Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

μαθήματα ποίησης

Ερωτόκριτος[1]

Του κύκλου τα γυρίσματα, π’ ανεβοκατεβαίνου,
και του τροχού, π’ ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου
με του καιρού τα’ αλλάματα, π’ αναπαημό δεν έχου,
μα ‘ς το καλό κ’ εις το κακό περιπατούν και τρέχου,
και των αρμάτω οι ταραχές, όχθριτες και τα βάρη,
του έρωτα η μπόρεσι, και τσι φιλιάς η χάρι,
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα
ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα
ς’ μιαν κόρη κ’ έναν άγγουρο, που μπερδευτήκα ομάδι
σε μια φιλιάν αμάλαγη με δίχως ασχημάδι·
κι όποιος του πόθου δούλεψε εισέ καιρόν κιανένα,
ας έρθη να τα’ αφουγκραστή ο τ’ είν’ εδώ γραμμένα,
να πάρη ξόμπλι κι αρμηνειά βαθιά να θεμελιώνη
πάντα σ’ αμάλαγη φιλιά, οπού να μην κομπώνη·
γιατ’ όποιος δίχως πιβουλιά τον πόθον του ξετρέχει,
εις την αρχή α βασανιστή, καλό το τέλος έχει.
Αφουγκραστήτε το λοιπό, κι ας πιάνη οπού ‘χει γνώσι,
για να κατέχη αλλού βουλή κι απόκρισι να δώση.
Τσι περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ωρίζα,
κι οπού δεν είχ’ η πίστι ντως θεμέλιο μηδέ ρίζα,
τότες μια αγάπη μπιστική στον κόσμο φανερώθη,
κ’ εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδέ ποτέ τζι λειώθη·
και με τιμή ήσα δυο κορμιά στου πόθου το καμίνι,
και κάμωμα πολλά ακριβό ‘ς έτοιους καιρούς εγίνη
εις την Αθήνα, που ‘τονε τσι μάθησις η βρώσις
και το θρονί της αρετής κι ο ποταμός τσι γνώσις.
Ρήγας μεγάλος ώριζε την άξα χώρα κείνη
μ’ άλλες πολλές, κ’ εις αντρειγές εξακουστός εγίνη,
Ηράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστό ‘που τα’ άλλους,
ποπανωθιό ‘ς τσι φρόνιμους, πρώτος εις τσι μεγάλους,
ξετελειωμένος βασιλιός πλι’ άξος σε πάσα τρόπο,
που οι εμιλιές του ήσα σκολειό και νόμος των αθρώπω.
Από μικρός παντρεύτηκε και συντροφιάστη ομάδι
με ταίρι, που ποτέ κιανείς δεν του ‘βρισκε ψεγάδι·
Άρτεμη την ελέγασι τη Ρήγισσαν εκείνη,
άλλη κιαμιά στη φρόνεψι, ίσα τζι δεν εγίνη.
Κ’ οι δυο σομπροπατούσανε, στη ζυγαράν εσάζα,
στην όρεξιν ευρίσκουντα, στη ζυγαράν εσάζα,
στην όρεξιν ευρίσκουντα, ‘ς τσι γνώμες εταιριάζα·
αγαπημέν’ αντρόγυνο ήτονε πλια παρ’ άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο,
γιατ’ ήσανε χρόνους μαζί, και τέκνο δεν εκάμα,
‘ς έγνοια μεγάλη και καημό τσι ‘βαν αυτό το πράμα·
κάρβουνο μεσ’ στα σωθικά τσι ‘βραζε νύχτα μέρα,
μην έχοντας κλερονομιά, σιμώνοντας τα γέρα·
τον Ήλιο και τον Ουρανό συχνιά παρακαλούσα,
για να τα’ αξώση και να δουν παιδί, που πεθυμούσα.
Περνούν οι χρόνοι κ’ οι καιροί, κ’ η Ρήγισσα γαστρώθη,
κι ο Ρήγας οχ το λογισμό και βάρος ελυτρώθη.
Αγάλι αγάλια σίμωσε, κ’ ήρθεν εκείν’ η ώρα,
να γεννηθή κλερονομιά, ν’ αναγαλλιάσ’ η χώρα·
μια θυγατέρα κάμασι, κ’ ήφεξε το παλάτι,
κείνη την ώρα, που η μαμμή στα χέρια την εκράτει·
θεράπειο κι αναγάλλασι, χαρά πολλά μεγάλη,
ο Ρήγας με τη Ρήγισσαν επήρασι κι οι άλλοι·
τσι χώρας σπίτια και στενά σου φαίνετο γελούσα,
κ’ οι γειτονιές εχαίρουντα, κι οι τόποι αναγαλλιούσα.
Ήρχισε κ’ εμεγάλωσε το δροσερό κλωνάρι,
κ’ επλήθενε στην ομορφιά, στη γνώσι κ’ εις τη χάρι·
εγίνηκε της ηλικιάς, παντόθες εγρικήθη,
πως, για να το ‘χου θάμασμα, στον κόσμον εγεννήθη·
και τα’ όνομά τζι το γλυκύ το λέγαν Αρετούσα …

