτος μας ριζικά, για να υπηρετεί τις κοινωνικές μας ανάγκες, τη δική μας ιδιαιτερότητα. Να μην είναι εχθρός και αντίπαλος του πολίτη το κράτος, αλλά λειτουργός διακονίας των αναγκών του.

[1] Χρήστου Γιανναρά, «Η Κατάρρευση», σ. 292-293, εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2008.

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

το μάθημα που διδάχθηκε η Ευρώπη

Οι καταπεπονημένοι Έλληνες, η αντίνομη Ευρώπη και ο ανθρωπισμός[1]

Αν η Ευρώπη στάθηκε και στέκεται ακόμα αντίνομη και ανεξάρτητη από το πνεύμα και το βίωμα της ασιατικής εμπειρίας, αυτό το χρωστά πρωταρχικά από την αρχαιότητα ως το 1453 και μετά, στο καθημερινό ανδραγάθημα της ελληνοποτισμένης ψυχής που σαν ελεύθερος ελληνισμός ακόμα και ελληνισμός πολιορκημένος, δρα και μάχεται μέσα στους αιώνες. Αυτής της ψυχής, που μέσα στις αντιξοότητες ορθώνεται, θυμάται και ζει τα λόγια του αθάνατου ποντιακού τραγουδιού που διαλαλεί η Ρωμανία κι αν πέρασε ανθεί και φέρει κι άλλο. Δηλαδή αθάνατη είναι η ρίζα του ελληνισμού του χθες, του σήμερα και του αύριο.

Ας δούμε όμως πιο είναι αυτό το πανάρχαιο ηθικό και πνευματικό μάθημα που φέρει την σφραγίδα της Ευρώπης, μάθημα που στεριώνει τους Έλληνες ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της μακραίωνης ιστορίας τους. Είναι το μάθημα που διδάχθηκε και διδάσκει τώρα σύσσωμη η Ευρώπη στον πάντα κόσμο, ακόμα και σ’ αυτούς που πρώτοι το θεμελίωσαν και γι’ αυτό ίσως και πρώτοι το καταπάτησαν, να πω απλά το λησμόνησαν και κάποτε το αποχωρίστηκαν. Εννοώ βέβαια τους καταπεπονημένους Έλληνες. Το μάθημα το είπαν «ανθρωπισμό, σεβασμό των συνανθρώπων». Να τονίσω ότι η λέξη «συνάνθρωπος» είναι μονάχα ελληνική, δεν βρίσκεται σε καμία άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα. Σεβασμό του ανθρώπου από τον άνθρωπο, δηλαδή ανθρωπιά, το ονόμασαν τεχνικά κάπως για την διοίκηση των κοινών «δημοκρατία» και αυτό παρ’ όλες τις παρεκκλίσεις που γνώρισε το είδος αυτό της πολιτείας, τόσο στην αρχαιότητα όσο και αργότερα. Να θυμίσω συμπτωματικά ότι ο όρος «Δημοκρατία» σημαίνει στο Βυζάντιο αναρχία και οχλοκρατία που θάπρεπε να παταχθεί με κάθε τρόπο. Το είπαν τέλος πνευματική ελεύθερη σκέψη και παιδεία. Και αυτό παρά την λογοκριτική πολιτική της αρχαίας πολιτείας που τόσο ανάγλυφα μαρτυρεί η ύπαρξη τυραννίας, ολιγαρχίας αλλά ακόμα και η λογοκριτική πολιτική της ίδιας της δημοκρατίας όπως το δείχνει η καταδίκη του Σωκράτη από την Αθήνα.

[1]Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, «Ελληνισμός και Ευρώπη», σ. 22-23, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1995.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

