Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Διδακτική

περί της διδασκαλίας των ελληνικών γραμμάτων[1]

Στην αρχαιότητα είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα ελληνικά γράμματα διδάχτηκαν, στην Αθήνα τουλάχιστον, σε ευρείες λαϊκές ομάδες από τις τελευταίες δεκαετίες του 6ου π.Χ. αιώνα. Στην παραδοχή αυτή μας οδηγεί κυρίως η καθιέρωση κατά το 508 / 7 π.Χ. του θεσμού του οστρακισμού, που εμφανώς προϋπέθετε γνώση της γραφής από τους Αθηναίους πολίτες – ψηφοφόρους. Αλλά και οι γραπτές μαρτυρίες οδηγούν στην ίδια διαπίστωση και, επιπλέον, παρέχουν ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη από την περίοδο αυτή μιας οργανωμένης εκπαιδευτικής λειτουργίας, που εξασφάλιζε γραμματειακή αγωγή[2] σε σχετικά ευρείες ομάδες πολιτών, με τα λεγόμενα γραμματοδιδασκαλεία. Ο Αριστοφάνης λ.χ. εμφανίζει[3] τη γενιά των μαραθωνομάχων να έχει φοιτήσει ομαδικά σε σχολεία από ανατολής ηλίου, ενώ ο Πλούταρχος παρουσιάζει[4] τους Τροιζηνίους, στους οποίους είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων μετά την περσική εισβολή του 480 π.Χ., να παρέχουν αγωγή στους νέους της Αθήνας, κατά την περίοδο της εκεί διαμονής των παιδιών των Αθηναίων πολιτών.

Διδασκόμενα κείμενα ήσαν κυρίως τα ομηρικά έπη, τα οποία από πολύ νωρίς (6° - 5° π.Χ. αι.) είχαν καταστεί κείμενα κλασικά. Ο Πλάτων μαρτυρεί[5] ότι πολλοί στην εποχή του δέχονταν ότι «την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής», ενώ ο Αισχύλος είχε αποκαλέσει[6] τα δράματα του «τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων». Παράλληλα όμως προς τα ομηρικά έπη διδάσκονταν και συλλογές λυρικών ποιητών, στις οποίες κυριαρχούσαν οι λεγόμενοι γνωμικοί ποιητές, γιατί αυτοί κατεξοχήν προσφέρονταν για τη φρονηματιστική αγωγή των νέων, με τις γνωμικές θέσεις και τα ηθικά παραγγέλματα που περιείχαν. Ακόμη, τα κείμενα των νόμων του Σόλωνα χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτική ύλη, επειδή η γλωσσική διατύπωση τους, που διακρινόταν για την αρτιότητα, προσφερόταν για την έναρξη του διδακτικού έργου.

Η εργασία στα κείμενα κατά τα πρωιμότερα χρόνια ήταν κατά βάση γλωσσική, με επικρατούσα τη λεξιλογική επεξεργασία του κειμένου, που ήταν αναγκαία, επειδή η αρχαία γραμματεία χαρακτηριζόταν από πλούσια διαλεκτική ποικιλία. Από κείμενο του Αριστοφάνη[7] φαίνεται πως από τον 5° ήδη π.Χ. αιώνα τα ομηρικά έπη και οι νόμοι του Σόλωνα χρειάζονταν γλωσσική επεξεργασία, για να γίνουν κατανοητά από τους νέους της εποχής αυτής. Κατά συνέπεια, από τον 5° ήδη π.Χ. αιώνα θα είχε αρχίσει η λεξιλογική και γραμματική επεξεργασία των κειμένων στη διδακτική πράξη. Και άλλες γραμματειακές πηγές επιβεβαιώνουν την παραπάνω εκτίμηση[8] . Μετά την πρώτη αυτή προσέγγιση, φαίνεται ότι, πέραν των γλωσσικών στόχων, σχετικά νωρίς η διδασκαλία επιδίωξε και στόχους γενικότερης ανθρωπιστικής καλλιέργειας των νέων, μέσω της ουσιαστικότερης ερμηνευτικής διείσδυσης στα κείμενα. Τούτο καταφαίνεται από τη διαδεδομένη σωκρατική και πλατωνική αντίληψη περί παιδείας, η οποία ήθελε η αγωγή των νέων να μη υπηρετεί πρακτικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, αλλά να δημιουργεί ελεύθερους δημοκρατικούς πολίτες με ολόπλευρη καλλιέργεια της προσωπικότητας τους. Ο Σωκράτης στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα, αναφερόμενος στην παραδοσιακή εκπαίδευση της εποχής του, λέγει σε νέο που θέλει να παρακολουθήσει τα μαθήματα του σοφιστή Πρωταγόρα: «τούτων γαρ (των μαθήσεων) συ εκάστην ουκ επί τέχνη έμαθες ως δημιουργός εσόμενος, αλλ’ επί παιδεία, ως τον ιδιώτην και τον ελεύθερον πρέπει»[9] . Στα χρόνια της κλασικής ακμής η διδασκαλία των κειμένων απέβλεπε κατά κύριο λόγο στη διάδοση της γνώσης των λεγομένων «καλών τεχνών». Δηλαδή, στην κατοχή της ευγλωττίας, στη λογοτεχνική και φιλοσοφική γνώση, στις θεωρητικές ικανότητες και στην τέχνη διακυβέρνησης της πολιτείας. Για τον Πλάτωνα «Παιδεία μεν εσθ’ η παίδων αλκή τε και αγωγή προς το υπό τον λόγου ορθόν ειρημένον»[10] . Ακόμη, θεωρεί ο Πλάτων αγωγή «την προς αρετήν εκ παίδων παιδείαν, ποιούσαν επιθυμητήν τε και εραστήν του πολίτην γενέσθαι τέλεον άρχειν τε και άρχεσθαι επιστάμενον μετά δίκης»[11] . Ο φιλόσοφος δεν θεωρεί την επαγγελματική εκπαίδευση παιδεία.

