Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

μαθήματα γεωπολιτικής


Το Κάλπικο Δάνειο[1]

Τούτος ο όμορφος τόπος είναι γεμάτος βάσανα, παλιά και καινούργια, Και τι δεν τράβηξε· αίμα, φλόγες, χαλάσματα, δάκρυα, πείνα, γύμνια. Πόσες και πόσες φορές δε βάλθηκαν να μας σβήσουν από το πρόσωπο της γης. Μα εμείς, ωσάν εκείνο το μυθικό πουλί, το Φοίνικα, ξαναγεννιόμαστε κάθε φορά μέσα από τη στάχτη μας. Γι’ αυτό σωστά η Φιλική Εταιρία το διάλεξε σύμβολο, όταν σήκωσε το φλάμπουρο της επανάστασής μας.

Έπειτα από οχτάχρονους αγώνες ενάντια σε μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες εκείνου του καιρού, κεδίσαμε τέλος την εθνική μας λευτεριά. Οι τρανοί του κόσμου παραδέχτηκαν ν’ αφήσουν και σ’ εμάς μια μικρή γωνιά γης, να την οργώνουμε δίχως ο βούρδουλας των αγάδων ν’ αυλακώνει τις ράχες μας. Κι από τότες τόσο πολύ μας αγάπησαν, που άρχισαν να τσακώνουνται ανάμεσά τους ποιος θα μας πρωτοπάρει. Εγγλέζους μας θέλανε οι λόρδοι, Γάλλους οι Φραντσέζοι, Ρώσους οι τσάροι. Κι οι κεφαλές μας, πρόθυμοι πάντα σε κάτι τέτοια, φτιάσανε τρία κόμματα, και τα τρία ξενόδουλα.

Έτσι λοιπόν, με τη βοήθεια και των δικών μας, μάθαμε, μόλις λευτερωθήκαμε από τους Τούρκους, να χορεύουμε κατά το σκοπό που μας παίζανε στη Λόντρα, στα Παρίσια και στην Αγία Πετρούπολη.

Κείνος ο «πατριδοφύλακας» Μακρυγιάννης έγραψε τούτα τ’ αθάνατα λόγια :

«Κατατρέχετε μια χούφτα Έλληνες και δεν τους αφήνετε να ζήσουν κι αυτήνοι ήσυχοι στην κοινωνία των άλλων κρατών. Εσείς οι χριστιανοί ένα αθώο παιδί, ένα ορφανό, το χαροκαμένο αυτόνε τόπο, όπου γύρευε η τυραγνία να του πάρει τη ζωή, και τώρα εσείς, οι φιλάνθρωποι, το ξαναπάτε πάλι στη δικαιοσύνη του τυράγνου. Θα τους δείξουμε όμως ποιών απόγονοι είμαστε, τι μονέδα χρυσή έλαβαν αυτήνοι από κείνους τους προγόνους μας και την έχουν ως την σήμερον και μ’ αυτήνη ζουν, και τι κάλπικον δάνειον δώσαν σ’ εμάς».


[1] Δημήτρη Φωτιάδη, «Όθωνας – η Μοναρχία», σ. 53-54, εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

τα αποτελέσματα της ... προόδου


οι πλείστοι των ανθρώπων[1]

Ο βασιλικός χορός είναι συμβάν άξιον λόγου και εις τας μεγάλας πόλεις· πολλώ δε μάλλον εις τα μικράς κοινωνίας, όπου, ου μόνον αι επίσημοι διασκεδάσεις και σκευωρίαι, αλλά και αι ιδιωτικαί πράξεις, μέχρι των οικογενειακών σκανδάλων, γίνονται αμέσως πασίγνωστοι και ασχολούν όλας τας κλάσεις των ανθρώπων. Όθεν πολλάς ημέρας προτήτερα και μετά ταύτα, όλαι σχεδόν αι συνομιλίαι των καινοφίλων Αθηναίων περιστρέφονται εις τον χορόν της αυλής. Οι ελαφρόνοες εκθειάζουν την μεγαλοπρέπειαν της σκευασίας, την ποικιλίαν και πλουσιότητα των ενδυμάτων, και τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, εις τον οποίον προοδεύομεν γιγαντιαίοις βήμασιν. Οι νουνεχείς μέμφονται την παράλογον δαπάνην χρημάτων και καιρού, επιθυμούντες να μην είμεθα τόσον γίγαντες εις τοιαύτας προόδους. Αναφέρουν δε το παράδειγμα των πάλαι Αθηνών, εις των οποίων την παρκμήν εστάθη αιτία και η πολυτέλεια με την τρυφήν, αίτινες επέφεραν την διαφθοράν των ηθών και επετάχυναν την υποδούλωσιν της εκμαλθακωθείσης Πολιτείας. Αλλ’ όσην ισχύν είχαν αι νουθεσίαι των ποτέ φιλοσόφων εις τους παλαιούς Αθηναίους, τόσην εντύπωσιν κάμνουν αι συμβουλαί των φρονίμων εις τους απογόνους των, οι οποίοι και την εδικήν μου ηθολογίαν, θα ονομάσουν βεβαίως καθαράν μωρολογίαν. Οι πλείστοι των ανθρώπων ηδύνονται ακούοντες την εξιστόρισιν των γελοίων πράξεών των, ενώ αι ηθικαί διδασκαλίαι τους φέρουν ύπνον.


