Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

μαθήματα διπλωματίας

τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι[1]

Στην Ινδία, οι Άγγλοι ποτέ δεν προσπάθησαν να φέρουν κάποια αλλαγή στα παραδοσιακά κοστούμια των Ινδών, εκτός από μία. Όλοι επιτρέπεται να ντύνονται όπως τους αρέσει. Σε όλες όμως τις κρατικές υπηρεσίες, που διευθύνονται από Άγγλους, δεν επιτρέπεται η είσοδος στους Ινδούς, ακόμα και στους μαχαραγιάδες, αν δεν φορούν αγγλικά παπούτσια. Ήταν ένας εξυπνότατος ελιγμός από την πλευρά της αγγλικής διπλωματίας. Γιατί, με την εκπληκτική μεγαλοπρέπεια των ρούχων και κοσμημάτων των Ινδών, αυτή η μικρή αλλαγή αρκούσε να κάνει ολόκληρη τη φορεσιά τους να φαίνεται γελοία. Οποιοσδήποτε με την ελάχιστη ευαισθησία, και οι Ινδοί έχουν περισσή, θα προτιμούσε να φορέσει ρούχα αγορασμένα στο Πικαντίλυ, παρά να βλέπει τα δικά του υπέροχα κοστούμια με χοντροκομμένα παπούτσια που κάνουν το περπάτημα αδέξιο. Ξάφνου άνθρωποι με δύναμη και αξιοπρέπεια μετατρέπονται σε άρχοντες κωμικής όπερας, με επιτηδευμένα βήματα και ανόητες χειρονομίες. Δεν στέκουν πια σταθερά στα πόδια τους, συμπεριφορά που αντανακλά και στο πνεύμα τους και στη γενική τους στάση απέναντι στη ζωή. Πράγματι, μια αποτελεσματική μέθοδος να σπάσει κανείς το ηθικό ενός άνδρα ή μιας γυναίκας, που πραγματικά ξέρει να περπατά, είναι να περιορίσει τα πόδια μέσα σε μοντέρνα παπούτσια. Και αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν τα άλλα μέρη της παραδοσιακής φορεσιάς αφεθούν απείραχτα. Δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αλλάξει κανείς χαρακτήρα ντύνοντας το σώμα του με αγγλική περιβολή, γιατί και να το κάνει μπορεί να διατηρήσει αβίαστη την εσωτερική εικόνα τού εαυτού του, και μπορεί, όταν χρειάζεται, να αλλάξει πάλι χωρίς συνέπειες. Όμως, μια τέτοια λεπτή στροφή από τη γνήσια επισημότητα και ομορφιά στην παρωδία, αρκεί να διαστρεβλώσει την εσωτερική εικόνα του ανθρώπου για πάντα.

[1] Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, «Ιερός Πανικός», σε μετάφραση Τζων Άντον, σ. 103-104, Εξάντας 1992.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

μαθαίνοντας πολιτική

Η κρίσις εις την περιοχήν της πολιτικής ζωής[1]