Οι σοφιστές όμως και ο Ισοκράτης στη διδασκαλία τους επέμεναν κατεξοχήν στη γνώση της γλωσσικής φόρμας, επειδή με αυτήν υπηρετείται η καλλιέπεια και ο πειστικός λόγος. Σ' αυτούς οφείλουν το ξεκίνημα τους οι μεταγενέστερες σχολές γραμματικής και ρητορικής, που τυποποίησαν τις σπουδές και έδωσαν σ' αυτές μορφή εξωτερική και ρητορική. Γενικά, οι σοφιστές αναδείχτηκαν σε δασκάλους της σχετικιστικής πνευματοκρατικής εκπαίδευσης και αξιοποίησαν τα κείμενα για την επίτευξη στόχων που πραγμάτωναν αυτό το είδος παιδείας.

[1] Αθανασίου Β. Βερτσέτη, Διδακτική των Αρχαίων Ελλήνων, σελ. 2-5, Αθήνα 1994.
[2] Η αγωγή ως καλλιτεχνική και γυμναστική-αγωνιστική άσκηση των νέων είχε προηγηθεί της γραμματικής αγωγής. Αλλά και η οικοδιδασκαλία είχε προηγηθεί της ομαδικής (σχολικής) αγωγής, χωρίς η μορφή αυτή εκπαίδευσης να εκλείψει μεταγενεστέρως. Βλ. Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια». 1180 Β και Κοϊντιλιανού I 2.
[3] Βλ. «Νεφέλαι», στ. 986 κ.ε. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι μαχητές του 490 π.Χ. ήσαν νέοι πριν από το 500 π.Χ.
[4] «Βίον Θεμιστοκλέους», όπου ο Πλούταρχος λέγει ότι οι Τροιζήνιοι αποφάσισαν «υπέρ αυτών (δηλ. των παίδων) διδασκάλοις τελεΐν μισθούς», κεφ. 10 3. Πρβλ. και F.A.G. Beck, Greek education 450-350 B.C., Methuen & Co., London 1964, σ. 77.
[5] «Πολιτείας» Χ 606 Ε.
[6] Βλ. Αθηναίου «Δειπνοσοφισταί» VIII 347 Ε.
[7] Σε σωζόμενο απόσπασμα της κωμωδίας «Δαιταλής» (=συνδαιτημόνες) αναπτύσσεται ο εξής διάλογος μεταξύ δύο μαθητών ενός σχολείου:
Α. «Προς ταϋτα συ λέξον όμηρείους γλώττας, τί καλοϋσι κόρυ-
6α... τί καλούσ’ αμενηνά κάρηνα;
Β. Ο μεν ουν σος, εμός δ’ ούτος αδελφός φρασάτω τί καλούσιν ιδυίους;»
Οι όροι «κόρυβα» (= κορυφές) και «αμενηνά κάρηνα» (= νεκροκεφαλές) προέρχονται από τον Όμηρο και ο όρος «ιόνιους» (= μάρτυρες) από τους νόμους του Σόλωνα.
[8] Ο Δημόκριτος είχε συγγράψει συγγράμματα με τίτλους «Περί Ομήρου ή όρθοεπείης καί γλωσσέων», όπου γλώσσα = λέξη με σκοτεινή σημασία, «Περί καλλοσύνης επέων» κ.ά.π., ενώ ο Πρωταγόρας είχε ασχοληθεί με το γένος των ονομάτων και τη σημασία των εγκλίσεων. Βλ. κατωτέρω το κεφάλαιο περί Γραμματικής και Συντακτικού.
[9] Πλάτωνα «Πρωταγόρας» 312 Β.
[10] Πλάτωνα «Νόμοι» 312 Β.
[11] Πλάτωνα «Νόμοι» I 643 Ε.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

