Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

μαθαίνοντας πολιτική

Η κρίσις εις την περιοχήν της πολιτικής ζωής[1]

Εν χαρακτηριστικόν γνώρισμα των καιρών εις τους οποίους ζώμεν, είναι και το γεγονός ότι ο τομεύς της πολιτικής δραστηριότητος απέκτησεν εξ ολοκλήρου αυτοδύναμον αυτοτέλειαν. Κατά τον παρελθόντα αιώνα η φιλελευθέρα ιδεολογία δεν ανεγνώριζεν εις την Πολιτείαν πρωτεύοντα ρόλον. Περιωρίζον οι φιλόσοφοι του φιλελευθερισμού την αποστολήν της ωργανωμένης πολιτείας εις την διατήρησιν της εσωτερικής τάξεως και της ακεραιότητος των εθνοτήτων έναντι πάσης έξωθεν απειλής. Δεν ανεγνώριζον δε εις το Κράτος δικαίωμα παρεμβατισμού εις τα οικονομικά και πολιτιστικά προβλήματα. Η επακολουθήσασα κατά τον 20ον αιώνα εξέλιξις εβάδισε προς την αντίθετον κατεύθυνσιν. Δεν περιορίζεται πλέον το Κράτος εις ένα απλώς δευτερεύοντα ρόλον έναντι των λοιπών πολιτιστικών λειτουργιών. Αναδεικνύεται ως η κατ’ εξοχήν ρυθμιστική της πολιτιστικής ζωής λειτουργία. Η πολιτική αξιολόγησις καθίσταται τόσον ισχυρά ώστε αναστέλλει πάσαν άλλην αξιολόγησιν. Ο αξιολογικός διαφορισμός εις τα πλείστα της πολιτικής ζωής γνωρίζει μόνον δύο βασικάς διακρίσεις. Διαχωρίζει τους ανθρώπους αφ’ ενός μεν εις φίλους και αφ’ ετέρου εις εχθρούς μιας ωρισμένης πολιτικής μερίδος. Πάντες οι άλλοι αξιολογικοί χαρακτηρισμοί παραβλέπονται. Το σύγχρονον κράτος προχωρεί τόσον πολύ εις την επέκτασιν της αξιολογικής του αυτοτέλειας, ώστε θεωρεί ως θεμιτάς και πράξεις αντιστρατευομένας προς την ηθικήν και το δίκαιον, αρκέι μόνον να εξυπηρετούν την πολιτικήν σκοπιμότητα. Επανέρχεται δηλαδή το σύγχρονον Κράτος εις τα αρχάς που είχε διακηρύξει κατά τον 16ον αιώνα ο Ιταλός πολιτειολόγος Μακκιαβέλι. Η υπερέξαρσις αύτη της αυτοδυναμίας του πολιτικού παράγοντος δημιουργεί διαρκώς εις την περιοχήν της πολιτικής ζωής μίαν κρίσιμον κατάστασιν. Είναι δυνατόν όμως να αμφιβάλλωμεν ως προς την αποτελεσματικότητα των μακκιαβελικών μέτρων. Ο Γλάδστων έλεγεν ότι πάσα πράξις του Κράτους, ήτις αντιτίθεται προς το δίκαιον και την ηθικήν, είναι κατά βάσιν αντιπολιτική. Διασαλέυει την τάξιν δικαίου, εφ’ ης στηρίζεται οιαδήποτε μορφή της πολιτειακής ζωής. Τα καταπληκτικά αποτελέσματα εις τα οποία έφθασεν η σύγχρονος κοινωνική ζωή με την συστηματικήν οργάνωσιν της κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητος, ο παιδαγωγός Φρ. Φέρστερ τα παρομοιάζει με το Πύργον της Βαβέλ. Ολόκληρος η νεωτέρα ανθρρωπίνη κοινωνία, λέγει ο Φέρστερ, είναι εν κολοσσιαίον οικοδόμημα οργανώσεως, το οποίον όμως απελείται να διασπασθή εις αναρίθμητα κομμάτια, διότι εκείνοι που κατοικούν εις αυτό έχασαν την γλώσσαν μιας κοινής συνεννοήσεως και αλληλοσυγκρούονται υπό την επήρειαν παθών και αντιθέσεων.