[1] Από τον Ερωτόκριτο του Βιτζεντζου Κορνάρου, Δωρικός, Αθήνα 1991

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Επιστολές

Παρίσι 6 Δεκεμβρίου 1912[1]

… Ο κ. Σαν Τζουλιάνο απείλησε δύο φορές την Ελλάδα με πόλεμο εάν επέμενε στην διεκδίκηση της ηπειρωτικής παραλίας και η Ελλάδα αναγκάστηκε να υποχωρήσει, πράγμα που σημαίνει ότι οι δυστυχείς κάτοικοι της Νιβίτσας, του Αγίου Βασιλείου, του Πικερνιού, του Λουκόβου και της Χειμάρρας θα ξαναρχίσουν τη ζωή του τρόμου και της φρίκης κάτω από τον αλβανικό ζυγό. Η συνδιάσκεψη των πρεσβευτών στο Λονδίνο, με τη συνεχή πίεση της Ιταλίας, με το μέρος της οποίας συντάχθηκε και η Αυστρία, τον Αύγουστο, αποφάσισε να χωρίσει την Ήπειρο στα δύο με μια διαχωριστική γραμμή. Η γραμμή την οποία χάραξαν οι πρεσβευτές με ανευθυνότητα πάνω στον χάρτη, χωρίς να παρατηρήσουν, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε τις ιδιομορφίες του εδάφους, άρχιζε από το ακρωτήρι Στύλος και έφτανε στην Κορυτσά, παραχωρώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην Αλβανία τους Αγίους Σαράντα, το Δέλβινο, το Αργυρόκαστρο, το Λεσκοβίκι, την Πρεμετή, την Κολωνία και την Κορυτσά ακόμα, δηλαδή στην πραγματικότητα όλες εκείνες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά που είχα επισκεφθεί και των οποίων ο ελληνικός πατριωτισμός με είχε βαθύτατα συγκινήσει. Το πολύ, πολύ θα άφηναν στην Ελλάδα την Κόνιτσα, αλλά κατά τέτοιο τρόπο απομονωμένη στην κοιλάδα της, χωρίς διέξοδο, ώστε ο οικονομικός μαρασμός της πόλης να είναι αναμφίβολος και η αλβανική απειλή συνεχώς παρούσα. Για να καλύψουν το έγκλημα της απόφασης αυτής έστειλαν για την χάραξη των νέων συνόρων μια επιτροπή. Αλλά σ’ αυτήν συμμετείχε ο Αυστριακός πρόξενος στα Ιωάννινα κ. Μπιλίνσκι, εκείνος που φωτογραφήθηκε με την γυναίκα του και τον υποπρόξενό του μπροστά στην αγχόνη όπου οι Τούρκοι κρέμαγαν τους Έλληνες. Η Ιταλία εκπροσωπήθηκε από τον πρόξενό της στα Ιωάννινα κ. Λαμπία, αποδεδειγμένο ελληνόφοβο, με δεύτερο εκπρόσωπο τον λοχαγό Καστάλντι, του οποίου η μεροληψία δεν ήταν λιγότερο εμφανής. Με τέτοιους συναδέλφους, οι εκπρόσωποι των άλλων Δυνάμεων αντιμετώπισαν πολύ γρήγορα την αδυναμία να ολοκληρώσουν ένα έργο, το οποίο θα είχε έστω και μια επίφαση χρησιμότητας. Χρειάστηκαν είκοσι δύο ημέρες για να επισκεφθούν έξι χωριά, όπου αρκέστηκαν να εξετάσουν το γλωσσικό ιδίωμα των γιαγιάδων των κατοίκων. Πρόκειται για δόλια βάση έρευνας, την οποία η Ιταλία και η Αυστρία πέτυχαν να υιοθετηθεί από την συνδιάσκεψη του Λονδίνου ως η καταλληλότερη να δώσει σοβαρά δείγματα σχετικά με το ελληνικό ή αλβανικό χαρακτήρα των χωριών της επίμαχης ζώνης. Οι δύο ενδιαφερόμενες δυνάμεις πέτυχαν ακόμα να τερματιστούν οι εργασίες της διεθνούς επιτροπής την 30η Νοεμβρίου και την 31η Δεκεμβρίου ο ελληνικός στρατός να εκκενώσει τα εδάφη που παραχωρήθηκαν στην Αλβανία. Δεν μπήκαν στον κόπο … να ενδιαφερθούν για την προστασία – την επαύριο της εκκενώσεως – των πληθυσμών που αυθαίρετα περιελήφθησαν στο αμφίβολο αλβανικό βασίλειο …