των Ελλήνων οι φυλές

Αρβανίτες, οι τελευταίοι Έλληνες[1]

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μπίρη[2] (1960), από το 1350 μ.Χ. έως το 1418 μ.Χ., 81.200 Αρβανίτες, μισθοφόροι στρατιώτες και οι οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν σε ελληνικές περιοχές, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών αυτοκρατόρων και δεσποτών (Δυναστεία των Παλαιολόγων), Καταλανών και Βενετών.


Η ιστορία των αρβανιτών ή αλβανιτών ξεκινά από τις Ελληνικές περιφέρειες της Αλβανιτίας του 13ου αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων η αλβανική αριστοκρατία πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους και προνόμια.


Οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι, σταδιακά, το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη που διοικούσαν, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν ακόμα και αυτήν την ελευθερία τους.


Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την δυσμενή αυτή θέση, οι γηγενείς πληθυσμοί (Αρβανίτες) υποχρεώθηκαν να ασπαστούν τον νομαδικό βίο. Η διαρκής μετανάστευση αποτελούσε μοναδική διαφυγή από τις δυσβάσταχτες νέες συνθήκες που οι Αλβανοί άρχοντες επέβαλλαν στις περιοχές της δικαιοδοσίας τους. Πέρα όμως από αυτές τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον και η οθωμανική εισβολή.


Οι πηγές αναφέρουν ότι η διά θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ.


Οι Αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Αντιθέτως οι Αλβανοί αριστοκράτες μετέβαλλαν ιδεολογία επιλέγοντας μεταξύ του Ισλάμ και του Ρωμαιοκαθολισμού, ανάλογα πάντα με τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία άπτονταν κυρίως της διατήρησης της οικονομικής τους ευρωστίας και της κοινωνικής τους θέσης.


Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά την Θεσσαλία οι Αρβανίτες μετακινήθηκαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά.


Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, αρχικά σε μικρούς αριθμούς, μετά από την πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Κατακουζηνού (1348 – 1380). Αργότερα, ο δεσπότης Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε άλλους 10.000 Αρβανίτες. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Γύρω στο 1454, ο τοπικός Αρβανίτης ηγέτης Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες υπό τις διαταγές του.


Οι Βενετοί μίσθωσαν πρώτοι πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν στον ενετικό στρατό στο ελληνικό σώμα των Stradioti. Με βάση τους απολογισμούς του Γάλλου Philippe de Commines (1447 - 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο ως πεζοί και έφιπποι στρατιώτες. Οι ίδιοι οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν πάντοτε ως Έλληνες.


Αργότερα, οι Αρβανίτες υπηρέτησαν στον στρατό του Ερρίκου Η' της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491-1547 // βασίλευσε 1509-1547).Αρβανίτες κατείχαν, συχνά, θέσεις σε ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες στις παροικίες της Δύσης. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχωρήθηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και φυσικά ως Έλληνες.


Οι Αρβανίτες πρωτοαναφέρονται – σαν Αρβανίτες από το Άρβανον – στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, "Αλεξιάδα". Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί εισβολείς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (1081 – 1118). Στην «Ιστορία» (1079 – 1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός χρονογράφος Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.


Οι Έλληνες Αρβανίτες δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στα ζητήματα της θρησκείας ή των φυλετικών επιμιξιών και κυρίως στο θέμα της πολιτισμικής ιδιοσυστασίας. Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρει από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Από μελέτες που έχουν γίνει καταδεικνύεται πως τα «ελληνικά αρβανίτικα» περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και "βαριά". Είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου. Η δε κουλτούρα των Αρβανιτών περιέχει μία καθαρά δωρική ιδιοσυστασία.