[1] Κωνσταντίνου Δ. Γεωργούλη, «Φιλοσοφία του Πολιτισμού», σ. 87-88, Αθήναι 1979.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

ΟΧΙ ... δεν επρόκειτο για συνωστισμό ...

Λευκός θάνατος … όπως λέμε γενοκτονία[1]

Οι Νεότουρκοι, έγραφε ο Γάλλος Φ. Σαρτιώ, «αποκάλυψαν το μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, την εξόντωση δηλαδή των ιθαγενών Χριστιανών της Μ. Ασίας. Ποτέ, σε καμία περίοδο της Ιστορίας, κανένα πιο διαβολικό σχέδιο δεν είχε στοιχειώσει τη φαντασία του ανθρώπου …».

… Εμπνευστές … του φοβερού αυτού εγκλήματος, που είναι σίγουρα μεγάλο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ήσαν οι «πολιτισμένοι» … Γερμανοί και Αυστριακοί. …

Οι Τούρκοι είναι οι φυσικοί αυτουργοί … αυτού του πραγματικά σατανικού σχεδίου, που απέβλεπε στη γενοκτονία, στην ολοκληρωτική δηλαδή φυσική εξόντωση του Ελληνικού στοιχείου. … Πριν από τη μεγάλη γενοκτονία των Ελλήνων είχε προηγηθεί η άλλη φοβερή γενοκτονία των χριστιανών Αρμενίων, κατά την οποία το 1915 και αργότερα, βρήκαν οικτρό θάνατο 1.500.000 Αρμένιοι. Η γενοκτονία των Αρμενίων είναι το άλλο ασυγχώρητο έγκλημα κατά της ανθρωπότητος που διέπραξε η «βάρβαρη» Τουρκία, … με τη συνεργασία των συμμάχων της και την ανοχή της «πολιτισμένης» και «χριστιανικής» Δυτικής Ευρώπης καθώς και των ΗΠΑ.

Το σατανικό σχέδιο, του οποίου εμπνευστής ήταν ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς (Liman von Sanders), ένας διεστραμμένος εγκέφαλος, … προέβλεπε την άμεση εξόντωση των ανδρών ηλικίας 16 – 30 ετών, γενικό εκτοπισμό των γυναικοπαίδων και ηλικιωμένων από τις παραλιακές περιοχές της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας στα ενδότερα της Τουρκίας και στα βάθη της Ανατολής, με το πρόσχημα ότι οι Ρώσοι είχαν εξοπλίσει τους Έλληνες στα παράλια του Πόντου και υπήρχε δήθεν κίνδυνος άμεσης εξέγερσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, επειδή οι εκτοπίσεις καθυστερούσαν, ο Λίμαν φον Σάντερς αγανακτισμένος έκανε αυστηρές συστάσεις προς τις αρμόδιες τουρκικές αρχές, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο που συνεπάγεται αυτή η καθυστέρηση. Την ενεργό ανάμειξη του φιλότουρκου Γερμανού στρατηγού μαρτυρεί και ο Αμερικανός πρεσβευτής Ερρίκος Μοργκεντάου.

Ιδού τι γράφει στις 16/07/1916 ο Γερμανός Πρόξενος Αμισού Κουκώφ (Kuckoff) στο Βερολίνο : «Από αξιόπιστες πηγές ο Ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξορισθεί. Όμως εξορία και εξολόθρευση στα τουρκικά είναι η ίδια έννοια, γιατί όποιος δεν δολοφονήθηκε, πεθαίνει, ως επί το πλείστον, από τις αρρώστιες και την πείνα». …

Το σχέδιο προέβλεπε συγκέντρωση όλων των κατοίκων της περιοχής, που συνήθως ήσαν γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι και την εκτόπισή τους προς τα βάθη της Ανατολής, με πραγματικό σκοπό την αργή φυσική τους εξόντωση, τον «λευκό θάνατό» τους από την κακομεταχείριση, την εξαντλητική πεζοπορία, το κρύο, την πείνα, την δίψα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες. Απώτερος στόχος των Νεοτούρκων ήταν ο αφανισμός όλων των χριστιανικών εθνοτήτων και η τουρκοποίηση των μουσουλμανικών.