Εγκαταλελειμμένοι από την Ελλάδα … οι Ηπειρώτες αποφάσισαν να υπερασπιστούν μόνοι τους την ελευθερία τους. Τριάντα χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κατατάχθηκαν σε στρατιωτικούς σχηματισμούς, γνωστούς με το όνομα «Ιεροί Λόχοι». Εδώ και μήνες γυμνάζονται και συμπληρώνουν τις προμήθειες σε τροφές και πολεμοφόδια. Ένας πλούσιος Ηπειρώτης από την Αμερική δώρισε στους συμπατριώτες του μία πυροβολοστοιχία με τέσσερα κανόνια Κρεζώ, τα οποία χειρίζονται επιτήδειοι πυροβολητές Ηπειρώτες που πολέμησαν στους Βαλκανικούς πολέμους στις τάξεις του ελληνικού στρατού. Ηπειρώτες αξιωματικοί του ελληνικού στρατού παραιτήθηκαν και ήρθαν να αναλάβουν την διοίκηση των σωμάτων των εθελοντών. Τα πάντα είναι έτοιμα και όλοι περιμένουν. Ο κ. Σαν Τζουλιάνο και ο κ. Τζιολίττι θα έχουν άραγε το θάρρος να ζητήσουν από τον βασιλιά Βίκτωρα-Εμμανουήλ την αποστολή των bersaglieri[2] και ενός μεγάλου εκστρατευτικού σώματος για να δαμάσουν τους Ηπειρώτες και να παραδώσουν στον πρίγκιπα Βηδ τους ανυπότακτους υπηκόους του ; Τούτο φαίνεται αμφίβολο, δεδομένου ότι ο πόλεμος της Τριπολίτιδας δεν έχει ευνοήσει στην Ιταλία την αποδοχή από τον ιταλικό λαό φονικών αποστολών. Αντίθετα, η υπουργική κατάσταση του κ. Τζιολίττι κάθε άλλο παρά χρειάζεται μία επικίνδυνη περιπέτεια. … Η κατάσταση άρα θα παραμείνει ως έχει, με την βεβαιότητα της επανάληψης αιματηρών συγκρούσεων των αλβανικών συμμορίων από τη μια μεριά – έτοιμων να λεηλατήσουν τις πόλεις της Ηπείρου, τις οποίες θεωρούν πλέον ως λεία που η Ευρώπη τους παραχώρησε – και των ιερών λόχων απ’ την άλλη …

[1] Rene Puaux, δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος, Τροχαλία. Η επιστολή αυτή του Rene Puaux πρωτοδημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1913 στην γαλλική εφημερίδα Χρόνος και αποτελεί τμήμα τηλεγραφημάτων και επιστολών, που ο Puaux απέστειλε την εποχή εκείνη προς δημοσιεύση.

[2] Βερσαλ(λ)ιέροι (λέξη ιταλική, bersagliere=σκοπευτής) είναι στρατιώτες του ιταλικού στρατού ελαφρά οπλισμένοι. Συγκροτήθηκαν σε σώμα και ονομάστηκαν έτσι το 1836.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

η ελληνική γλώσσα στην Δύση

Μαθήματα ελληνικών
Ο σπόρος του Βαρλαάμ[1]