[1] Γρηγορίου Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, Κεφ. Ε΄, σ. 152, Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1989

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

μαθήματα φιλοσοφίας


περί της ιστορίας[1]

Το πρόβλημα της σχέσεως ή μη της ιστορίας προς την μεταφυσικήν ευρίσκεται εις την έννοιαν του χρόνου. Κατά την αντίληψιν της ελληνικής φιλοσοφίας ο χρόνος της ιστορίας είναι κυκλικός, ως η φορά των ουρανίων σωμάτων και της φύσεως. Αντιθέτως, κατά την χριστιανικήν αντίληψιν[2] και την νεωτέραν φιλοσοφίαν η κίνησις της ιστορίας είναι ευθύγραμμος κετευθυνομένη προς το μέλλον.

Η ιστορία, κατά την ελληνικήν φιλοσοφίαν, αποτελεί παρακμασιακήν έκφανσιν και απόκλισιν εκ της αρχικής μορφής του Είναι, της ουσίας και τάξεως της φύσεως. Η ιστορία, κατά τον Αριστοτέλη, είναι τι τυχαίον και επί μέρους[3] γεγονός. Η ανθρώπινη ιστορία αποτελεί πτώσιν εκ του κόσμου της φύσεως και των ουρανίων σωμάτων, όπου κυριαρχεί ο λόγος. Προς την αέναον κυκλικήν κίνησιν[4] του κόσμου ομοιάζουν αι εποχαί του έτους και αι ηλικίαι του ανθρωπίνου γένους· ούτως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ατενίζουν τα πολιτικά φαινόμενα και τας εξελίξεις των διαφόρων πολιτειών. Ο Πλάτων, οραματιζόμενος την αρίστην πολιτείαν, θέτει αυτήν εις την αρχήν[5]. Εξ αυτής προέρχονται βραδύτερον ωρισμέναι παρεκβατικαί πολιτείαι ουχί κατά ιστορικήν ανάγκην και εξέλιξιν, αλλ’ ως κλασσικαί μορφαί συνεχώς ανακυκλούμεναι[6]. Ούτως ακριβώς εξετάζει την αλλαγήν των πολιτειών και ο Αριστοτέλης.

Ο Έλλην εκλαμβάνει την ιστορίαν ως τι τυχαίον εν συγκρίσει προς το αιώνιον Είναι της φύσεως και τον λόγον. Η έννοια της προόδου δεν υφίσταται, κατά τους Έλληνας, ως αντίθεσις μεταξύ φύσεως και ιστορίας, αλλά μεταξύ φύσεως και τέχνης, μεταξύ φύσεως και μιμήσεως.

Οι Έλληνες ανεζήτησαν τον λόγον της φύσεως και του κόσμου και ουχί, ως οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί, τον σωτήρα του ανθρώπου ή, ως ο Έγελος, τον τελικόν σκοπόν και το νόημα της του κόσμου ιστορίας. Η ιστορία ως επιστήμη είναι «αμεθόδευτος ύλη»[7], ως γεγονός δε δεν εκφράζει την ιστορίαν του πνεύματος, αλλ’ ανάγεται εις την περιοχήν του πολιτικού συμβάντος, της πολιτικής αλλαγής.