_____________________

[1] Βιβλιογραφία

"Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών", Κώστας Μπίρης, 1η έκδοση, 1960.

"Οι Αρβανίτες και το αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα", Γιάννης Γκίκας.

"Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων", Αριστείδης Κόλλιας, 1983.

"Οι Έλληνες Αρβανίτες", Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, 1997

"Ανθολογία Αρβανίτικων τραγουδιών της Ελλάδας", Θανάσης Μωραΐτης, 2002,

Οι Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος -15ος αι.), Ίδρυμα Γουλανδρή, 1991.

Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, Παπαδήμας, 1995.

[2] Ο Κώνσταντίνος Μπίρης ήταν λαογράφος και αρχιτέκτονας. Το βιβλίο του «Αρβανίτες, οι Δωριείς του σύγχρονου Ελληνισμού, ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών» (1960) αποτελεί μια σχολαστική μελέτη για τους Αρβανίτες και είναι το έργο στο οποίο αναφέρονται πιο συχνά οι άλλοι επιστήμονες που μελέτησαν τους Αρβανίτες.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

ο περήφανος άνθρωπος

Η μπαλλάντα του Μάγκνερ Βόρεν[1]

Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος πολύ περήφανος
Τόσο περήφανος ήτανε
που έχτισε το σπίτι του για να μη φαίνεται
ανάμεσα σε χόρτα ψηλά και καταγάλανα σαν κύματα
αφού με κόπο τρυπώναν τα πουλάκια και του τραγουδούσανε
με κόπο τρύπωνε ο ήλιος
γιατί και τα πουλιά κι ο ήλιος τον αγαπούσανε

Ζούσε ολομόναχος εκεί
Κάποτε μόνο που αρρώστησε τρέξανε όλοι οι γείτονες για να τον δούνε
γιατί πολύ τον αγαπούσανε
Τόσο ευγενικός και μόνος τούς φαινότανε

Την άνοιξη που έγινε καλά
πήρε το ραβδί του και το σκούφο του και έφυγε
Οι γείτονες δακρύσανε γιατί πολύ τον αγαπούσανε
Γιατί κλαίτε ; τους λέει τότε
Δεν μπορεί ένας άνθρωπος μόνος να βαρέθηκε ;
Μήπως πρέπει επειδή έχει σπίτι
να μένει πάντα κλεισμένος στο σπίτι του ; Και γέλασε
λιγάκι σαν χαρούμενος και λίγο σαν θλιμμένα
Σωστά … Σωστά τα λέει
είπανε όλοι κουνώντας το κεφάλι τους με κατανόηση
κι όλοι μαζί τον αποχαιρετήσανε
Αλλά εκείνοι μείνανε γιατί τους άρεσε πολύ εκεί που ζούσανε
Κι έπειτα … σκέφτηκαν την ώρα που τον έβλεπαν να φεύγει
Κάποια μέρα μπορεί ο Μάγκνερ Βόρεν να γυρίσει πάλι ! –
γιατί έτσι τον λέγανε.[2]

[1] Ζέφη Δαράκη, το παιχνίδι να ονειρεύεσαι, εκδόσεις Κέδρος 1981
[2] σχετικό άρθρο: http://nomosophia.blogspot.com/2009/05/blog-post_06.html

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Ορθόδοξη θεολογία

«Εικονολατρεία»[1]