μαθήματα σοφιστικής

Πλάτων
Σοφιστής [231 d, e - 232 a]*

Ξένος: ... ας ξαναστοχαστούμε πόσο λογιώ μα παρουσιάστηκεν ως τώρα ο σοφιστής. Μου φαίνεται λοιπόν πως την πρώτη φορά βρήκαμε, πως είναι μιστοεισπράχτορας κυνηγός σε νέους και πλούσιους ανθρώπους.
Θεαίτητος: Ναι.
Ξένος: Και τη δεύτερη φορά ένα είδος έμπορας στα μαθήματα της ψυχής.
Θεαίτητος: Πολύ σωστά.
Ξένος: Και την τρίτη φορά δε μας παρουσιάστηκε σαν ένας λιανοπουλητής σ' αυτά τα ίδια τα μαθήματα ;
Θεαίτητος: Ναι ! Και την τέταρτη φορά μας φάνηκεν, αν θυμάμαι καλά, σαν ένας επαγγελματοβιοτέχνης στα μαθήματα.
Ξένος: Σωστά το θυμήθηκες. Και τί μας φάνηκε την πέμπτη φορά εγώ θα προσπαθήσω να το θυμηθώ. Είτανε, μου φαίνεται, αθλητής της λογομαχίας, έχοντας για ειδικότητα τις αντιλογικές συζητήσεις.
Θεαίτητος: Ναι ! Αυτό είτανε.
Ξένος: Και την έχτη πάλι φορά παραδεχτήκαμε με κάποιες αμφιβολίες και με κάποια συγκατάβαση, πως είναι καθαριστής της ψυχής από σφαλερές δοξασίες, που γίνουντ' εμπόδιο στη μάθηση.
Θεαίτητος: Πολύ σωστά.
Ξένος: Μα δε στοχάζεσαι άραγες, πως όταν ένας παρουσιάζεται για επιστήμονας σε πολλά και διάφορα, εμείς όμως τον ονομάζουμε με τ' όνομα μόνο μιανής τέχνης, έχουμε μπροστά μας κάποιο φαινόμενο, που δεν είναι κανονικό ; Δεν είναι φανερό, πως όποιος παθαίνει αυτό το πάθημα σχετικά με κάποια τέχνη, δεν μπορεί να ιδεί καθαρά εκείνο το σημείο όπου όλες αυτές οι γνώσεις αποβλέπουνε και γι' αυτό δίνει, σ' εκείνον που τις κατέχει πολλές ονομασίες αντίς μια ;
Θεαίτητος: Φαίνεται, πως κάτι τέτιο γίνεται πραγματικά.

*σε μετάφραση Δημήτρη Γλυνού, εκδόσεις "Δαίδαλος" Ι. Ζαχαρόπουλος

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Βυζαντινά διδάγματα

περί της οικουμενικότητας[1]