[1] Δημητρίου Κούτρα, Ιστορία και Μεταφυσική, σ. 71-72 & 18-19, Αθήναι 1994

[2] Εν αντιθέσει προς τους Έλληνας, οίτινες εθεώρουν την ιστορίαν ως ανακύκλησιν του ομοίου, ως αιώνιον παρουσίαν του Είναι εν τη συνεχεί γενέσει και φθορά των πραγμάτων, παρομοίαν προς την της φύσεως και του κόσμου, οι Ιουδαίοι έχουν την ευθύγραμμον κίνησιν της ιστορίας, ήτις έχει νόημα πραγματοποιούμενον εις το μέλλον διά της θείας αποκαλύψεως. Η μελέτη επομένως της ιστορίας, κατά την ιουδαϊκήν αντίληψιν, και η ιστοριογραφία δεν αποσκοπούν εις την πολιτικήν διαπαιδαγώγησιν διά της κριτικής εκθέσεως των πολιτικών συμβάντων, ως συνέβαινεν εις τους Έλληνας, αλλά δίκην κηρύγματος απευθύνεται προς τον λαόν προς νουθεσίαν. Εις την Καινήν Διαθήκην διασώζεται εισέτι η εκ της Παλαιάς Διαθήκης εσχατολογική και σωτηριολογική αντίληψις της ιστορίας.

[3] αριστ. Περί Ποιητ. 9, 1451 β 5-7 : «διό και φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστιν· η μεν γαρ ποίησις μάλλον τα καθόλου, η δ’ ιστορία τα καθ’ έκαστον λέγει».

[4] Αριστ. Μετά τα Φυσ. Λ8, 1074 β1 κ.ε.

[5] Πλατ. Πολιτ. Η, 543a-569c· Νομ. Γ, 693d κ.ε.

[6] Αριστ. Πολιτ. Ε12, 1316 α1 – β27. Πολυβ. Ιστοριών Ζ, 5 – 9.

[7] Σεξτ. Εμπειρ., Προς Μαθηματικούς, Α 254.

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

ο "ανθρωπισμός" της οικονομίας

μπίζνες[1]

Το κονάκι ήταν ένα σπίτι παλιό, δίπατο, από τον καιρό των Κονιάρων. Ο παλιός τσιφλικάς, ο Ρουστέν αγάς, που το κληρονόμησε από τον πατέρα του, το είχε αφήσει να σαραβαλιστεί. Τα καφάσια του χαρεμλικιού σαπίσαν και πέσαν, κι από τα σπασμένα τζάμια των παραθύρων ο σκληρός βοριάς του κάμπου έμπαινε λεύτερος.

Σαν ο Ρουστέν αγάς γέρασε και σπατάλησε την περιουσία του στα γλέντια και στις ελεημοσύνες, πούλησε το τσιφλίκι του, το Κιριλάρ, στον Πήτερ Χατζηθωμά. Κι αυτός, κλείστηκε στο κονάκι του της Λάρισας, ανάμεσα στις αγαπημένες του γυναίκες – ο Αλλάχ δεν τού ‘δωσε παιδιά – και περίμενε το θάνατο, με ψυχή γαλήνια σαν καλός μουσλίμ που ήταν. Εξάλλου στην καρδιά του βασίλευε μεγάλη πίκρα. Εδώ και λίγα χρόνια το βιλαϊέτ της Λάρισας γίνηκε γιουνάνικο. Το γκιαούρικο ασκέρι με τα γαλάζια παντελόνια έπνιξε τον κάμπο, κι από πίσω του μια συμμορία πεινασμένων παλλιολαδιτών, που ξεχύθηκε στο παρθένο από ρωμαίικη παλιανθρωπιά ακόμα χώμα της Θεσσαλίας.

Ο καινούργιος τσιφλικάς του Κιριλάρ, ο Πήτερ Χατζηθωμάς, ήταν ένας από τους Ρωμιούς εκείνους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αγγλία. Λεβεντάνθρωπος πενηντάρης, διατηρημένος εξαίσια από την υγιεινή ζωή των Σαξόνων και τα σπορ. Έφτασε στο μίζερο καραγκουνοχώρι, φέροντας μαζί του τρία μπαούλα κοστούμια με καρό, πέντε λυκόσκυλα, μια ντουζίνα ρακέτες του τένις, και μια Φραντσέζα ερωμένη. Διόρθωσε και διοργάνωσε το παλιό κονάκι, σε τρόπο που νά ‘χει όλες τις ανέσεις, και τις ηδονές. Όσο για το χτήμα και τα’ ανθρώπινα χτήνη που το δούλευαν, δεν άλλαξε τίποτα. Οι προϋποθέσεις του ανθρωπισμού δεν έχουν καμιά σχέση με τις δουλειές. Business is Business.