Εν χαρακτηριστικόν γνώρισμα των καιρών εις τους οποίους ζώμεν, είναι και το γεγονός ότι ο τομεύς της πολιτικής δραστηριότητος απέκτησεν εξ ολοκλήρου αυτοδύναμον αυτοτέλειαν. Κατά τον παρελθόντα αιώνα η φιλελευθέρα ιδεολογία δεν ανεγνώριζεν εις την Πολιτείαν πρωτεύοντα ρόλον. Περιωρίζον οι φιλόσοφοι του φιλελευθερισμού την αποστολήν της ωργανωμένης πολιτείας εις την διατήρησιν της εσωτερικής τάξεως και της ακεραιότητος των εθνοτήτων έναντι πάσης έξωθεν απειλής. Δεν ανεγνώριζον δε εις το Κράτος δικαίωμα παρεμβατισμού εις τα οικονομικά και πολιτιστικά προβλήματα. Η επακολουθήσασα κατά τον 20ον αιώνα εξέλιξις εβάδισε προς την αντίθετον κατεύθυνσιν. Δεν περιορίζεται πλέον το Κράτος εις ένα απλώς δευτερεύοντα ρόλον έναντι των λοιπών πολιτιστικών λειτουργιών. Αναδεικνύεται ως η κατ’ εξοχήν ρυθμιστική της πολιτιστικής ζωής λειτουργία. Η πολιτική αξιολόγησις καθίσταται τόσον ισχυρά ώστε αναστέλλει πάσαν άλλην αξιολόγησιν. Ο αξιολογικός διαφορισμός εις τα πλείστα της πολιτικής ζωής γνωρίζει μόνον δύο βασικάς διακρίσεις. Διαχωρίζει τους ανθρώπους αφ’ ενός μεν εις φίλους και αφ’ ετέρου εις εχθρούς μιας ωρισμένης πολιτικής μερίδος. Πάντες οι άλλοι αξιολογικοί χαρακτηρισμοί παραβλέπονται. Το σύγχρονον κράτος προχωρεί τόσον πολύ εις την επέκτασιν της αξιολογικής του αυτοτέλειας, ώστε θεωρεί ως θεμιτάς και πράξεις αντιστρατευομένας προς την ηθικήν και το δίκαιον, αρκέι μόνον να εξυπηρετούν την πολιτικήν σκοπιμότητα. Επανέρχεται δηλαδή το σύγχρονον Κράτος εις τα αρχάς που είχε διακηρύξει κατά τον 16ον αιώνα ο Ιταλός πολιτειολόγος Μακκιαβέλι. Η υπερέξαρσις αύτη της αυτοδυναμίας του πολιτικού παράγοντος δημιουργεί διαρκώς εις την περιοχήν της πολιτικής ζωής μίαν κρίσιμον κατάστασιν. Είναι δυνατόν όμως να αμφιβάλλωμεν ως προς την αποτελεσματικότητα των μακκιαβελικών μέτρων. Ο Γλάδστων έλεγεν ότι πάσα πράξις του Κράτους, ήτις αντιτίθεται προς το δίκαιον και την ηθικήν, είναι κατά βάσιν αντιπολιτική. Διασαλέυει την τάξιν δικαίου, εφ’ ης στηρίζεται οιαδήποτε μορφή της πολιτειακής ζωής. Τα καταπληκτικά αποτελέσματα εις τα οποία έφθασεν η σύγχρονος κοινωνική ζωή με την συστηματικήν οργάνωσιν της κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητος, ο παιδαγωγός Φρ. Φέρστερ τα παρομοιάζει με το Πύργον της Βαβέλ. Ολόκληρος η νεωτέρα ανθρρωπίνη κοινωνία, λέγει ο Φέρστερ, είναι εν κολοσσιαίον οικοδόμημα οργανώσεως, το οποίον όμως απελείται να διασπασθή εις αναρίθμητα κομμάτια, διότι εκείνοι που κατοικούν εις αυτό έχασαν την γλώσσαν μιας κοινής συνεννοήσεως και αλληλοσυγκρούονται υπό την επήρειαν παθών και αντιθέσεων.


[1] Κωνσταντίνου Δ. Γεωργούλη, «Φιλοσοφία του Πολιτισμού», σ. 87-88, Αθήναι 1979.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

ΟΧΙ ... δεν επρόκειτο για συνωστισμό ...

Λευκός θάνατος … όπως λέμε γενοκτονία[1]

Οι Νεότουρκοι, έγραφε ο Γάλλος Φ. Σαρτιώ, «αποκάλυψαν το μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, την εξόντωση δηλαδή των ιθαγενών Χριστιανών της Μ. Ασίας. Ποτέ, σε καμία περίοδο της Ιστορίας, κανένα πιο διαβολικό σχέδιο δεν είχε στοιχειώσει τη φαντασία του ανθρώπου …».