Ο εκ Καλαβρίας μοναχός Βαρλαάμ (+1348) ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και ύστερον επέμφθη (τω 1339) υπό του αυτοκράτορος Ανδρονίκου του τρίτου πρεσβευτής παρά τω πάπα εις Αβινιώνα, ένθα εντυχών τω ποιητή Πετράρχη εδίδαξεν αυτόν την ελληνικήν γλώσσαν. Ο μελίρρυτος του έρωτος αοιδός ανέγνω μετά του Βαρλαάμ και υπό την καθοδήγησιν αυτού τον Πλάτωνα, διέδωκε δε διά των ποιημάτων και των πολυαρίθμων αυτού μαθητών και φίλων την αγάπην προς την πλατωνικήν φιλοσοφίαν. Ούτος έσχεν ακροατήν και θαυμαστήν τον Βοκκάκιον, εις ον συνέστησεν ως άριστον διδάσκαλον της ελληνικής τον Καλαβρόν Λεόντιον Πιλάτον. Ο Βοκκάκιος ενεργήσας να ιδρυθή εν Φλωρεντία έδρα της ελληνικής και να διορισθή ο Λεόντιος μετέβη μετ’ αυτού εις την περίφημον πόλιν και διδαχθείς εξέμαθε την ελληνικήν[2]. Ο δε μνημονευθείς Λεόντιος Πιλάτος (+1364), μαθητής του Βαρλαάμ και πρώτος δημόσιος διδάσκαλος της ελληνικής εν Φλωρεντία, συνετέλεσε μεγάλως εις την ανά την Εσπερίαν διάδοσιν της ελληνικής γλώσσης και φιλοσοφίας· εβοήθησε τω Πετράρχη ίνα μεταφράση εις την λατινικήν ομηρικούς τινας στίχους, ηρμήνευσε δε εις τον Βοκκάκιον τα έπη του Ομήρου και μετεγλώττισε χάριν αυτού εξ και δέκα διαλόγους του Πλάτωνος. Τοιούτω τρόπω το πεδίον της επιστήμης και της φιλοσοφίας ήτο υπό των ημιελλήνων προπαρεσκευασμένον, ότε Έλληνες λόγιοι ήλθον εις την Ιταλίαν και προήγαγον το έργον εκείνων.

[1] Κων/νου Ι. Λογοθέτου, «Η φιλοσοφία της αναγεννήσεως & η θεμελίωσις της νεωτέρας φυσικής», σ. 13-14, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, εν Αθήναις 1955.
[2] Το κυριώτατον του Βοκκακίου έργον «το Δεκαήμερον», σειρά διηγημάτων – εν οις ο συγγραφεύς εκφαυλίζων τας θεωρίας του μέσου αιώνος εμόρφωσε και ενεπλούτισε την ιταλικήν γλώσσαν – ανυμνήθη και υπ’ άλλων και υπό του Ιωάννη Αργυροπούλου.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

γεωργικά μαθήματα

Αγροτικά[1]

Η Αθήνα είναι ουσιαστικά μια εμπορική δύναμη και αντλεί τους σημαντικότερους πόσους της από την κυριαρχική θέση που κατέχει στο Αιγαίο … Εντούτοις αξίζει να τύχουν της προσοχής μας οι συνθήκες της αγροτικής παραγωγής στην Αττική … Ένα μόνο κείμενο παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον από τεχνικής απόψεως. Είναι ο «Οικονομικός» του Ξενοφώντα. Το καθαρά θεωρητικό μέρος αυτού του βιβλίου περιορίζεται σε τέσσερα από τα εικοσιένα κεφάλαια που απαρτίζουν τον διάλογο. Το έργο χαρακτηρίστηκε σαν μια «γεωργική κατήχηση». Στην πραγματικότητα, ο Ξενοφών, παρασύρεται συχνά από σκέψεις ξένες προς το θέμα, και περιορίζεται σε πολύ γενικές ενδείξεις, που δεν προϋποθέτουν καμία ιδιαίτερη αρμοδιότητα. Το κείμενό του είναι ωστόσο πλούσιο σε πληροφορίες, εφόσον σχεδόν αθέλητα προσφέρει μια μαρτυρία για την καθημερινή πραγματικότητα στην Αθήνα του 4ου πΧ αιώνα και την εξέλιξή της.

Η γεωργική τεχνική φαίνεται ότι παρουσιάζει ελάχιστη εξέλιξη από τους ομηρικούς χρόνους. Τα εργαλεία εξακολουθούν να είναι σχεδόν υποτυπώδη. Οι αγρότες δεν γνωρίζουν παρά το ξύλινο άροτρο χωρίς μεταλλικό υνί, που δεν σκάβει βαθιά το χώμα. Το ζεύγος … δεν περιλαμβάνει ποτέ περισσότερα από δύο ζώα, γενικά ημιόνους. Η εργασία λοιπόν, ως επί το πλείστον είναι χειρωνακτική. Οι μικρές πεδιάδες, τα ασταθή εδάφη, η ξηρασία, που διακόπτεται από ραγδαίες βροχές που με τη σειρά τους απογυμνώνουν τα βράχια, απαιτούν συνεχή υποστήριξη της γης. Η αττική νομολογία αποδεικνύει την σπουδαιότητα αυτών των εργασιών συντηρήσεως, μέσα από μισθωτικά συμβόλαια.