Μετά την συγκέντρωση των Ελλήνων στην πλατεία του χωριού ή της πόλης, τους διέτασσαν να ετοιμασθούν αμέσως για αναχώρηση προς τα ενδότερα ή τα ανατολικότερα μέρη της Τουρκίας. Έτσι άρχιζε το μαρτύριο, η αργή φυσική εξόντωση, ο «λευκός θάνατος» των δυστυχισμένων αυτών γυναικοπαίδων και ηλικιωμένων, σύμφωνα με το καλά μελετημένο σχέδιο, αλλά, και σε πολλές περιπτώσεις, και ανδρών ηλικίας 16 – 60 ετών που ακολουθούσαν τους δημίους τους ανήμποροι να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση. Το τι οικογενειακά και ανθρώπινα δράματα έλαβαν χώρα κατά τις εξορίες αυτές είναι δύσκολο να τα συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, από δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρωτεύουσα» (06/06/1922) που αναφέρεται στις εκτοπίσεις κατοίκων από χωριά κοντά στην Τραπεζούντα και απελάσεις 10χρονων παιδιών ! «Αι σκηναί κατά τον αποχωρισμό από τας αγκάλας των μητέρων των υπερβαίνουσι πάσαν τραγικότητα. Αι γυναίκες έξαλλοι και ολοφυρόμεναι ενηγκαλίζοντο τα τέκνα των μη εννοούσαι να τα αποχωρισθούν. Οι Τούρκοι όμως χωροφύλακες, εις τας καρδίας των οποίων είχε προ πολλού σβεσθεί παν ανθρώπινον αίσθημα, εκτύπων αυτάς διά του υποκοπάνου των όπλων των και μόνον αφού περιήρχοντο αύται εις αναισθησίαν απέσπων τα δυστυχή πλάσματα από την γλυκειάν μητρική αγκάλην …»

Ήταν πλέον ένα καθημερινό σπαρακτικό φαινόμενο οι αργοκίνητες «πορείες θανάτου», όπου έβλεπε κανείς μητέρες με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους να κουβαλάνε τα μωρά παιδιά στην αγκαλιά ή την πλάτη και τα μεγαλύτερα να προχωρούν κλαίγοντας κι αυτά πιασμένα από τα φουστάνια της δύστυχης μάνας ή της άμοιρης γιαγιάς. Πολλοί προχωρούσαν με σχισμένα ρούχα, άλλοι ξυπόλητοι και με πρησμένα πόδια. Όταν εξαντλούντο όλες οι σωματικές και ψυχικές τους δυνάμεις κατέρρεαν και σωριάζονταν στο δρόμο όπου και πέθαιναν μόνοι και αβοήθητοι. Απόλυτα απελπιστική ήταν η κατάσταση των πολύ ηλικιωμένων και των παιδιών που πέθαιναν ομαδικά από την πείνα και τις κακουχίες. Για τους Τούρκους η ζωή των Ελλήνων δεν είχε καμία αξία.

[1] Νίκου Η. Βρυώνη, «ο Πόντος των Ελλήνων», σ. 46 κ. επ., Επιμορφωτικός – Πολιτιστικός Σύλλογος Ηρακλείου Αττικής, Ηράκλειο 2005.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

τρόποι διάσωσης

οι άθλιοι … Έλληνες[1]

Τυφλή και αξιοκατάκριτος είναι πάντοτε η πολιτική οσάκις δεν χειραγωγείται υπό της ηθικής· αλλ’ αποκαθίσταται και βδελυρά οσάκις περιβάλλεται την ιεράν θρησκείαν, ό εστι την ύψιστον ηθικήν, εις καταπίεσιν της πασχούσης ανθρωπότητος.

Συνεδρίαζεν η ιερά Συμμαχία εν Λαϋβάχη έχουσα προσηλωμένην όλην την προσοχήν της εις τα μεγάλα πολιτικά συμβάντα της μεσημβρινής Ευρώπης, ότ’ εξερράγη η Επανάστασις της Ελλάδος.

