Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

μαθήματα οικονομίας

Το συμμετοχικό κράτος[1]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν η συζήτηση για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης ήταν εξαιρετικά ζωντανή και ακολουθούσε την επικαιρότητα των ιδεολογικών ρευμάτων της εποχής, διατυπώθηκε, κυρίως στην Γαλλία, η θεωρητική κατασκευή του συμμετοχικού κράτους[2]. Σε μια χώρα που αρχικά διαμόρφωσε το παραδοσιακό συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης και στη συνέχεια ανέπτυξε το αντίβαρό του – μια ισχυρή και εκτεταμένη αποκεντρωτική διοικητική δομή – ήταν φυσικό να παρουσιασθεί η αποκέντρωση ως η απόλυτη λύση για τα μειονεκτήματα και τα αδιέξοδα της γραφειοκρατικής τελμάτωσης του διοικητικού μηχανισμού[3].

Ως αντίδοτο … στα συμπτώματα παρακμής ενός πολύπλοκου και μονολιθικού ιεραρχικού διοικητικού μοντέλου προτάθηκε ένα κράτος που θα διανείμει ακόμη περισσότερο τις κρίσιμες και αποφασιστικές εξουσίες. Την πραγματική εξουσία επί των δημοσίων υποθέσεων θα αναλάμβαναν διοικητικά σχήματα, τα οποία θα βρίσκονταν όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα προβλήματα που είχαν ανάγκη αντιμετώπισης. Η αποκέντρωση, πέραν της πολιτικής συμμετοχικής νομιμοποίησης και της τεχνικής θεμελίωσης, που απολάμβανε στην Γαλλία, άρχισε να αποκτά ακόμη πιο σημαντική θεωρητική καταξίωση και αποδοχή[4].

Ωστόσο, με τις συγκεκριμένες θέσεις προτάθηκε μια τέτοια ενδυνάμωση του αποκεντρωτικού μοντέλου, ώστε το κράτος – η κεντρική διοίκηση – να διατηρεί αποκλειστικώς έναν συντονιστικό και καθαρά επιτελικό ρόλο. Το «επιτελικό» αυτό κράτος αποτυπώθηκε στην θεωρία με την χαρακτηριστική ορολογική σύζευξη του συμμετοχικού κράτους.

Η θεωρητική κατασκευή του συμμετοχικού κράτους … είναι σημαντικά επηρεασμένη από έναν άλλο κλάδο του δικαίου. Το κεντρικό κράτος, που διατηρεί μόνον μια γενική κατεύθυνση και εποπτεία των υποθέσεών του, προσομοιάζει σε ένα εταιρικό μόρφωμα, που ανέπτυξε το εμπορικό δίκαιο για να αποδώσει έναν τύπο κεφαλαιουχικής εταιρείας, η οποία είχε ήδη μεγάλη απήχηση και εφαρμογή την ίδια εποχή, λόγω της ανάπτυξης των πολυεθνικών εταιρειών. Ήταν η εταιρεία, η οποία εκ του σκοπού της δεν ασκεί η ίδια αμέσως καμία εμπορική δραστηριότητα, αλλά μοναδική της λειτουργία είναι ο έλεγχος άλλων εταιρειών[5]. Αποκλειστικός σκοπός μιας τέτοιας εταιρείας ήταν η απόκτηση της κυριότητας του συνόλου ή μέρους των μετοχών άλλων εταιρειών και συνήθως η διατήρηση του ελέγχου επί των εταιρειών αυτών. Ο όρος που απέδιδε της ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν αυτός της συμμετοχικής εταιρείας[6].

Με την εφαρμογή των μετοχοποιήσεων των δημοσίων επιχειρήσεων και των οιονεί αποκρατικοποιήσεων μέσω χρηματιστηρίου, οι οποίες άφησαν στο κράτος εταιρικές συμμετοχές σε πολυάριθμες εταιρείες, καλλιεργήθηκε μια νέα κρατική δραστηριότητα, αυτή της διαχείρισης των εν λόγω συμμετοχών. Το κράτος … διαθέτει την πλειοψηφία των μετοχών και διατηρεί τον έλεγχο σε πλήθος εταιρειών, οι οποίες λειτουργούν σε απόλυτη και ανεξαίρετη συμφωνία με το νομικό καθεστώς των ιδιωτικών εταιρειών. Το έλεγχο αυτό τον ασκεί με μεθόδους του εταιρικού δικαίου, χωρίς να αναμιγνύεται το ίδιο στον τρόπο άσκησης της δραστηριότητας, ακόμη κι αν αυτή εμπίπτει σε τομείς κοινωφελείς ή στρατηγικούς ή ζωτικής σημασίας.