Οι Αθηναίοι έκαναν γενικά διαδοχικές καλλιέργειες. Η πρώτη γινόταν την άνοιξη, η δεύτερη το καλοκαίρι, μια Τρίτη καλλιέργεια μπορούσε να γίνει στις αρχές του φθινοπώρου. Οι επανειλημμένες αυτές καλλιέργειες ήταν ευκολότερες εφόσον εφαρμοζόταν παντού το σύστημα της αγρανάπαυσης[2]. Στον «Οικονομικό» αναφέρονται επίσης τα μέσα με τα οποία μπορούσαν να εμπλουτίσουν το χώμα με φυσικά λιπάσματα ή να μειώσουν την «αρμυρότητά» του με την προσθήκη γλυκών ουσιών.

Η σπορά γινόταν το φθινόπωρο. Τον Μάιο και Ιούνιο, ο θερισμός. Ένας μεγαλοϊδιοκτήτης, όπως ο Ισχόμαχος, χρησιμοποιούσε όλους τους δούλους του και νοίκιαζε ίσως τις υπηρεσίες μερικών μισθωτών. Ο μικροκαλλιεργητής που δεν είχε παρά έναν ή δύο υπηρέτες έπρεπε να καταφεύγει σε γείτονες, με υποχρέωση ανταποδόσεως. Έκοβαν τα σπαρτά στη μέση. Τα άχυρα τα έκαιγαν επί τόπου, άλλοτε τα χρησιμοποιούσαν ως στρώμνες για τα ζώα. Δεμάτιαζαν τα στάχυα και τα έφερναν στο αλώνι κοντά στην κατοικία. Εκεί γινόταν το αλώνισμα και το λίχνισμα.

Πρώτα έβαζαν τα ζώα, όνους ή ημιόνους, να πατήσουν το σιτάρι, ενώ κατά το λίχνισμα έριχναν αντίθετα στον αέρα τους σπόρους και τα άχυρα ανακατεμένα. Οι σπόροι ξανάπεφταν μέσα στο αλώνι ενώ το άχυρο, ελαφρότερο, παρασυρόταν προς τα έξω. Όλες αυτές οι εργασίες ρυθμίζονταν σύμφωνα μ’ ένα αυστηρό ημερολόγιο, καθόσον η καλλιέργεια των δημητριακών, στην Αττική τουλάχιστον, σπάνια απέκλειε άλλες μορφές καλλιέργειας.

Η καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων ή λαχανικών απαιτούσε πράγματι την ίδια φροντίδα. Και εδώ όλες οι εργασίες γίνονταν με τα χέρια, με μιαν αληθινά κηπουρική τεχνική. Η καλλιέργεια των αμπελιών, από τις πιο πολύτιμες, απαιτούσε συνεχείς φροντίδες. Η συντήρηση των καρποφόρων δέντρων απαιτούσε βέβαια λιγότερη απασχόληση, όχι όμως και λιγότερη προσοχή˙ η συκιά και ιδίως η ελιά ήταν ένας πλούτος που δεν έπρεπε να παραμελείται. Το κλάδεμα, το μπόλιασμα γινόταν τακτικά, με σκοπό την αύξηση της παραγωγής, την ποσοτική και ποιοτική βελτίωση των καρπών.