Χρήσιμοι (εκήρυξεν η Συμμαχία εν Λαϋβάχη την 30 απριλίου του 1821 έτους) ή αναγκαίοι μεταβολαί εν τη νομοθεσία ή εν τη διοικήσει των επικρατειών πρέπον είναι να πηγάζωσι εκ της ελευθέρας θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως εκείνων εις χείρας των οποίων έθεσεν ο Θεός την εξουσίαν. Παν ό,τι παρεκτρέπεται της γνώμης ταύτης φέρει εξ ανάγκης τους λαούς εις αταξίαν, εις κλονισμούς και εις δεινά βαρύτερα παρ’ όσα προτίθεται να θεραπεύση.

Διά τριών τρόπων εδύνατο οι Έλληνες Χριστιανοί ν’ απαλλαχθώσι της δουλείας των. Ή διά της αυθορμήτου θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως κατά την φράσιν της ιεράς Συμμαχίας του Σουλτάνου, ή διά των όπλων, ή διά της αρνησιθρησκείας των. Ουδείς βεβαίως, σώας έχων τα φρένας του, ήλπιζέ ποτε την απελευθέρωσιν των Ελλήνων Χριστιανών εκ της αυθορμήτου θελήσεως ενός Σουλτάνου· η χρήσις των όπλων κατεκρίνετο και αύτη και κετετρέχετο υπό της ιεράς Συμμαχίας· δεν έμενεν άρα άλλος τρόπος απελευθερώσεως παρά την αρνησιθρησκείαν. Τοιούτος ήτον ο πολιτικός φανατισμός της Συμμαχίας· ήθελε τους αθλίους Έλληνας ή Μωαμεθανούς συνδεσπόζοντας ή Χριστιανούς δουλεύοντας !

Ο Σουλτάνος εκάθηρε τον μεγάλον του βεζίρην, τον Μπετερλή-Αλή-πασάν, διότι, ως διελάμβανε το έγγραφον της καθαιρέσεώς του, εφείδετο του αίματος των Ελλήνων, και αντικατέστησε τον Σαλήχ-πασάν. Την τρίτην δε του μαΐου, ό εστι, την ημέραν του διορισμού του νέου τούτου βεζίρη, και την δωδεκάτην αφ’ ης εβεβηλώθησαν οι ναοί και εχλευάσθησαν πανδήμως τα ιερά, απεκεφάλισεν η Πύλη τον υπερεκατονταετή επίσκοπον Μυριουπόλεως, και τον εννεακαιδεκαετή υιόν του πρώτου άρχοντος της Ροδοστού. Την δε επαύριον διέταξε να κραμασθώσι και οι λοιποί φυλακισθέντες αρχιερείς, ήγουν, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι ούτοι αρχιερείς, εν ω μετεκομίζεντο εις τον τόπον της καταδίκης των εντός ενός και του αυτού πλοιαρίου, προητοιμάσθησαν πλήρεις πίστεως και ευλαβείας εις αποβίωσιν, έψαλαν οι ίδιοι την νεκρώσιμον ακολουθίαν των, ικέτευσαν τον Θεόν των πνευμάτων και πάσης σαρκός υπέρ αναπαύσεως των ιδίων αυτών ψυχών, και ευλόγησαν αλλήλους ειπόντες το «Μακαρία η οδός ή πορεύη σήμερον». Αφ’ ου δε προσώρμισε το φέρον αυτούς πλοιάριον εις το Αρναούτ-κιοΐ, ο αγχονιστής συμπλωτήρ και αυτός των αρχιερέων διέταξε τον Τυρνόβου ν’ αποβή και να τον παρακολουθήση. Ο Τυρνόβου κλίνας την κεφαλήν απεχαιρέτησε τους εν τω πλοιαρίω συναδελφούς και συλλειτουργούς του, τους ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν, τοις είπεν εν συντριβή καρδίας καλή αντάμωσις αδελφοί εις την άλλην ζωήν, και παρακολουθήσας τον αγχονιστήν του εκρεμάσθη από του ανωφλοίου ενός κουρείου. Ο δε μέλας την μορφήν καθώς και την καρδίαν αγχονιστής του, επανελθών εις το πλοιάριον, μετέφερε τα εν αυτώ απολειφθέντα θύματά του εις το Μέγα-ρευμα όπου εκρέμασε τον Θεσσαλονίκης, και εκείθεν εις τα Θεραπεία προς ποινήν του Δέρκων. Ο υπέργηρος ούτος αρχιερεύς, ο υπέρ πάντα άλλον τιμώμενος διά την εμβρίθειάν του, διά την πολλήν ελευθεροστομίαν του και διά την γενναιοκαρδίαν του, αφ’ ου έφθασεν έμπροσθεν της πύλης της αυλής της μητροπόλεώς του όπου έμελλε να κρεμασθή, εζήτησεν άδειαν να προσευχηθή, προσευχήθη, παρεκάλεσε τον αγχονιστή του να μη του δέση τας χείρας, και λαβών την οποίαν εκράτει εκείνος θηλείαν, την ευλόγησε τρις σταυροειδώς εκφωνήσας το «εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος», και στραφείς προς τον αγχονιστήν «εκτέλεσε», είπε με βαρεία τη φωνή, «εκτέλεσε την εντολήν του ασεβούς κυρίου σου». Είπε, και η εντολή του ασεβούς εξετελέσθη.