… Εμπνευστές … του φοβερού αυτού εγκλήματος, που είναι σίγουρα μεγάλο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ήσαν οι «πολιτισμένοι» … Γερμανοί και Αυστριακοί. …

Οι Τούρκοι είναι οι φυσικοί αυτουργοί … αυτού του πραγματικά σατανικού σχεδίου, που απέβλεπε στη γενοκτονία, στην ολοκληρωτική δηλαδή φυσική εξόντωση του Ελληνικού στοιχείου. … Πριν από τη μεγάλη γενοκτονία των Ελλήνων είχε προηγηθεί η άλλη φοβερή γενοκτονία των χριστιανών Αρμενίων, κατά την οποία το 1915 και αργότερα, βρήκαν οικτρό θάνατο 1.500.000 Αρμένιοι. Η γενοκτονία των Αρμενίων είναι το άλλο ασυγχώρητο έγκλημα κατά της ανθρωπότητος που διέπραξε η «βάρβαρη» Τουρκία, … με τη συνεργασία των συμμάχων της και την ανοχή της «πολιτισμένης» και «χριστιανικής» Δυτικής Ευρώπης καθώς και των ΗΠΑ.

Το σατανικό σχέδιο, του οποίου εμπνευστής ήταν ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς (Liman von Sanders), ένας διεστραμμένος εγκέφαλος, … προέβλεπε την άμεση εξόντωση των ανδρών ηλικίας 16 – 30 ετών, γενικό εκτοπισμό των γυναικοπαίδων και ηλικιωμένων από τις παραλιακές περιοχές της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας στα ενδότερα της Τουρκίας και στα βάθη της Ανατολής, με το πρόσχημα ότι οι Ρώσοι είχαν εξοπλίσει τους Έλληνες στα παράλια του Πόντου και υπήρχε δήθεν κίνδυνος άμεσης εξέγερσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, επειδή οι εκτοπίσεις καθυστερούσαν, ο Λίμαν φον Σάντερς αγανακτισμένος έκανε αυστηρές συστάσεις προς τις αρμόδιες τουρκικές αρχές, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο που συνεπάγεται αυτή η καθυστέρηση. Την ενεργό ανάμειξη του φιλότουρκου Γερμανού στρατηγού μαρτυρεί και ο Αμερικανός πρεσβευτής Ερρίκος Μοργκεντάου.

Ιδού τι γράφει στις 16/07/1916 ο Γερμανός Πρόξενος Αμισού Κουκώφ (Kuckoff) στο Βερολίνο : «Από αξιόπιστες πηγές ο Ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξορισθεί. Όμως εξορία και εξολόθρευση στα τουρκικά είναι η ίδια έννοια, γιατί όποιος δεν δολοφονήθηκε, πεθαίνει, ως επί το πλείστον, από τις αρρώστιες και την πείνα». …

Το σχέδιο προέβλεπε συγκέντρωση όλων των κατοίκων της περιοχής, που συνήθως ήσαν γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι και την εκτόπισή τους προς τα βάθη της Ανατολής, με πραγματικό σκοπό την αργή φυσική τους εξόντωση, τον «λευκό θάνατό» τους από την κακομεταχείριση, την εξαντλητική πεζοπορία, το κρύο, την πείνα, την δίψα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες. Απώτερος στόχος των Νεοτούρκων ήταν ο αφανισμός όλων των χριστιανικών εθνοτήτων και η τουρκοποίηση των μουσουλμανικών.

Μετά την συγκέντρωση των Ελλήνων στην πλατεία του χωριού ή της πόλης, τους διέτασσαν να ετοιμασθούν αμέσως για αναχώρηση προς τα ενδότερα ή τα ανατολικότερα μέρη της Τουρκίας. Έτσι άρχιζε το μαρτύριο, η αργή φυσική εξόντωση, ο «λευκός θάνατος» των δυστυχισμένων αυτών γυναικοπαίδων και ηλικιωμένων, σύμφωνα με το καλά μελετημένο σχέδιο, αλλά, και σε πολλές περιπτώσεις, και ανδρών ηλικίας 16 – 60 ετών που ακολουθούσαν τους δημίους τους ανήμποροι να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση. Το τι οικογενειακά και ανθρώπινα δράματα έλαβαν χώρα κατά τις εξορίες αυτές είναι δύσκολο να τα συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, από δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρωτεύουσα» (06/06/1922) που αναφέρεται στις εκτοπίσεις κατοίκων από χωριά κοντά στην Τραπεζούντα και απελάσεις 10χρονων παιδιών ! «Αι σκηναί κατά τον αποχωρισμό από τας αγκάλας των μητέρων των υπερβαίνουσι πάσαν τραγικότητα. Αι γυναίκες έξαλλοι και ολοφυρόμεναι ενηγκαλίζοντο τα τέκνα των μη εννοούσαι να τα αποχωρισθούν. Οι Τούρκοι όμως χωροφύλακες, εις τας καρδίας των οποίων είχε προ πολλού σβεσθεί παν ανθρώπινον αίσθημα, εκτύπων αυτάς διά του υποκοπάνου των όπλων των και μόνον αφού περιήρχοντο αύται εις αναισθησίαν απέσπων τα δυστυχή πλάσματα από την γλυκειάν μητρική αγκάλην …»