[1] C. Mossè, «Το τέλος της Αθηναϊκής Δημοκρατίας», σ. 19 κ.επ., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978.
[2] Ξενοφώντος, «Οικονομικός», XVI, 11-12, πρβ Θεόφραστου, «Φυτικών αιτιών» α΄- δ΄ III, 20. Εντούτοις, μερικές πολύ αποσπασματικές ενδείξεις αφήνουν να υποτεθεί ότι στο τέλος της κλασικής περιόδου, πραγματοποιήθηκαν μερικές βελτιώσεις σ’ αυτόν τον τομέα, είτε με την υιοθέτηση μιας διετούς εναλλαγής, είτε ακόμη με την καθιέρωση μιας τριετούς αμειψισποράς με αγρανάπαυση. Αυτή είναι τουλάχιστον η γνώμη του Guiraud και του Glotz οι οποίοι στηρίζονται στην αυθεντία του Θεόφραστου. Η τριετής αμειψισπορά περιελάμβανε 1) μιαν αγρανάπαυση, 2) μια καλλιέργεια λαχανικών, 3) μια καλλιέργεια δημητριακών, άποψη του υιοθέτησε και ενίσχυσε ο F.M. Heichelheim με βάση την επιγραφή I.G., II2, 2493 (“Wirtschaftsgeschichte des Altertums”, I, σελ. 386˙ άρθρο “Sitos”, στην R.E., Παρτάρτ. VI, στήλη 834). Δεν ήταν όμως αρκετά διαδεδομένη. Ο Ισχόμαχος, που διέθετε σημαντικούς πόσους, τόσο σε εργατικά χέρια όσο και σε σπορές, δεν την εφάρμοζε στο αγρόκτημά του. Για ένα παραπάνω λόγο, θα την αγνοούσε ο μικρός χωρικός της Αττικής, που εργαζόταν μόνος ή με την βοήθεια ενός ή δύο δούλων.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

μαθήματα οικονομίας

Το συμμετοχικό κράτος[1]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν η συζήτηση για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης ήταν εξαιρετικά ζωντανή και ακολουθούσε την επικαιρότητα των ιδεολογικών ρευμάτων της εποχής, διατυπώθηκε, κυρίως στην Γαλλία, η θεωρητική κατασκευή του συμμετοχικού κράτους[2]. Σε μια χώρα που αρχικά διαμόρφωσε το παραδοσιακό συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης και στη συνέχεια ανέπτυξε το αντίβαρό του – μια ισχυρή και εκτεταμένη αποκεντρωτική διοικητική δομή – ήταν φυσικό να παρουσιασθεί η αποκέντρωση ως η απόλυτη λύση για τα μειονεκτήματα και τα αδιέξοδα της γραφειοκρατικής τελμάτωσης του διοικητικού μηχανισμού[3].

Ως αντίδοτο … στα συμπτώματα παρακμής ενός πολύπλοκου και μονολιθικού ιεραρχικού διοικητικού μοντέλου προτάθηκε ένα κράτος που θα διανείμει ακόμη περισσότερο τις κρίσιμες και αποφασιστικές εξουσίες. Την πραγματική εξουσία επί των δημοσίων υποθέσεων θα αναλάμβαναν διοικητικά σχήματα, τα οποία θα βρίσκονταν όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα προβλήματα που είχαν ανάγκη αντιμετώπισης. Η αποκέντρωση, πέραν της πολιτικής συμμετοχικής νομιμοποίησης και της τεχνικής θεμελίωσης, που απολάμβανε στην Γαλλία, άρχισε να αποκτά ακόμη πιο σημαντική θεωρητική καταξίωση και αποδοχή[4].

Ωστόσο, με τις συγκεκριμένες θέσεις προτάθηκε μια τέτοια ενδυνάμωση του αποκεντρωτικού μοντέλου, ώστε το κράτος – η κεντρική διοίκηση – να διατηρεί αποκλειστικώς έναν συντονιστικό και καθαρά επιτελικό ρόλο. Το «επιτελικό» αυτό κράτος αποτυπώθηκε στην θεωρία με την χαρακτηριστική ορολογική σύζευξη του συμμετοχικού κράτους.

Η θεωρητική κατασκευή του συμμετοχικού κράτους … είναι σημαντικά επηρεασμένη από έναν άλλο κλάδο του δικαίου. Το κεντρικό κράτος, που διατηρεί μόνον μια γενική κατεύθυνση και εποπτεία των υποθέσεών του, προσομοιάζει σε ένα εταιρικό μόρφωμα, που ανέπτυξε το εμπορικό δίκαιο για να αποδώσει έναν τύπο κεφαλαιουχικής εταιρείας, η οποία είχε ήδη μεγάλη απήχηση και εφαρμογή την ίδια εποχή, λόγω της ανάπτυξης των πολυεθνικών εταιρειών. Ήταν η εταιρεία, η οποία εκ του σκοπού της δεν ασκεί η ίδια αμέσως καμία εμπορική δραστηριότητα, αλλά μοναδική της λειτουργία είναι ο έλεγχος άλλων εταιρειών[5]. Αποκλειστικός σκοπός μιας τέτοιας εταιρείας ήταν η απόκτηση της κυριότητας του συνόλου ή μέρους των μετοχών άλλων εταιρειών και συνήθως η διατήρηση του ελέγχου επί των εταιρειών αυτών. Ο όρος που απέδιδε της ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν αυτός της συμμετοχικής εταιρείας[6].