[1] Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α΄, εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

η ιστορία διδάσκει

Κατοχικά[1]

Όσο προχωρούσε το 1943 τόσο η τρομοκρατία των Γερμανών και των Ιταλών επλήθαινε. Τα φοβερά μηνύματα φθάναν απ’ όλη την Ελλάδα. Αφανιζόταν η Ελλάδα, τα χωριά της, τα έργα του μόχθου γενεών, τα γεφύρια, οι δρόμοι, οι άνθρωποι.
…
Εξ αφορμής μιας εγκυκλίου του, που ήταν ν’ αναγνωσθή επ’ εκκλησίαις την 25η Μαρίου 1943, (ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός) συγκρούεται με την Κυβέρνηση Λογοθετοπούλου. Ο Γενικός Γραμματεύς του Γραφείου του Πρωθυπουργού έστειλε στον Αρχιεπίσκοπο ένα ανοίκειο γράμμα (24/03/1943)

Προς τον Μακ. Αρχιεπίσκοπον Αθηνών κ. Δαμασκηνόν.

«Κατόπιν της ληφθείσης υπό της Κυβερνήσεως αποφάσεως, εν συνεννοήσει μετά των Πολιτικών και Στρατιωτικών Αρχών Κατοχής, όπως μη εορτασθή εφέτος, λόγω των εξαιρετικώς ανωμάλων περιστάσεων υφ’ ας διατελεί η Χώρα, η επέτειος της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής, έχω την τιμήν να διαβιβάσω υμίν εντολήν της Κυβερνήσεως όπως εν συνεχεία προς τα ληφθέντα μέτρα προς προστασίαν της δημοσίας τάξεως απαγορευθή δι’ επειγούσης εγκυκλίου διαταγής υμών οιαδήποτε εκκλησιαστική τελετή ή ανάγνωσις εγκυκλίων προς το πλήρωμα της υμετέρας Αρχιεπισκοπής, επ’ ευκαιρία της εν λόγω επετείου.

Διά την ακριβή εκτέλεσιν της παρούσης, εκτός της υμετέρας προσωπικής ευθύνης έναντι της Κυβερνήσεως θέλουσι καταστή επίσης προσωπικώς υπέυθυνοι και οι εκασταχού Αιδεσιμώτατοι Εφημέριοι της καθ’ υμάς Αρχιεπισκοπής ως και πας λόγω αρμοδιότητος δυνάμενος να καταστή υπεύθυνος.

Επί τη ευκαιρία ταύτη, εντολή της Αυτού Εξοχότητος του Προέδρου της Κυβερνήσεως, παρακαλώ όπως από τούδε οιαδήποτε επ’ εκκλησίαις ανάγνωσις, η οποία δεν ήθελεν έχει περιεχόμενον αυστηρώς και μόνον εκκλησιαστικόν, υποβάλλεται προηγουμένως προς έγκρισιν εις το Γραφείον της Αυτού Εξοχότητος του κ. Πρωθυπουργού, καθιστωμένων εν εναντία περιπτώσει προς τούτο υπευθύνων εκτός της Υμετέρας Μακαριότητος και των Αιδεσιμωτάτων Εφημερίων της καθ’ ημάς Αρχιεπισκοπής. Ο έλεγχος της ακριβούς εκτελέσεως της παρούσης ανατέθη εις την Διεύθυνιν της Αστυνομίας Αθηνών.»