Θα επικαλεστώ τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια βυζαντινή ή και μεταβυζαντινή ελληνική ορθόδοξη Εικόνα, και σε μιαν αντίστοιχη ρωσική. Μια ρωσική ορθόδοξη Εικόνα είναι, οπωσδήποτε, μια απαρχή διαλόγου με τη Δύση στα όρια της δυτικής θρησκευτικής στάσεως. Είναι δύσκολο να ερμηνευτή με το λόγο η χαρακτηριστική διαφοροποίηση της ρωσικής αγιογραφίας, δεν έχει παρά να αντιπαραθέση κανείς μια ρωσική σε μιαν ελληνική Εικόνα. Αυτό που λέω απαρχή διαλόγου με τη Δύση, στην περίπτωση της ρωσικής αγιογραφίας είναι, καταρχήν, μια προσπάθεια εξαϋλώσεως, πολύ διαφορετική από τη μεταμόρφωση της κτιστής φύσεως, που αποτελεί το χαρακτηριστικό της βυζαντινής αγιογραφίας. Η τάση της εξαϋλώσεως ανταποκρίνεται καίρια και ουσιαστικά στη δυτική θεολογική στάση και στη δυτική θρησκευτική νοοτροπία, και έχει ωραιότατα διατυπωθεί στη γοτθική αρχιτεκτονική. Μπροστά σε μια ρωσική ορθόδοξη Εικόνα, πολύ συχνά, δεν έχει κανείς τη μαρτυρία της μεταμορφώσεως, δοσμένη σχηματικά – διακοσμητικά. Το διακοσμητικό στοιχείο αντικαθιστά τη σωστή απεικόνιση του φυσικού για να το εξαΰλωση: οι πτυχές του ενδύματος δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ενός σώματος κάτω από το ένδυμα, η στάση των σωμάτων και οι κινήσεις τους είναι γεωμετρικά σχηματικές, η τεχνική της αφαίρεσης δεν οδηγεί στη μεταμόρφωση, αλλά στην εξαΰλωση του αντικειμένου. Αντίθετα, σε μιαν ελληνική Εικόνα οι πτυχώσεις σκεπάζουν, αλλά και αποκαλύπτουν, ένα συγκεκριμένο και απτό ανθρώπινο, σώμα, οπωσδήποτε, μεταμορφωμένο και όχι σαρκικό, αλλά πάντως σώμα πραγματικό και όχι σύμβολο ή ιδέα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο διάλογος της σύγχρονης ρωσικής θεολογίας με τη Δύση βασίστηκε σημαντικά στον ενθουσιασμό των δυτικών για τις ρωσικές Εικόνες. Στα πλαίσια της ρωσικής αγιογραφίας μπορεί να κατανοήση κανείς την όλη κατεύθυνση της νεορωσικής θεολογίας … όπως λόγου χάρη, στη ρωσική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Εκεί, θα μπορούσε να μελετήση κανείς τις ακραίες συνέπειες των θεολογικών διαφοροποιήσεων που μας απασχολούν, ίσως και το ιστορικό πρόβλημα για τη σχέση αυτών των διαφοροποιήσεων με γεγονότα, όπως η εκπληκτική επιτυχία του μπολσεβικισμού στην ορθόδοξη Ρωσία και η θαυμαστή τεχνολογική εξέλιξη αυτής της χώρας μέσα σε πενήντα μόλις χρόνια.[2]

[1] Χρήστου Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση – η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, σ. 41-42, εκδόσεις Αθηνά, Αθήνα 1979.
[2] σχετικό άρθρο: http://nomosophia.blogspot.com/2009/04/blog-post_29.html

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

περί γραμμάτων

άνθρωπος … εγγράμματος – άνθρωπος … αγράμματος[1]

το ξέρεις το μάθημα ;[2]

Εις τα Βυζαντινά σχολεία ο διδάσκαλος έδιδεν ωρισμένον προς ανάγνωσιν και ερμηνείαν τμήμα, το οποίον την επομένην ο μαθητής ώφειλε καλώς να γνωρίζη. Αν, εξεταζόμενος ούτος, απεδεικνύετο μη κατέχων το μάθημά του, τότε ο διδάσκαλος, ως έπειτα έλεγον : «δεν του άλλαζε», τον ηνάγκαζε δήλα δη να επαναλάβη την επομένην το ορισθέν. Συνέβαινεν ούτως ο μαθητής, προς μεγάλην του στενοχώριαν, να μη αλλάσση φύλλον δις και τρις.

Τα πράγματα ήλλασσον, όταν ο διδάσκαλος, ικανοποιημένος, επέτρεπεν εις τον μαθητήν, προς μεγάλην του χαράν, να προχωρήσης, στρέφων το φύλλον του βιβλίου του. Εκ του σχολικού λοιπόν βίου έλαβε την αρχήν η φράσις : «θα γυρίση το φύλλο», τουτέστι θα μεταβληθούν τα πράγματα.
____________________

υπογραφές και σημεία[3]

Εκ των μεσαιωνικών ημών σχολείων γνωστόν είναι, ότι εξήλθον άνδρες διαπρέψαντες επί παιδεία και μεγάλως εις την καλλιέργειαν των Ελληνικών γραμμάτων συντελέσαντες, μη ούσης όμως υποχρεωτικής της παιδεύσεως, και πάμπολλοι ήσαν αγράμματοι, οίτινες, οσάκις παρουσιάζετο ανάγκη να υπογράψωσιν έγγραφόν τι, ηδυνάτουν.