Με την εφαρμογή των μετοχοποιήσεων των δημοσίων επιχειρήσεων και των οιονεί αποκρατικοποιήσεων μέσω χρηματιστηρίου, οι οποίες άφησαν στο κράτος εταιρικές συμμετοχές σε πολυάριθμες εταιρείες, καλλιεργήθηκε μια νέα κρατική δραστηριότητα, αυτή της διαχείρισης των εν λόγω συμμετοχών. Το κράτος … διαθέτει την πλειοψηφία των μετοχών και διατηρεί τον έλεγχο σε πλήθος εταιρειών, οι οποίες λειτουργούν σε απόλυτη και ανεξαίρετη συμφωνία με το νομικό καθεστώς των ιδιωτικών εταιρειών. Το έλεγχο αυτό τον ασκεί με μεθόδους του εταιρικού δικαίου, χωρίς να αναμιγνύεται το ίδιο στον τρόπο άσκησης της δραστηριότητας, ακόμη κι αν αυτή εμπίπτει σε τομείς κοινωφελείς ή στρατηγικούς ή ζωτικής σημασίας.

[1] Απόσπασμα από το άρθρο του Αθανασίου Τσιρωνά, υπό τον τίτλο «Θεσμικές αλλοιώσεις της δημόσιας επιχείρησης. Από το κράτος επιχειρηματία στο κράτος επενδυτή», Νομικό Βήμα, τ. 58, τεύχος 4, Μάιος 2010.
[2] M. Massenet, La nouvelle gestion publique pour un Etat sans bureaucratie, 1975, σ. 145 επ.
[3] Π. Παυλόπουλου, Μαθήματα Διοικητικής Επιστήμης, τ. Ι, 1983, σ. 89 επ.
[4] G. Timsit, Τα νέα πρότυπα διοικήσεως (Les nouveaux modeles d’ administration), σε μετάφραση Γ. Μαρκουλάκη, ΔιοικΜετ 1980, 9 επ. και ιδίως 38 επ.
[5] Ε. Περάκη, Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας, τ. ΙΙ, 1991, σ. 369 επ.
[6] «εταιρεία – holding»

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Ποντιακά

Μαθήματα από την ελληνοτουρκική συμβίωση[1]

Η άλωσις της Τραπεζούντος και η διάλυσις του Κράτους αυτής εθρηνήθη υπό του Ποντιακού Ελληνισμού, όστις όμως δεν έχασε την ελπίδα του ότι θα έλθη ημέρα δόξης και ελευθερίας:

Αλλοί εμάς και βάϊ εμάς, πάρθεν η Ρωμανία,
μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαιγνε τα μοναστήρια
κι άϊ Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
- Μην κλαις, Άι Γιάννη μου, και μη δερνοκοπιέσαι.
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
…
Ο Πόντος, ευρισκόμενος εγγύτερον προς μεγάλας μάζας Τούρκων και Τουρκομάνων, εμαρτύρησε περισσότερον των άλλων Ελλήνων. Τα καθημερινά βάσανα των Ποντίων ηνάγκασαν πολλούς να εξισλαμισθούν, ίσως τους πλουσιωτέρους, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν την περιουσίαν των. Άλλοι ηναγκάσθηκαν να φύγουν, άλλοι δε να προσποιηθούν ότι έγιναν Μουσουλμάνοι, ενώ κρυφά ελάτρευαν την πάτριον θρησκείαν. Η εξισλάμισις δεν έγινεν αμέσως μετά το 1461, αλλά και αργότερα εις δυσκόλους περιστάσεις. Επίσης αργότερα έφυγαν μυριάδες Ποντίων εις τον Καύκασον …

Εκ των εξισλαμισθέντων κατοίκων του Πόντου οι Οφίται, ήτοι οι κάτοικοι της περιφερείας του ποταμού Όφεως, ομιλούν και σήμερον την ελληνικήν ποντιακήν διάλεκτον …

Αφού προέβη τόσον πολύ ο εξισλαμισμός των Ελλήνων του Πόντου, εύκολον είναι να εννοήσωμεν ότι υπέφεραν περισσότερα βάσανα οι Έλληνες εκεί ή αλλαχού. Υπέφεραν δε μέχρι των νεωτέρων χρόνων, ως δεκνύουν τα γραφέντα υπό του ερευνητού της Ποντιακής ιστορίας Π. Τριανταφυλλίδου:

«Ο κατ’ οίκον βίος του Έλληνος Χριστιανού υπήρχεν αληθώς οικτρότατος. Ο Έλλην ενομίζετο και των κυνών ευτελέστερος, διότι εις εκείνους μεν εδείκνυαν συμπάθειαν, σπανιώτατα όμως εδείκνυε Τούρκος οίκτον εις Χριστιανόν υβριζόμενον ή αικιζόμενον· απ’ εναντίας πάσα κατά Χριστιανού προσβολή πολλούς εύρισκε τους υποβοηθούντας και συνέτρεχον αυθόρμητα πλήθη άπειρα και παρείχον την εαυτών συνδρομήν λόγοις και έργοις, στόματι και χερσίν, οσάκις έβλεπον Τούρκον επιτιθέμενον κατά Χριστιανού. Το «τουρκοπαιδεύω» κατήντησεν εις την σημασίαν του απηνέστατα και σκληρότατα τιμωρώ …

Η ενδυμασία του Έλληνος υπήρχε διαγεγραμμένη και ωρισμένη. Εκτός του μαύρου χρώματος πάσα άλλη βαφή ην απ’ αυτού απηγορευμένη· εκτός του χονδρού βαμβακίνου παν άλλο πολυτελέστερον ύφασμα δεν επετρέπετο να ενδυθή·μαύρον έφερε το επί της κεφαλής κάλυμμα, περιτετυλιγμένον διά μαύρου χονδρού υφάσματος, μαύρα τα εν τοις ποσίν αυτού πέδιλα, ων και ο τρόπος της κατασκευής και το χρώμα και η κόψις ήσαν διαγεγραμμένα …

Εις πάσαν καθ’ οδόν συνάντησιν και του ευτελεστέρου Τούρκου ο Έλλην εχρεώστει να αφήση τα παρά τα πλάγια της οδού πεζοδρόμια και να κατέλθη εις το μέσον της οδού, όθεν διέβαινον τα ζώα, και διά μυρίων υποκλίσεων και άλλων εξευτελιστικών κινημάτων ώφειλε να καταδείξη την εαυτού αθλιότητα. Ο οίκος του έπρεπε να οικοδομήται μονώροφος, άνευ επιχρώσεως, η δε εξωτερική αυτού κονίασις ην πολλαχού απηγορευμένη. Ουαί τω παραβαίνοντι την διαταγήν και δεικνύοντι πολυτέλειάν τινα εν τη σκευή και τη ενδυμασία».

[1] Κωνσταντίνου Ι. Αμάντου, Σχέσεις Ελλήνων & Τούρκων, σ. 146 κ.επ., ΟΕΔΒ, Αθήναι 1955.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Επαγγέλματα

Ο Δάσκαλος[1]

Ο αριθμός των δασκάλων, που προέρχονταν κατά κανόνα από αγροτικές οικογένειες και οικογένειες τεχνιτών, δεν ήταν καθόλου αμελητέος στα δυτικά κράτη: Στη Βρετανία το 1851 περί τα 76.000 άτομα, άντρες και γυναίκες, δήλωναν δημοδιδάσκαλοι ή δάσκαλοι εν γένει, χωρίς να υπολογίσουμε τις 20.000 περίπου οικοδιδασκάλισσες – πασίγνωστο τελευταίο καταφύγιο των απόρων μορφωμένων κοριτσιών που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κερδίσουν τη ζωή τους με λιγότερο αξιοπρεπείς τρόπους. Επιπλέον, το επάγγελμα του δασκάλου δεν ήταν μόνο διαδεδομένο αλλά επεκτεινόταν συνεχώς. Η αμοιβή ήταν χαμηλή, αλλά, εκτός της Βρετανίας και των ΗΠΑ, των πιο αδιάφορων για τα πνευματικά χωρών, ο δημοδιδάσκαλος ήταν δικαίως δημοφιλής. Γιατί, αν κάποιος αντιπροσώπευε το ιδεώδες μιας εποχής, όταν για πρώτη φορά ο απλός λαός αντιλήφθηκε ότι η άγνοια μπορεί να καταπολεμηθεί, αυτός ο κάποιος ήταν ασφαλώς ο άντρας ή η γυναίκα που η ζωή του και η κλίση του είναι να δώσει στα παιδιά τις ευκαιρίες που δεν είχαν ποτέ οι γονείς τους, να τους ανοίξει τον κόσμο, να τους μυήσει στην αλήθεια και την ηθική.

[1] E.J. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων, σ. 276-277, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992.