Το Βυζάντιο δεν ήταν πια παράγοντας στη διεθνή πολιτική και ο αυτοκράτοράς του δεν μπορούσε να διατηρήσει τη θέση του ως η κορυφή στην ιεραρχία των χριστιανών ηγεμόνων. Ακόμη και η Μόσχα, που έμενε πιστή στις παραδόσεις, αρνήθηκε τον υποτελή των Τούρκων ως κληρονόμο του Μ. Κωνσταντίνου και πνευματική κεφαλή του ορθόδοξου κόσμου. Ο μέγας δουξ Βασίλειος Α΄, ο γιος του πανίσχυρου νικητή των Τατάρων Δημητρίου Ντονσκόι, απαγόρευσε τη μνεία του βυζαντινού αυτοκράτορα στις ρωσικές Εκκλησίες και καθιέρωσε τη φράση: «Εκκλησία έχομεν ημείς, βασιλέα δε ούτε έχομεν, ούτε λογιζόμεθα». Ο ηγεμόνας της ανερχόμενης ρωσικής αυτοκρατορίας διατήρησε άθικτα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελληνικής Εκκλησίας, ενώ αντίθετα δεν μπορούσε πια να δεχθεί την ιδέα του πρωτείου του ταπεινωμένου βυζαντινού αυτοκράτορα. Ήταν φανερό ακόμη μια φορά, όπως άλλωστε γινόταν συχνά στις τελευταίες δεκαετίες της βυζαντινής ιστορίας, ότι το κύρος της βυζαντινής Εκκλησίας ήταν πιο ισχυρό στις ορθόδοξες χώρες απ’ όσο το κύρος του βυζαντινού κράτους. Η βυζαντινή διαμαρτυρία στη Μόσχα διατυπώθηκε πολύ γρήγορα, δεν έγινε όμως από τον αυτοκράτορα αλλά από τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Ενώ άλλοτε η βυζαντινή Εκκλησία στηριζόταν στην αυθεντία του πανίσχυρου κράτους απέναντι στον εξωτερικό κόσμο, αντίθετα τώρα το κύρος του πατριάρχη ήταν που στήριξε τη διεθνή θέση της αυτοκρατορίας. ... Δεν ήταν πια το κράτος που προστάτευε την Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία το κράτος. Καθώς έγραψε ο πατριάρχης Αντώνιος προς τον μέγα Δούκα Βασίλειο Δημητρίεβιτς: «Ουδέν ουν ένι καλόν, υιέ μου, ίνα λέγης, ότι εκκλησίαν έχειν και βασιλέα ουκ έχειν, η γαρ βασιλεία και η εκκλησία πολλήν ένωσιν και κοινωνίαν έχει, και ουκ ένι δυνατόν, απ’ αλλήλων διαιρεθήναι ... άκουσον γαρ και του κορυφαίου των αποστόλων, Πέτρου, λέγοντος εν τη πρώτη των καθολικών επιστολών: ‘‘τον Θεόν φοβείσθε, τον βασιλέα τιμάτε’’, ουκ είπε, τους βασιλείς, ίνα μη τις υπολάβη τους ονομαζομένους βασιλείς σποράδην εις τα έθνη, αλλά τον βασιλέα, δηλών, ότι εις έστιν ο καθολικός βασιλεύς ... ει γαρ και άλλοι τινές των χριστιανών όνομα βασιλέως εαυτοίς επεφήμισαν, αλλά παρά φύσιν εισίν εκείνα πάντα και παράνομα και τυραννίδι και βία μάλλον γινόμενα. Τίνες γαρ πατέρες ή ποίαι σύνοδοι και τίνες κανόνες πεί εκείνων λέγουσιν ; αλλά περί του φυσικού βασιλέως άνω και κάτω βοώσιν, ου και αι νομοθεσίαι και αι διατάξεις και τα προστάγματα στέργονται κατά πάσαν την οικουμένην, ου και μόνον μνημονεύουσιν οι χριστιανοί πανταχού, και ου άλλον τινός».

Ποτέ ως τώρα δεν είχε εκφρασθεί με τόσο μεγάλη έμφαση και τέτοια πύρινη ευγλωττία η αντίληψη για τον ένα οικουμενικό αυτοκράτορα, όπως έγινε στην επιστολή αυτή, την οποία ο πατριάρχης έστειλε στη Μόσχα από την αποκλεισμένη από τους Τούρκους Κωνσταντινούπολη. Ως την τελευταία στιγμή και παρόλες τις δοκιμασίες, οι Βυζαντινοί διατήρησαν με εμμονή το δόγμα, ότι ο ηγεμόνας τους ήταν ο μοναδικός νόμιμος αυτοκράτορας και κατά συνέπεια η φυσική κεφαλή της χριστιανικής οικουμένης.

[1] Γκεόργκ Οστρογκόρσκυ, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τ. Γ΄, σ. 254-256, ιστορικές εκδόσεις Στ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1993.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

ιστορικά μαθήματα

Έτσι άρχισε η Επανάσταση[1]

Στις 13 Απριλίου 1821 ο αναπληρωτής του προξένου Θωμά Παρνέλ, γραμματέας του προξενείου Σολαίρ, σε αναφορά του προς τον πρεσβετή της Ολλανδίας στην Κωνσταντινούπολη Γκασπάρ Τέστα, εκθέτει ημερολογιακά γεγονότα που έζησε στην επαναστατημένη Πάτρα, αρχίζοντας από τις 23 Φεβρουαρίου 1821.