Ήταν πλέον ένα καθημερινό σπαρακτικό φαινόμενο οι αργοκίνητες «πορείες θανάτου», όπου έβλεπε κανείς μητέρες με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους να κουβαλάνε τα μωρά παιδιά στην αγκαλιά ή την πλάτη και τα μεγαλύτερα να προχωρούν κλαίγοντας κι αυτά πιασμένα από τα φουστάνια της δύστυχης μάνας ή της άμοιρης γιαγιάς. Πολλοί προχωρούσαν με σχισμένα ρούχα, άλλοι ξυπόλητοι και με πρησμένα πόδια. Όταν εξαντλούντο όλες οι σωματικές και ψυχικές τους δυνάμεις κατέρρεαν και σωριάζονταν στο δρόμο όπου και πέθαιναν μόνοι και αβοήθητοι. Απόλυτα απελπιστική ήταν η κατάσταση των πολύ ηλικιωμένων και των παιδιών που πέθαιναν ομαδικά από την πείνα και τις κακουχίες. Για τους Τούρκους η ζωή των Ελλήνων δεν είχε καμία αξία.

[1] Νίκου Η. Βρυώνη, «ο Πόντος των Ελλήνων», σ. 46 κ. επ., Επιμορφωτικός – Πολιτιστικός Σύλλογος Ηρακλείου Αττικής, Ηράκλειο 2005.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

τρόποι διάσωσης

οι άθλιοι … Έλληνες[1]

Τυφλή και αξιοκατάκριτος είναι πάντοτε η πολιτική οσάκις δεν χειραγωγείται υπό της ηθικής· αλλ’ αποκαθίσταται και βδελυρά οσάκις περιβάλλεται την ιεράν θρησκείαν, ό εστι την ύψιστον ηθικήν, εις καταπίεσιν της πασχούσης ανθρωπότητος.

Συνεδρίαζεν η ιερά Συμμαχία εν Λαϋβάχη έχουσα προσηλωμένην όλην την προσοχήν της εις τα μεγάλα πολιτικά συμβάντα της μεσημβρινής Ευρώπης, ότ’ εξερράγη η Επανάστασις της Ελλάδος.

Χρήσιμοι (εκήρυξεν η Συμμαχία εν Λαϋβάχη την 30 απριλίου του 1821 έτους) ή αναγκαίοι μεταβολαί εν τη νομοθεσία ή εν τη διοικήσει των επικρατειών πρέπον είναι να πηγάζωσι εκ της ελευθέρας θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως εκείνων εις χείρας των οποίων έθεσεν ο Θεός την εξουσίαν. Παν ό,τι παρεκτρέπεται της γνώμης ταύτης φέρει εξ ανάγκης τους λαούς εις αταξίαν, εις κλονισμούς και εις δεινά βαρύτερα παρ’ όσα προτίθεται να θεραπεύση.

Διά τριών τρόπων εδύνατο οι Έλληνες Χριστιανοί ν’ απαλλαχθώσι της δουλείας των. Ή διά της αυθορμήτου θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως κατά την φράσιν της ιεράς Συμμαχίας του Σουλτάνου, ή διά των όπλων, ή διά της αρνησιθρησκείας των. Ουδείς βεβαίως, σώας έχων τα φρένας του, ήλπιζέ ποτε την απελευθέρωσιν των Ελλήνων Χριστιανών εκ της αυθορμήτου θελήσεως ενός Σουλτάνου· η χρήσις των όπλων κατεκρίνετο και αύτη και κετετρέχετο υπό της ιεράς Συμμαχίας· δεν έμενεν άρα άλλος τρόπος απελευθερώσεως παρά την αρνησιθρησκείαν. Τοιούτος ήτον ο πολιτικός φανατισμός της Συμμαχίας· ήθελε τους αθλίους Έλληνας ή Μωαμεθανούς συνδεσπόζοντας ή Χριστιανούς δουλεύοντας !

