Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

ιστορικά μαθήματα

δούλοι αλευθέρωτοι[1]

Οι Έλληνες προσγειώνονται μετά τα Ορλωφικά και το ναυάγιο των προσδοκιών για απελευθέρωση από τον Ναπολέοντα. Καμμιά ελπίδα από τις χριαστιανικές Δυνάμεις. Μόνο με δικούς τους αποκλειστικά αγώνες θα κερδίσουν ελευθερία και ανεξαρτησία. Την πεποίθηση αυτή θα εκφράσει πρώτος ο Ρήγας με τα εθνεγερτικά του σαλπίσματα. Ποτέ πια μισθοφόροι των Ευρωπαίων μοναρχών, ποτέ πια ελληνικό αίμα για ξένα συμφέροντα. Πόλεμος και θυσίες μόνο για ελεύθερη πατρίδα.

Ως πότε οφφικιάλος σε ξένους βασιλείς
Έλα να γίνεις στύλος δικής σου της φυλής
Κάλλιο για την Πατρίδα κανένας να χαθεί
ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί.

Ακολουθεί ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχία» που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια των ναπολεοντείων πολέμων: «Ίσως, τέλος πάντων, προσμένετε να μας δώση την ελευθερίαν κανένας από τους αλλογενείς δυνάστας; Ω Θεέ μου! Έως πότε, ω Έλληνες, να πλανώμεθα τόσον αστοχάστως; … Ποιος αγνοεί ότι ο κύριος στοχασμός των αλλογενών δυνάμεων είναι εις το να προσπαθήσουν να κάμουν το ίδιόν των όφελος με την ζημίαν των άλλων; Και ποιος στοχαστικός άνθρωπος ημπορεί να πιστεύση ότι όποιος από τους αλλογενείς δυνάστας ήθελε κατατροπώσει τον Οθωμανόν ήθελε μας αφήσει ελευθέρους; Ω απάτη επιζήμιος»[2]. Και υπευνθυμίζει την υπόσχεση των Ρωμαίων στους Έλληνες για ελευθερία. «Μην είσθε, αδελφοί μου, τόσον ευκολόπιστοι. Αναγνώσατε την Ιστορίαν και μάθετε ότι οι Ρωμαίοι έταξαν των Ελλήνων την διαυθέντευσιν και ελυθερίαν, αλλ’ αφού εμβήκαν εις την Ελλάδα ευθύς την εκήρυξαν επαρχίαν των». Ελευθερία δοτή δεν είναι ελευθερία. Είναι αλλαγή τύραννου. «Τι στοχάζεσθε, τέλος πάντων, αν η Ελλάς ελευθερωθή από τον οθωμανικόν ζυγόν διά χειρός άλλου δυνάστου; … Διατί, αδελφοί μου, να θέλωμεν να αλλάξωμεν κύριον, όταν μόνοι μας ημπορούμεν να ελευθερωθώμεν; Νομίζετε ότι είναι ελαφρότερος ο ζυγός μιας ξένης δυναστείας; Δεν στοχάζεσθε ότι και πάλιν ζυγός είναι; … Αλλοίμονον εις το γένος μας αν κυριευθή από ετερογενές βασίλειον. Τότε οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες αλλά κατ’ ολίγον – ολίγον θέλουν διαφθαρή τα ήθη των και θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι και δούλοι ίσως πάλιν αλευθέρωτοι διά πολλούς αιώνας. Διά την αγάπην της τιμής μας, στοχασθήτε το με προσοχήν μην σας πλανέσουν τα ταξίματα των επιτρόπων και αποστόλων των ξένων βεσιλειών … Μην στοχάζεσθε, αδελφοί μου, ότι κανείς από αυτούς θέλει θυσιάσει και χρυσίον και στρατιώτας διά να διώξη τον οθωμανόν και να μας αφήση έπειτα ελευθέρους! Ω, κάλλιον ένας σεισμός ή ένας κατακλυσμός να μας αφανίση όλους τους Έλληνας παρά να υποκύψωμεν πλέον εις ξένον σκήπτρον»

Επιτέλους κλείνει ο κύκλος των ελληνικών απατηλών προσδοκιών και απογοητεύσεων. Το 1811 έχουν πια συνειδητοποιήσει οι Έλληνες ότι είναι ολομόναχοι, ότι περιβάλλονται από εχθρούς ή υποψηφίους δυνάστες, ότι ποτάμια αιμάτων χύθηκαν για ξένα συμφέροντα και ότι η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού μόνο από τους ίδιους και με τις δικές τους θυσίες μπορεί να συντελεσθεί. Είχε κιόλας αρχίσει να κινείται ο τροχός της ιστορίας. Η Επανάσταση επί θύραις …

[1] Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια, σ. 345-346, Αθήνα 1990
[2] Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, Αθήναι 1948, σ. 165.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

ένα μάθημα από την αγορά ...