«Στις 23 Φεβρουαρίου, αφού οι Έλληνες ραγιάδες της Πάτρας αρνήθηκαν ανοιχτά να πληρώσουν το χαράτσι και τους άλλους φόρους κατά την παλιά συνήθεια, μια υπόκωφη αναταραχή άρχισε ανάμεσά τους. Από την πλευρά των Τούρκων εκδηλώθηκε ανησυχία. Ο μεγαλύτερος αριθμός των Οθωμανών προεστών συγκεντρώθηκε στην κατοικία του αρχιεπισκόπου. Το βράδυ γύρισαν όλοι ήσυχα στα σπίτια τους. Οι φόροι όμως δεν πληρώθηκαν. Στις 27 ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός, ύστερα από πρόσκληση του πασά της Τριπολιτσάς εγκατέλειψε την Πάτρα με την Αυλή του και τον γενίτσαρο φρουρό του.
... Επτανησιακές οικογένειες έφυγαν για τα Ιόνια. Στις 28 μάθαμε ότι ο αρχιεπίσκοπος, ενώ βρισκόταν στη μέση του δρόμου προς την Τριπολιτσά, έστειλε στον πασά τον γενίτσαρο με εντολή να του πει ότι οι Έλληνες ζητούν να αποτινάξουν το ζυγό και τη δουλεία της Υψηλής Πύλης. Ο αρχιεπίσκοπος πήρε τότε το δρόμο των Καλαβρύτων κι’ από κει, μαζί με τον επίσκοπο Χριστιανουπόλεως και τους προεστούς των Καλαβρύτων, της Βοστίτσας και της Πάτρας κλειστηκε στο μοναστήρι Μέγα Σπήλαιο. Ο γενίτσαρος, αφού προχώρησε τέσσερα μίλια, σκοτώθηκε από Έλληνες.
... 1 Μαρτίου. Οι Τούρκοι της Πάτρας άρχισαν να μεταφέρουν τα πολύτιμα πράγματά τους στο φρούριο.
... Στις 2 οι ραγιάδες άρχισαν κι’ αυτοί να εγκαταλείπουν την Πάτρα.
... Στις 3 η οικογένεια του κ. Ανδρέα Κοντογούρη, προξένου της Πρωσίας επιβιβάσθηκε για την Κεφαλονιά, την πατρίδα του. Η αναχώρηση αυτής της οικογένειας με ανησύχησε. Ειδοποίησα τον κ. Παρνέλ για την κρίσιμη κατάσταης των υποθέσεων της Πάτρας.
... Στις 4 η εξέγερση έγινε πιο σοβαρή. Οι Τούρκοι μετέφεραν όλα τα υπάρχοντά τους στο κάστρο και στις 6 τις οικογένειές τους.
... Στις 7 Μαρτίου εμφανίστηκαν στην πόλη Έλληνες ραγιάδες οπλισμένοι με πιστόλες και γιαταγάνια.
... Στις 8 Μαρτίου μεγάλος αριθμός καλά αρματωμένων Επτανησίων ανελαβαν τη φρούρηση των προξενείων της Ρωσίας, της Πρωσίας, της Αυστρίας και της Σουηδίας.
... Στις 11 οι Έλληνες φόρτωσαν τα υπάρχοντά τους και εμπορεύματα για τα Ιόνια, τον κόλπο της Ναυπάκτου και τα χωριά της Πάτρας.
... Στις 12 ο βοεβόδας, μαζί με άλλους Τούρκους προεστούς, πήγε στο προξενείο της Ρωσίας και ρώτησε για τους ένοπλους Έλληνες που φρουρούσαν το κτίριο, καθώς και τα άλλα προξενεία. Ο προξενος της Ρωσίας απάντησε ότι αυτό έγινε για ασφάλεια από τις ταραχές που συχνά συμβαίνουν στην Τουρκία.
... Στις 14 οι Τούρκοι άρχισαν περιπολίες στην πόλη, μέρα και νύχτα.
... Στις 15 πήρα γράμμα του κ. Παρνέλ με εντολή να πουλήσω τα μεγάλα έπιπλα και να μπαρκάρω με τα άλλα για τη Ζάκυνθο. Το πρώτο ήταν αδύνατο εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, για το δεύτερο δεν υπήρχαν χρήματα να ναυλώσω το καράβι.
... Στις 18 οι γραμματείς και οι άλλοι προξενικοί υπάλληλοι κατέφυγαν στα κτίρια των προξενείων τους.
... Στις 19 Μαρτίου, ύστερα από συμβουλή των προξένων της Γαλλίας και της Αγγλίας Πουκεβίλ και Γκρην, αποσύρθηκα με την οικογένειά μου στο προξενείο της Ολλανδίας.