Η δυσκολία τότε ήρετο διά του σίγνου, του σημείου δήλα δη του δακτύλου. Ο αγράμματος τουτέστιν εβύθιζεν ένα των δακτύλων εις το μέλαν και κατόπιν επίεζεν αυτόν επί του χάρτου. Το σημείον της χειρός, «το σίγνον της χειρός», ως έλεγον, ήτο η υπογραφή.

Εκ του εθίμου τούτου παρήχθη το ρήμα δακτυλοσκοπώ, εξ ου έλαβε την αρχήν και το σημερινόν : «έβαλε τη δαχτυλιά του», την υπογραφήν του δήλον ότι.

Αλλά και άλλως υπέγραφον τότε οι αγράμματοι. Αντί της υπογραφής των, εσημείωνον το σημείον του σταυρού, όπερ υπέρ παν άλλο ησφάλιζε την τήρησιν των συμπεφωνημένων. «ο το σίγνον του σταυρού ιδιοχείρως πήξας» και : «εγώ δε ως αγράμματος γράφω το σημείον του σταυρού» είναι μυριόλεκτα εν τοις μεσαιωνικοίς εγγράφοις, ως συχνότατον είναι εν τοις εγγράφοις της Τουρκοκρατίας και το : «εγώ ως αγράμματος σταυροσημειώ».
____________________

τύπος και υπογραμμός[4]

Εις τα σχολεία της κατωτέρας εκπαιδεύσεως, ή «των ιερών γραμμάτων», όπως τα έλεγον οι Βυζαντινοί, ο διδάσκαλος, μέλλων να διδάξη εις τους αρχαρίους την γραφήν, ελάμβανε του μαθητού το πινακίδιον και, κατά παράκλησιν αυτού, όστις του έλεγε : «ποίησόν μοι αρχήν γραμμάτων», έγραφεν εις το άνω μέρος αυτού ωρισμένα γράμματα, βραδύτερον και φράσεις, τας οποίας ούτος ώφειλε ν’ αντιγράψη πολλάκις κάτωθεν.

Το δείγμα τούτο της γραφής εις την σχολικήν Βυζαντινήν γλώσσαν ελέγετο «τύπος» ή «υπογραμμός», επειδή δ’ ούτος ήτο πρότυπον μιμήσεως, άτε καλώς γεγραμμένος, αφ’ ου εν των προσόντων του Βυζαντινού διδασκάλου ήτο να είναι ούτος καλλιγράφος, διά τούτο, περί προσώπου το οποίον διά την αρετήν και τα λοιπά προσόντα εξαίρεται, λέγομεν ότι είναι : «τύπος και υπογραμμός».

Τον τύπον τούτον ελέγετο ότι «εχάρασσεν» ο διδάσκαλος, επειδή δε το γραφέν ήτο η αρχή της αντιγραφικής εργασίας του μαθητού, διά τούτο έμεινεν η σημερινή φράσις : «λίγο χάραξέ μου κι’ εγώ καταλαβαίνω», ήτοι κάμε μου ελαφρόν υπαινιγμόν και εγώ εννοώ.

[1] Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, Τ. Ε΄ (παράρτημα), εκδόσεις Παπαζήση, εν Αθήναις 1952.
[2] σελ. 15.
[3] σελ. 104-105.
[4] σελ. 13.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

έθνη και μνήμες

εθνικές μνήμες[1]
και οι ακούραστοι στρατιώτες της φυλής

Στον ιστορικό του 5ου αιώνα Εγκισέ ο πατριώτης ιερέας Λεβον προσπαθεί να εμψυχώσει τους αρμένιους πολεμιστές πριν από την κρίσιμη αναμέτρησή τους με τους Πέρσες. Τους λέει:

Θυμηθείτε όλους τους πανάρχαιους πατέρες μας που υπήρξαν προτού ακόμα φανεί ο υιός του θεού και υπήρχαν πάντοτε σ' όλους τους χρόνους και τους καιρούς.