[1] Απόσπασμα από το άρθρο του Αθανασίου Τσιρωνά, υπό τον τίτλο «Θεσμικές αλλοιώσεις της δημόσιας επιχείρησης. Από το κράτος επιχειρηματία στο κράτος επενδυτή», Νομικό Βήμα, τ. 58, τεύχος 4, Μάιος 2010.
[2] M. Massenet, La nouvelle gestion publique pour un Etat sans bureaucratie, 1975, σ. 145 επ.
[3] Π. Παυλόπουλου, Μαθήματα Διοικητικής Επιστήμης, τ. Ι, 1983, σ. 89 επ.
[4] G. Timsit, Τα νέα πρότυπα διοικήσεως (Les nouveaux modeles d’ administration), σε μετάφραση Γ. Μαρκουλάκη, ΔιοικΜετ 1980, 9 επ. και ιδίως 38 επ.
[5] Ε. Περάκη, Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας, τ. ΙΙ, 1991, σ. 369 επ.
[6] «εταιρεία – holding»

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Ποντιακά

Μαθήματα από την ελληνοτουρκική συμβίωση[1]

Η άλωσις της Τραπεζούντος και η διάλυσις του Κράτους αυτής εθρηνήθη υπό του Ποντιακού Ελληνισμού, όστις όμως δεν έχασε την ελπίδα του ότι θα έλθη ημέρα δόξης και ελευθερίας:

Αλλοί εμάς και βάϊ εμάς, πάρθεν η Ρωμανία,
μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαιγνε τα μοναστήρια
κι άϊ Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
- Μην κλαις, Άι Γιάννη μου, και μη δερνοκοπιέσαι.
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Ο Πόντος, ευρισκόμενος εγγύτερον προς μεγάλας μάζας Τούρκων και Τουρκομάνων, εμαρτύρησε περισσότερον των άλλων Ελλήνων. Τα καθημερινά βάσανα των Ποντίων ηνάγκασαν πολλούς να εξισλαμισθούν, ίσως τους πλουσιωτέρους, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν την περιουσίαν των. Άλλοι ηναγκάσθηκαν να φύγουν, άλλοι δε να προσποιηθούν ότι έγιναν Μουσουλμάνοι, ενώ κρυφά ελάτρευαν την πάτριον θρησκείαν. Η εξισλάμισις δεν έγινεν αμέσως μετά το 1461, αλλά και αργότερα εις δυσκόλους περιστάσεις. Επίσης αργότερα έφυγαν μυριάδες Ποντίων εις τον Καύκασον …

Εκ των εξισλαμισθέντων κατοίκων του Πόντου οι Οφίται, ήτοι οι κάτοικοι της περιφερείας του ποταμού Όφεως, ομιλούν και σήμερον την ελληνικήν ποντιακήν διάλεκτον …

Αφού προέβη τόσον πολύ ο εξισλαμισμός των Ελλήνων του Πόντου, εύκολον είναι να εννοήσωμεν ότι υπέφεραν περισσότερα βάσανα οι Έλληνες εκεί ή αλλαχού. Υπέφεραν δε μέχρι των νεωτέρων χρόνων, ως δεκνύουν τα γραφέντα υπό του ερευνητού της Ποντιακής ιστορίας Π. Τριανταφυλλίδου:

«Ο κατ’ οίκον βίος του Έλληνος Χριστιανού υπήρχεν αληθώς οικτρότατος. Ο Έλλην ενομίζετο και των κυνών ευτελέστερος, διότι εις εκείνους μεν εδείκνυαν συμπάθειαν, σπανιώτατα όμως εδείκνυε Τούρκος οίκτον εις Χριστιανόν υβριζόμενον ή αικιζόμενον· απ’ εναντίας πάσα κατά Χριστιανού προσβολή πολλούς εύρισκε τους υποβοηθούντας και συνέτρεχον αυθόρμητα πλήθη άπειρα και παρείχον την εαυτών συνδρομήν λόγοις και έργοις, στόματι και χερσίν, οσάκις έβλεπον Τούρκον επιτιθέμενον κατά Χριστιανού. Το «τουρκοπαιδεύω» κατήντησεν εις την σημασίαν του απηνέστατα και σκληρότατα τιμωρώ …

Η ενδυμασία του Έλληνος υπήρχε διαγεγραμμένη και ωρισμένη. Εκτός του μαύρου χρώματος πάσα άλλη βαφή ην απ’ αυτού απηγορευμένη· εκτός του χονδρού βαμβακίνου παν άλλο πολυτελέστερον ύφασμα δεν επετρέπετο να ενδυθή·μαύρον έφερε το επί της κεφαλής κάλυμμα, περιτετυλιγμένον διά μαύρου χονδρού υφάσματος, μαύρα τα εν τοις ποσίν αυτού πέδιλα, ων και ο τρόπος της κατασκευής και το χρώμα και η κόψις ήσαν διαγεγραμμένα …

Εις πάσαν καθ’ οδόν συνάντησιν και του ευτελεστέρου Τούρκου ο Έλλην εχρεώστει να αφήση τα παρά τα πλάγια της οδού πεζοδρόμια και να κατέλθη εις το μέσον της οδού, όθεν διέβαινον τα ζώα, και διά μυρίων υποκλίσεων και άλλων εξευτελιστικών κινημάτων ώφειλε να καταδείξη την εαυτού αθλιότητα. Ο οίκος του έπρεπε να οικοδομήται μονώροφος, άνευ επιχρώσεως, η δε εξωτερική αυτού κονίασις ην πολλαχού απηγορευμένη. Ουαί τω παραβαίνοντι την διαταγήν και δεικνύοντι πολυτέλειάν τινα εν τη σκευή και τη ενδυμασία».

[1] Κωνσταντίνου Ι. Αμάντου, Σχέσεις Ελλήνων & Τούρκων, σ. 146 κ.επ., ΟΕΔΒ, Αθήναι 1955.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Επαγγέλματα

Ο Δάσκαλος[1]

Ο αριθμός των δασκάλων, που προέρχονταν κατά κανόνα από αγροτικές οικογένειες και οικογένειες τεχνιτών, δεν ήταν καθόλου αμελητέος στα δυτικά κράτη: Στη Βρετανία το 1851 περί τα 76.000 άτομα, άντρες και γυναίκες, δήλωναν δημοδιδάσκαλοι ή δάσκαλοι εν γένει, χωρίς να υπολογίσουμε τις 20.000 περίπου οικοδιδασκάλισσες – πασίγνωστο τελευταίο καταφύγιο των απόρων μορφωμένων κοριτσιών που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κερδίσουν τη ζωή τους με λιγότερο αξιοπρεπείς τρόπους. Επιπλέον, το επάγγελμα του δασκάλου δεν ήταν μόνο διαδεδομένο αλλά επεκτεινόταν συνεχώς. Η αμοιβή ήταν χαμηλή, αλλά, εκτός της Βρετανίας και των ΗΠΑ, των πιο αδιάφορων για τα πνευματικά χωρών, ο δημοδιδάσκαλος ήταν δικαίως δημοφιλής. Γιατί, αν κάποιος αντιπροσώπευε το ιδεώδες μιας εποχής, όταν για πρώτη φορά ο απλός λαός αντιλήφθηκε ότι η άγνοια μπορεί να καταπολεμηθεί, αυτός ο κάποιος ήταν ασφαλώς ο άντρας ή η γυναίκα που η ζωή του και η κλίση του είναι να δώσει στα παιδιά τις ευκαιρίες που δεν είχαν ποτέ οι γονείς τους, να τους ανοίξει τον κόσμο, να τους μυήσει στην αλήθεια και την ηθική.

[1] E.J. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων, σ. 276-277, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992.