Ο Σουλτάνος εκάθηρε τον μεγάλον του βεζίρην, τον Μπετερλή-Αλή-πασάν, διότι, ως διελάμβανε το έγγραφον της καθαιρέσεώς του, εφείδετο του αίματος των Ελλήνων, και αντικατέστησε τον Σαλήχ-πασάν. Την τρίτην δε του μαΐου, ό εστι, την ημέραν του διορισμού του νέου τούτου βεζίρη, και την δωδεκάτην αφ’ ης εβεβηλώθησαν οι ναοί και εχλευάσθησαν πανδήμως τα ιερά, απεκεφάλισεν η Πύλη τον υπερεκατονταετή επίσκοπον Μυριουπόλεως, και τον εννεακαιδεκαετή υιόν του πρώτου άρχοντος της Ροδοστού. Την δε επαύριον διέταξε να κραμασθώσι και οι λοιποί φυλακισθέντες αρχιερείς, ήγουν, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι ούτοι αρχιερείς, εν ω μετεκομίζεντο εις τον τόπον της καταδίκης των εντός ενός και του αυτού πλοιαρίου, προητοιμάσθησαν πλήρεις πίστεως και ευλαβείας εις αποβίωσιν, έψαλαν οι ίδιοι την νεκρώσιμον ακολουθίαν των, ικέτευσαν τον Θεόν των πνευμάτων και πάσης σαρκός υπέρ αναπαύσεως των ιδίων αυτών ψυχών, και ευλόγησαν αλλήλους ειπόντες το «Μακαρία η οδός ή πορεύη σήμερον». Αφ’ ου δε προσώρμισε το φέρον αυτούς πλοιάριον εις το Αρναούτ-κιοΐ, ο αγχονιστής συμπλωτήρ και αυτός των αρχιερέων διέταξε τον Τυρνόβου ν’ αποβή και να τον παρακολουθήση. Ο Τυρνόβου κλίνας την κεφαλήν απεχαιρέτησε τους εν τω πλοιαρίω συναδελφούς και συλλειτουργούς του, τους ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν, τοις είπεν εν συντριβή καρδίας καλή αντάμωσις αδελφοί εις την άλλην ζωήν, και παρακολουθήσας τον αγχονιστήν του εκρεμάσθη από του ανωφλοίου ενός κουρείου. Ο δε μέλας την μορφήν καθώς και την καρδίαν αγχονιστής του, επανελθών εις το πλοιάριον, μετέφερε τα εν αυτώ απολειφθέντα θύματά του εις το Μέγα-ρευμα όπου εκρέμασε τον Θεσσαλονίκης, και εκείθεν εις τα Θεραπεία προς ποινήν του Δέρκων. Ο υπέργηρος ούτος αρχιερεύς, ο υπέρ πάντα άλλον τιμώμενος διά την εμβρίθειάν του, διά την πολλήν ελευθεροστομίαν του και διά την γενναιοκαρδίαν του, αφ’ ου έφθασεν έμπροσθεν της πύλης της αυλής της μητροπόλεώς του όπου έμελλε να κρεμασθή, εζήτησεν άδειαν να προσευχηθή, προσευχήθη, παρεκάλεσε τον αγχονιστή του να μη του δέση τας χείρας, και λαβών την οποίαν εκράτει εκείνος θηλείαν, την ευλόγησε τρις σταυροειδώς εκφωνήσας το «εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος», και στραφείς προς τον αγχονιστήν «εκτέλεσε», είπε με βαρεία τη φωνή, «εκτέλεσε την εντολήν του ασεβούς κυρίου σου». Είπε, και η εντολή του ασεβούς εξετελέσθη.

[1] Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α΄, εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996.