Ο Γενικός Γραμματεύς
Θ. Στελλάκης

Το γράμμα αυτό επιστρέφεται στον αποστολέα του με το εξής σημείωμα :

«Επισημειωματικώς :

Επιστρέφεται, εντολή της Αυτού Μακαριότητός του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, προς τον αυτόν κ. Γεν. Γραμματέα, ως απαράδεκτον, αφ’ ενός μεν διότι ούτος, όλως ατόπως και αναρμοδίως, απευθύνεται προς τον Αρχιεπίσκοπον επί ζητημάτων αναγομένων εις την πνευματικήν δικαιοδοσίαν αυτού, αφ’ ετέρου δε διότι το έγγραφον, διά τε το προπετές ύφος και το ανοίκειον περιεχόμενον αποτελεί προφανή ανευλάβειαν, εις ην προσήκει ο βαρύτερος χαρακτηρισμός.»

26/03/1943
Εκ του Ιδιαιτέρου Γραφείου
της Αυτού Μακαριότητος του Αρχιεπισκόπου

[1] Ηλία Βενέζη, «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός», σ. 220-221, Εστία, Αθήνα 1981.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

οικονομικά διδάγματα

η οικονομική ήττα των δυτικών δημοκρατιών[1]

Την ήττα τους οι ευρωπαϊκές δυτικές δημοκρατίες την είχαν αναγνωρίσει και εσωτερικά. Ολόκληρη, μάλιστα, η εξωτερική τους πολιτική ήταν συνάρτηση της εσωτερικής αδυναμίας τους. Στα είκοσι χρόνια που χωρίζουν μεταξύ τους τους δυο παγκόσμιους πολέμους, οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας ήταν σε αποσύνθεση. Η δημοκρατία ως κράτος υποχωρούσε αδιάκοπα στη δημοκρατία ως κοινωνία. Η δημοκρατία, όμως, πρέπει νάναι και κράτος, όχι μόνο κοινωνία. Σ’ αυτές τις δύο φράσεις βρίσκεται ολόκληρο το πρόβλημα.

Όταν, στον ΙΘ΄ αιώνα, άρχισαν να εδραιώνονται οι δημοκρατίες, φυσικό ήταν να πέσει το κύριο βάρος στη δημοκρατία ως κοινωνία. Το κράτος έπρεπε ν’ αδυνατίσει. Είχε καταντήσει πολύ ισχυρό, τουλάχιστον στον τύπο και στην νομική μορφή του. Η κοινωνία έπρεπε να χειραφετηθεί όσο μπορούσε περισσότερο από το κράτος. Οι πιο πολλοί θεώρησαν μάλιστα ότι σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η δημοκρατία. Το απαιτούσε άλλωστε κι’ ο οικονομικός φιλελευθερισμός που είχε τότε τον λόγο του. Το κράτος έπρεπε να γίνει όσο μπορούσε λιγότερο «κράτος», έπρεπε να γίνει, στη σχέση του ειδικά προς την εθνική του κοινωνία, παθητικό, ουδέτερο, άψυχο.
…
Στον Κ΄ αιώνα - … προπάντων ύστερ’ από τα 1918 – έπρεπε η δημοκρατία που είχε γίνει κοινωνία να γίνει και κράτος. Το κύριο βάρος έπρεπε να πέσει τώρα στη δημοκρατία ως κράτος. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός, που φυσικά ποτέ δεν ήταν απόλυτος, είχε ξεπερασθεί. Είχε αρχίσει μάλιστα να ξεπερνιέται από το 1880, όταν ο καπιταλισμός μπήκε στο στάδιο των οικονομικών μονοπωλίων. Αυτό δεν έγινε, τότε, με καμιά κρατική προστασία. Έγινε αυτόματα, δυναμικά. Κι’ αν ξεπεράστηκε σε πολλές μορφές του ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ξεπεράστηκε κάπως και το αδύνατο άτομο μεσ’ στην κοινωνία. Όταν συνασπίστηκε το κεφάλαιο, συνασπίστηκαν και οι εργάτες.