[1] Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης, το μπουρίνι (α΄ εκδοχή), σ. 435-436, Εστία 2006.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

στατιστικά μαθήματα

μαθήματα καιροσκοπισμού[1]

Την επομένη της διαδήλωσης, ζήτησα να παρουσιαστούν τα ηγετικά μέλη της πόλης. Πριν από τη συνάντηση, είχα φροντίσει να ενημερωθώ πλήρως από τον κόμη Φήλικα[2]. Καθίσαμε στην άδεια αίθουσα του συμβουλίου και εγώ είχα μια στοίβα από χαρτιά στο τραπέζι εμπρός μου, που μας χώριζε. Ένα μπρούτζινο άγαλμα του Διοκλητιανού μας κοίταζε από ψηλά με περιφρόνηση. Αυτού του είδους τα προβλήματα ήταν εκείνα που του άρεσε ιδιαίτερα να χειρίζεται. Ασφαλώς, αυτή δεν ήταν η δική μου περίπτωση.

«Αυτές οι στατιστικές, αύγουστε, δείχνουν τις διακυμάνσεις της τιμής των σιτηρών, όχι μόνον από χρόνο σε χρόνο, αλλά και από μήνα σε μήνα». Ο κόμης έλαμπε από ευχαρίστηση. Τα στατιστικά στοιχεία και οι αριθμοί τού έδιναν τόση αγαλλίαση όση απολαμβάνουν άλλοι άνθρωποι από τον Πλάτωνα και τον Όμηρο. «Όπως βλέπεις, έχω προβλέψει και για τις διακυμάνσεις της αξίας του χρήματος. Έχουν καταγραφεί εδώ». Κτύπησε με το δάκτυλό του μια περγαμηνή και με κοίταξε έντονα για να βεβαιωθεί πως πρόσεχα τι έλεγε. Όποτε βρισκόμουν με τον κόμη Φήλικα, είχα την αίσθηση ότι ήμουν πάλι παιδί και εκείνος ο Μαρδόνιος[3]. Αλλά ο λειτουργός αυτός ήταν έξοχος ξεναγός στον μυστηριώδη υπόκοσμο του χρήματος. Πίστευε, όπως και ο Διοκλητιανός, στη σταθεροποίηση των τιμών. Είχε κάθε είδους αποδεικτικά στοιχεία από προηγούμενα πειράματα πως ένα τέτοιο σύστημα μπορούσε να αυξήσει τη γενική ευημερία. Όσες φορές βρέθηκα μαζί του, έφυγα πάντοτε πεπεισμένος πως είχε δίκιο. Αλλά, πάλι, σε χρηματικά θέματα μπορεί οποιοσδήποτε να με πείσει για ο,τιδήποτε, τουλάχιστον για μικρό διάστημα. Μετά από ένα εντυπωσιακό λογύδριο, το οποίο παρέμεινε ολοκληρωτικά ακατανόητο για εμένα, ο Φήλιξ με συμβούλευσε να ορίσω την τιμή των δέκα στατήρων σιτηρών σε ένα αργυρό νόμισμα, λογική τιμή για την Αντιόχεια. Στη συνέχεια, θα κρατούσαμε σταθερά την τιμή σε αυτό το ύψος και θα εμποδίζαμε την κερδοσκοπική καιροσκοπία των εμπόρων από την εποχική έλλειψη τροφίμων.

Αρχικά, συμφώνησα με τον Φήλικα. «Αλλά», ρώτησα, «δεν θα έπρεπε να αναθέσουμε στη σύγκλητο να ορίσει τις τιμές ; Οι συγκλητικοί δεν θα έπρεπε να περιορίσουν τους κατοίκους της πόλης τους ;»

Ο Φήλιξ με κοίταξε με το είδος επιτιμητικής ματιάς που μου έριχνε άλλοτε ο Μαρδόνιος όταν έκανα κάποια ιδιαίτερα ανόητη παρατήρηση. «Δεν μπορείς να περιμένεις από έναν λύκο να αφήσει αφάγωτο ένα απροστάτευτο πρόβατο. Αυτό είναι αντίθετο με τη φύση του. Τέλος πάντων, είναι στη φύση τους να πραγματοποιούν όσο μεγαλύτερο κέρδος μπορούν». Διαφώνησα. Όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ο Φήλιξ είχε δίκιο.


[1] Γκορ Βιντάλ, Ιουλιανός, σ. 439 κ.επ., εκδόσεις Εξάντας 1998

[2] ο «υπουργός οικονομικών» του Ιουλιανού

[3] ο ευνούχος Μαρδόνιος ήταν δάσκαλος της αφοσιωμένης στη λογοτεχνία χριστιανής μητέρας του Ιουλιανού, Βασιλίνας। Αργότερα έγινε δάσκαλος του ίδιου και του ετεροθαλούς αδελφού του, Γάλλου.

Διαβάστε επίσης στη ΝομοΣοφία