... Στις 20 οι ραγιάδες έστειλαν τις οικογένειές τους στα προξενεία. Ο πρόξενος της Γαλλίας δέχτηκε πολύ κόσμο. Της Αγγλίας κανέναν. Όλα τα καταστήματα, ακόμα και των τροφίμων, είναι κλειστά.
... Στις 21 ο μπουλούκμπασης, με διαταγή του βοεβόδα, επισκέφθηκε τα προξενεία και πρόσφερε ενίσχυση με γενίτσαρους για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων ταραχών. Όλοι οι πρόξενοι απάντησαν ότι είναι αρκετός ο ένας γενίτσαρος φρουρός που υπηρετούσε κανονικά στα προξενεία. Επειδή οι Τούρκοι ήξεραν πως οι Επτανησιώτες πρόξενοι της Ρωσίας, της Πρωσίας, της Σουηδίας και της Αυστρίας είχαν ανάμιξη στην εξέγερση των ραγιάδων έστειλαν στις 22 το πρωί έναν αγά στο γαλλικό προξενείο και ζήτησαν σύσκεψη όλων των προξένων, με σκοπό να πεισθούν οι Έλληνες πρόξενοι να σταματήσουν τις ταραχές και να καταθέσουν οι ραγιάδες τα όπλα που κρατούσαν αντίθετα με τα καθιερωμένα. Πραγματικά, στις 11 το πρωί συγκεντρώθηκαν κανονικά και ο Γάλλος προξενος έθεσε το ζήτημα. Οι Έλληνες πρόξενοι απάντησαν πως δεν γνωρίζουν τίποτα, πως δεν είχαν καμμιά ανάμιξη και πως δεν ασκούσαν καμμιά εξουσία πάνω στους ραγιάδες. Οι πρόξενοι της Αγγλίας, της Ισπανίας και εγώ δεν είπαμε λέξη. ...
... Τέλος στις 3 και 45 οι Τούρκοι προσπάθησαν να πυρπολήσουν τις κατοικίες του αρχιεπισκόπου και του Παπαδιαμαντόπουλου. Αλλά επειδή αυτά τα σπίτια ήταν κλειστά και καλοφρουρημένα οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στις κατοικίες του Γκρίτσο (;) και του Γ. Καλαμογδάρτη, γαμπρού του αρχιεπισκόπου. Μόλις φάνηκε καπνός οι Τούρκοι του κάστρου έρριξαν μερικές μπάλες κανονιού πάνω στα σπίτια του αρχιεπισκόπου και του Παπαδιαμαντόπουλου. Αμέσως βγήκαν οι Επτανήσιοι από τις κρυψώνες τους. Ακούγοντας τις κανονιές και το τουφεκίδι βγαίνω στο παράθυρο και βλέπω ότι οι πρόξενοι της Γαλλίας και της Ισπανίας είχαν υψώσει σημαίες στα κτίρια. Ύψωσα κι εγώ τη σημαία της ΑΜ του Βασιλιά των Κάτω Χωρών ... Τότε μόνο πρόσεξα ότι το προξενείο της Ρωσίας, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το δικό μας, ήταν γεμάτο από ενόπλους που πυροβολούσαν πολύ πυκνά από τα παράθυρα εναντίον των Τούρκων, καθώς αποσύρονταν προς το κάστρο.
...
Όλες οι γυναίκες άρχισαν να κλαίνε και να ουρλιάζουν φριχτά ενώ βροντούσαν τα κανόνια, τα τουφέκια και οι πιστόλες και η πυρκαγιά όλο και προχωρούσε. Πιστεύω ότι η Δευτέρα Παρουσία θα είναι λιγότερο φριχτή και φοβερή από εκείνη τη νύχτα. Βρισκόμουν σε σύγχυση, σε αδιέξοδο και απελπισία. Ξημερωθήκαμε μέσα σε τρομακτική αγωνία.
... την αυγή της 23 Μαρτίου ο φίλος μου κ. Γκουμπερνάτις από τη Nisse, που βρισκόταν στο ισπανικό προξενείο, με ειδοποίησε ότι όλοι οι πρόξενοι ήταν έτοιμοι να μπαρκάρουν ... Πήρα μόνο τα αρχεία του προξενείου και τα πιο πολύτιμα πράγματά μου. Μπαρκάραμε για το Μεσολόγγι.

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Α΄τ., σ. 196 κ.επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.