Ο νόμος των εμπόρων[1]

Άνδρες με θυμωμένη την όψη και τα γένεια να σφουγγίζουν την άφρη του μένους τους, έσερναν την πλαδαρή τους κοιλιά προσπαθώντας να πιάσουν τον φυγά. Οι πάγκοι με τις ποικίλες πραμάτειες αναποδογυρίζονταν στο ξαφνικό κυνηγητό την ίδια ώρα που οι βρισιές των εμπόρων χύνονταν ανάκατες με την οργή τους σε ‘κείνη την ανομοιογενή, αναμεμιγμένη με χίλιους δυο διαφορετικούς κόσμους ανθρωποθάλασσα. Μετά την πρώτη αναπάντεχη ταραχή της εμπορικής καθημερινότητας, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρη η εικόνα ενός μικρού, ξυπόλητου αγοριού που, πηδώντας πάνω από ανθρώπους και σκόρπιες κατσίκες, προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τους φωνακλάδες διώκτες του πετώντας ξωπίσω του, για να τους κλείσει τον δρόμο, λογής – λογής φρούτα και σκόρπια εμπορεύματα.

«Πιάστε τον κλέφτη».

Στ’ αγριεμένο συνοθύλευμα των εμπόρων προστέθηκαν περίεργοι κι αργόσχολοι περαστικοί. Ο πασίγνωστος δρόμος του μεγάλου παζαριού της Εζρά συνωστίστηκε στη στιγμή. Ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο οχλοβουητό ακολούθησε τον μικρό κλεφτάκο γυρεύοντας να τον αδράξει. Κείνος πέταξε με μιας τ’ ασημένιο θηκάρι που ‘χε αρπάξει απ’ τους πάγκους του Ελιέζερ …, για να ελαφρύνει τη θέση του ακόμη περισσότερο και να παραπλανήσει τους θυμωμένους εμπόρους.

«Κλείστε του το δρόμο», ούρλιαξε ο χοντροκαμωμένος Ελιέζερ. Ο αλητάκος ίσα που πρόλαβε και γλύτωσε το χτύπημα των μανάβηδων. Οι μπροστινοί έμποροι που ‘χαν έγκαιρα ειδοποιηθεί απ’ τις φωνές του παζαριού γύρισαν πάνω του κατά μέτωπο και χύμηξαν να τον συλλάβουν. Γλίστρησε πάνω στα πατημένα φρούτα και στις λιγοστές κοπριές των προβάτων του βέλαξαν αναστατωμένα πίσω απ’ τους πάγκους του Σεμπιλχανέ όπου οι περαστικοί αγοραπωλητές ξεκουράζονταν στο περίπτερό του ξεδιψώντας με νερό και σερμπέτι. Αμέσως έχασε την ισορροπία του κι έπεσε πάνω στον κόσμο λαχανιασμένος και τρομοκρατημένος σαν αδέσποτο σκυλί. Σηκώθηκε και προσπάθησε να ξεφύγει αλλά μάταια. …

[1] Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου, «το μυστικό του κοχυλιού», σ. 5-6, εκδόσεις Ηλιοφόρος, 1996.

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

μάθημα ιστορίας

ο Τούρκος αυθέντης[1]

Το πρώτο βλήμα που ξαπόστειλε η μεγάλη βομβάρδα του κάστρου[2] βύθισε το πλοίο του Αντωνίου Ρίζου[3], που ερχόταν από τη Μαύρη Θάλασσα και ο καπετάνιος του δεν ήθελε να καλάρει[4] και ήταν φορτωμένο με κριθάρι το οποίο επροορίζετο για επικουρία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό συνέβη στις 26 Νοεμβρίου του 1452. Ο κύριος του πλοίου πιάστηκε στη θάλασσα και τον έστειλαν στην Αδριανούπολη – στον αυθέντη Τούρκο – κι εκείνος τον φυλάκισε και μετά πάροδο 14 ημερών διέταξε να τον θανατώσουν δι’ ανασκολοπισμού. Έναν άλλον, που ήταν γιος του κυρ Δομήνικου ντι Μαΐστρι και ήταν βοηθός του γραμματικού του πλοίου, τον έκλεισε στο σεράι του. Μερικούς ναύτες τους άφησε ελεύθερους γιατί έπρεπε να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη. Άλλους διέταξε να τους διχοτομήσουν. Πριν ακόμα θανατωθεί ο Αντώνιος Ρίζος, ο βάιλος της Κωνσταντινούπολης[5] έστειλε τον κυρ Φαμπρούτσι Κόρνερ, πρέσβη στον Τούρκο, για να τον παραλάβει. Δεν μπόρεσε όμως να πετύχει τίποτα, γιατί ο αυθέντης Χαν είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει δι’ ανασκολοπισμού.

Ο κυρ Φαμπρούτσι Κόρνερ, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης της Αδριανούπολης, γύρισε πίσω στην Πόλη με τη γαλέρα του άρχοντα Γαβριήλ Τριβιζάνου. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία εκείνος που είχε ανοίξει πόλεμο κατά των Ελλήνων, να ανοίξει τώρα πόλεμο και εναντίον ημών, των Βενετζιάνων

[1] Νικολο Μπάρμπαρο, Χρονικό της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, σ. 95-96, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993.
[2] Ρούμελη Χισάρ, βλέπε επίσης τα «Έξι Μίλια» στην ΝομοΣοφία.
[3] κατ’ άλλους ιστορικούς Αντώνιος Ρόζος.
[4] περνώντας από τα κάστρα, έπρεπε να υποστείλει τα ιστία του πλοίου του και να πληρώσει φόρο.
[5] ο Ενετός πρόξενος.