Η Γαλλική Επανάσταση είχε χαρακτηρίσει ως ασυμβίβαστους με την δημοκρατία τους επαγγελματικούς συνασπισμούς. Η δημοκρατία, στον Κ΄ αιώνα, χωρίς η ίδια να οργανωθεί σε κράτος ισχυρό, άφησε τους οικονομικούς (κεφαλαιοκρατικούς) συνασπισμούς ή τους επαγγελματικούς συνασπισμούς των ασθενέστερων τάξεων να δυναμώσουν τόσο που κι’ αυτή η δημοκρατία ως κοινωνία έγινε ένα παράδοξο κατασκεύασμα.
…
Η δημοκρατία, ύστερ’ από τα 1918, έπρεπε να είχε γίνει προπάντων «κράτος», κράτος που θα χτυπούσε τους εχθρούς του, επαναστατώντας το ίδιο πριν επαναστατήσουν ή το υπονομεύσουν εκείνοι και αντιμετωπίζοντας με επαναστατικό δημοκρατικό πάθος την κοινωνική και οικονομική αναρχία, δηλαδή καταργώντας την οικονομική δύναμη των ισχυρών και περιστέλλοντας ύστερα την κοινωνική δύναμη των συνασπισμένων αδυνάτων.

[1] Νέα Εστία Αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (1902-1986), από το βιβλίο του «Ο εικοστός Αιώνας», σ. 297 κ. επ., Χριστούγεννα 1996

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

πολιτικά διδάγματα

Ταπεινότατοι πινακογλείφτες[1]

Το ξύπνημα για τους Έλληνες ύστερα από το όνειρο ήταν αναπάντεχο. Μετατοπίστηκε λοιπόν το κέντρο της Ρωμιοσύνης που ήταν ίσαμε τότε στη φαντασία των Ρωμιών η Πόλη και τεχνητά πλάστηκε η Αθήνα νέο κέντρο Ρωμιοσύνης, προσωρινό όμως κατά την αντίληψή τους.

Μα εδώ ξεπροβάλλουν αμέσως οι συνέπειες του χωρισμού της Ρωμιοσύνης σε δύο, που το ένα μέρος, το μεγαλύτερο, έμεινε στην τούρκικη πολιτική κυριαρχία αποκάτω, ενώ το άλλο αφέθηκε να αυτοκυβερνηθεί. Αρκετά γρήγορα λησμόνησαν οι περισσότεροι από τους Ελλαδίτες πως η Αθήνα ήταν η προσωρινή πρωτεύουσά τους. Αγάλι, αγάλι εσυνήθισαν τη μικρότητα που, μ’ όλο το μεγαλείο τους, εδημιούργησαν οι αγώνες του έθνους, και καλοκάθισαν στην Αθήνα, έχτισαν πέτρινα σπίτια και τα’ αγάπησαν έπειτα τα σπίτια τους. Φτωχός ο τόπος και οι εργατικοί άνθρωποι πρώτα, πρώτα κύταξαν να κάμουν παράδες, οι άλλοι οι «κλέφτες» και οι «γραμματιζούμενοι» άρπαξαν κυβερνητικές θέσες, μισθούς και αξιώματα. Ο καινούριος ελληνικός πολιτικός πυρήνας, σαν πυρήνας που ήταν, άρχισε να φανερώνει όλη του τη συγκεντρωτική δύναμη. Και οι Έλλαδίτες ολοένα πήγαιναν να λησμονήσουν πως όλοι μαζί οι Έλληνες, και όχι μοναχοί τους αυτοί, είχαν δημιουργήσει τη μικρή Ελλάδα, και θα λησμονούσαν ολότελα τους άλλους Έλληνες, τους συνεργάτες τους, αν δε βρίσκονταν ανάμεσά τους λιγοστοί που θυμούνταν ακόμη με τί λογής σκοπό είχε γίνει το κράτος και αν δεν πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα από την Τουρκία στην Ελλάδα άνθρωποι που δεν είχαν ξεχάσει τίποτε από τα παλιά, γιατί γι’ αυτούς τίποτα δεν είχε αλλάξει και ο βαρύς Τούρκος σα βραχνάς ακόμα τους έπνιγε. Και οι άνθρωποι που από την Ελλάδα πήγαιναν στην Τουρκία, και αυτοί, με το να ζούνε ανάμεσα στους αλύτρωτους αδελφούς, ένοιωθαν καλλίτερα το γενικό ελληνικό ζήτημα και γίνονταν κρίκος των δύο Ελλάδων.