Ως εκεί την πάει ο Αρμένιος την εθνική του μνήμη, στις αρχές των αρχών.
Υπάρχουν στη φύση και στην ιστορία των Αρμενίων πηγές που ποτίζουν αδιάκοπα την προσήλωση στη μνήμη, στις πανάρχαιες καταβολές. Είναι η αίσθηση που δεσπόζει στο ψυχικό τους κλίμα κι έχει χρωματίσει πολύ αδρά την ιστορία τους, την τέχνη τους, τον πνευματικό τους πολιτισμό και αυτή την πρακτική συμπεριφορά του παλιού και του σημερινού αρμένιου πατριώτη. Αίσθηση περήφανη και δραστήρια. Και σε πολλά πικρή. Είναι δηλαδή και γλυκό αυτό το αίσθημα με την περηφάνια του, αλλά κυρίως είναι πικρό, όπως ένα τραγούδι που δεν το άφησαν να τραγουδηθεί ποτέ ολόκληρο κι αυτό ξαναγυρίζει μες στην ψυχή του τραγουδιστή, γίνεται στεναγμός, κρυφό παράπονο. Ο Αρμένιος που ξέρει κι αγαπά την ιστορία του, όπου να ζει, σκέφτεται αυτά τα ανείπωτα τραγούδια. Ένας από τους καλύτερους ποιητές τους των νεότερων χρόνων, ο Αβέτικ Ισαακιάν, που συμμερίστηκε πολύ νέος τη μοίρα του περιπλανώμενου Αρμένιου, του Παντούχτ, και του έχει αφιερώσει ωραία τραγούδια, γράφει στα θυμήματά του πως τον ακολουθούσε η Αρμενία όπου να πήγαινε.

Εκείνην κουβαλούσε η ψυχή μου παντού, τα μάτια μου κοίταζαν το Μονμπλάν κι η ψνχή μου έβλεπε τον Μασίς, στην Αθήνα ο Παρθενώνας ζωντάνευε τη γραμμή του ναού της Ριψιμέ και του Ερερούικ, στη Νεάπολη οι πλανόδιοι τραγουδιστές ξυπνούσαν τους σκοπούς των λαϊκών μας τραγουδιών.

Η μνήμη των Αρμενίων είναι μια κιβωτός κατοικημένη από τα ιερά της φυλής κι αραγμένη στην κορυφή του περίφημου βουνού τους — ο Κατακλυσμός βαστάει ακόμα εκεί πέρα.
Μέσα στη φύση τους ζει η υπόμνηση ενός πρωταρχικού ξεκινήματος. Η ζωή τους, ακόμα και στην πρωτεύουσά τους, σήμερα, το Ερεβάν, που είναι σύγχρονη μεγάλη βιομηχανική πόλη, δεν έχει χάσει το δεσμό με το ύπαιθρο, τη φύση τους οι Αρμένιοι δεν την άφησαν να στραπατσαριστεί, τους πονά όταν κάποιος τους την πληγώσει, την βλέπουν καθημερινά, τη ζουν, συνομιλούν μαζί της. Μπορεί σ’ έναν Αρμένιο να φανεί υπερβολικό αυτό που λέω, να φανεί απλώς τουριστικό. Αλλά εγώ μιλώ με τις δικές μου πείρες, μέσα από τις δικές μου συγκρίσεις. Βρίσκω πως η αρμένικη φύση είναι και ευτυχώς — παντοδύναμη μέσα στο πνεύμα που σκέφτεται και δημιουργεί η σημερινή Αρμενία. Δε μπορεί ο Νααπέτ να λησμονήσει πώς ο πατέρας τους, φτωχός τσαγκάρης στην Κοκκινιά, έπαιρνε τα παιδιά του και τη γυναίκα του και πριν ακόμα φέξει τους. είχε ανεβάσει σε μια πλαγιά της Πεντέλης. Εκεί κάθονταν και περίμεναν να δουν πώς μέσα από τη θάλασσα θα ξαναγεννηθεί ο Βαάγκν, ο αρχαιότερος θεός της φυλής τους. Ξέρω τώρα πως αν σήμερα στη χώρα τους στιγμές – στιγμές αναζωπυρώνεται το θρησκευτικό αίσθημα, η εξήγηση βρίσκεται κυρίως — μπορεί να υπάρχουν κι ένα εκατομμύριο άλλοι λόγοι — στην ιδιαίτερη λάμψη, στην ιδιαίτερη επιβεβαίωση που δίνει η θρησκεία στην αντίληψη για την ιδιαιτερότητα και την αρχαιότητα της αρμένικης ιστορίας. Το πρόσεξα αυτό σε όσα έβλεπα και συζητούσα. Μπορώ να πω ότι ο Αρμένιος πάει στην εκκλησία πρώτα και κύρια για να δηλώσει εμπιστοσύνη στην αρμενικότητά του. Ξέρει άλλωστε τί κάνει κι ο σημερινός πανέξυπνος και πολυδιαβασμένος, όπως μας είπαν, Καθολικός τους, ο πατριάρχης και ο πάπας τους Βασγκέν ο 1ος, που έλαβε το σχήμα νέος εδώ στην Αθήνα στα χρόνια της Κατοχής. Ξέρει τί κάνει όταν απευθύνει προς το μέρος της διανόησης πειστικά δείγματα αφοσίωσης στην εθνική ιδέα, σε ό,τι κυρίως έχει σχέση με τον εθνικό πολιτισμό, με τα εθνικά τους γράμματα. Με καθαρό χρυσάφι έβαλε να φτιάξουν τα 36 γράμματα του αρμενικού αλφαβήτου, αυτούς τους ακούραστους στρατιώτες της φυλής και σαν τα άγια των αγίων τα φυλάει σε μια μικρή αίθουσα του πατριαρχείου.

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», Μτορούμ, σ. 53-55, εκδόσεις Κέδρος 1982.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Ιστορία

η μετάβαση του Θεμιστοκλή στην αυλή του Βασιλιά των Περσών[1]

Όταν ο δύστυχής εξόριστος[2] έφθασεν εις το παλάτιον του πολυτελούς Μονάρχου της Περσίας, παρεκάλεσεν Αρτάβαζον τον χιλίαρχον, να λάβη την άδειαν, ως έλλην ξένος, να ομιλήση μετά του βασιλέως. Αλλ’ αυτός είπεν, ότι παρά μεν τοις Έλλησι τιμάται ελευθερία και ισότης, παρ’ αυτοίς δε νόμος ήτον να τιμώσι τον βασιλέα, προσκυνούντες αυτόν ως έμψυχον εικόνα θεού. Και χωρίς ταύτης της προσκυνήσεως είναι αδύνατον να ομιλήση τις μετά του βασιλέως. Ο Θεμιστοκλής, ο οποίος δεν ήτον ποτέ δεισιδαίμων εις παρόμοια πράγματα, όταν ημπόρει να απολαύση του ποθουμένου, υπεσχέθη να κάμη ούτω, και πεσών επί πρόσωπον έμπροθεν του Βασιλέως κατά τον Περσικόν νόμον, εφανέρωσε το όνομα, την πατρίδα, και τας δυστυχίας του. «Εγώ έκαμον, έκραξε, την αχάριστον πατρίδα μου πολλάς εκδουλεύσεις, και τώρα έρχομαι να προσφέρω αυτάς εις εσέ. Η ζωή μου είναι εις χείρας σου. Και τώρα ημπορείς να φανερώσης την ευσπλαχνίαν σου, ή να δείξης την εκδίκησίν σου. Διά μεν του πρώτου θέλεις σώσει ένα πιστόν ικέτην σον, διά δε του δευτέρου θέλεις απωλέσει τον μέγιστον εχθρόν των Ελλήνων». Ο Βασιλεύς ουδέν απεκρίνατο τότε, εθαύμασε δε υπερβαλλόντως το φρόνημα, και την τόλμην αυτού, και έδειξε πάραυθα την χαράν του επί τω συμβάντι, ειπών προς τους αυλικούς του, ότι εθεώρει τον ερχομόν του Θεμιστοκλέους ως ευτυχίαν μεγίστην, και ηύχετο να εξορίζωσιν οι εχθροί του πάντοτε τους αρίστους, και σοφούς εξ εαυτών. Η χαρά του ήτον τόση, ώστε και διά νυκτός ονειρευόμενος, ανέδραμε της κλίνης, και ανεβόησε τρις, έχω Θεμιστοκλέα τον Αθηναίον. Τω έδωκε τρεις πόλεις διά να τρέφηται, και να ζη εν αφθονία, και λαμπρότητι. Λέγουσιν ότι τοσαύτη ην η εύνοιά του εις την Περσικήν αυλήν, και τόση μεγάλη ην η περιποίησις, οπού ελάμβανεν από πάσαν τάξιν ανθρώπων, οπού καθήμενος ποτέ εις την τράπεζαν, είπε παρρησία προς την γυναίκα, και τα τέκνα του προκαθήμενα, Τέκνα, απωλόμεθ’ αν, ειμή απωλόμεθα.

[1] Βιβλιοθήκη Ιωάννου Β. Παραγυιού, Ολιβιέρου Γκολδσμιθίου, Ιστορία της Ελλάδος, σελ. 201-202, Βιέννη 1805.
[2] Θεμιστοκλής