Δυο ρεύματα έτσι από διαφορετικές ιδεολογίες, τη μια ελλαδική και την άλλη ελληνική, τη μια στενά κρατική και την άλλη εθνική και γενική. Οι Έλληνες της Τουρκιάς, με το να βρίσκονται ανάμεσα και σ’ άλλα έθνη και αποκάτω από ξένη πολιτική κυριαρχία τυραννική, θυμούνταν τον εαυτό τους περισσότερο, τον ξεχώριζαν συνειδητά και κατασύνεχα από τους άλλους λαούς και βαστούσαν ξαναμμένο μέσα τους τον πόθο και την ελπίδα του λυτρωμού. Οι άλλοι, σα λυτρωμένοι που ήταν, ξεχάνονταν σαν Έλληνες και καταπιάνονταν άλλες δουλειές, καταγίνονταν στη λεγόμενη εσωτερική πολιτική του αλληλοφαγωμού, της εκμετάλλευσης και της συναλλαγής. Ο καβγάς για το πάπλωμα. Οι ειλικρινότεροι γύρευαν το πολύ να καλοδιοικηθεί η Ελλάδα, τίποτε άλλο. Ως τόσο πότε, πότε οι φωνές των έξω τάραξαν τους μέσα, μα για λίγο καιρό, και πάλι βιαστικά ξανάπιαναν τους καβγάδες τους και τα μικροσυμφέροντα.

Ανάμεσα στα δύο ρεύματα βρέθηκε κάποιος συμβιβασμός. Ο μέσος όρος αυτός φύτρωσε στα μυαλά των πολιτικών του κράτους, που τους έτρωγε αριά και πού, όταν παραφώναζαν οι έξω, η κακή συνείδηση που λησμονούσαν το σκοπό του κράτους. Οι ολιγόπιστοι, αν όχι άπιστοι αυτοί άνθρωποι, ανάξια παιδιά και αγγόνια εκείνων που δε σάστισαν να τα βάλουν με μιαν αυτοκρατορία, κατάντησαν ταπεινότατοι πινακογλείφτες της Τουρκιάς και της Ευρώπης.

[1] Ίωνος Δραγούμη, «Ελληνικός πολιτισμός», σ. 52-54, Φιλόμυθος, Αθήνα 1993.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

μαθήματα μαθηματικών (συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι)

Η οσμή των τόκων φοβερή
την πολιτεία πνίγει·
δεν είναι όμως αρκετή,
των εριφίων η σιωπή,
αντίδραση να γίνει·
και το ερίφιο είσαι 'συ.

Τόκοι ανατοκιζόμενοι[1]

- Ο κύριος Καραγάτσης ;
- Ο ίδιος.
- «Μι» Καραγάτσης ;
- «Μι» του Γάμα».
- Ένα ένταλμα για σας.

Επήρα το πράσινο χαρτί από τα χέρια του αστυφύλακα, και προσπάθησα να ξεκαθαρίσω τα ιεροφλυφικά του. Ήταν φανερό πως το Ελληνικόν Δημόσιον με απειλούσε με τρομακτικές ποινές, αν δεν κατέβαλλα «εντός των νομίμων προθεσμιών» και στον τάδε ταμία, το ποσόν των δραχμών 786,65.

Κάθε συζήτηση γι’ αυτά τα πράγματα είναι μάταιη.

- Καλά, φίλε μου, είπα στον αστυφύλακα. Θα φροντίσω.

Ήταν η ώρα της δουλειάς. Μια στοίβα γράμματα περίμεναν ν’ ανοιχτούν, να διαβαστούν, να διεκπεραιωθούν, ενώ το τηλέφωνο βροντούσε κάθε τρία λεπτά. Έχωσα το πράσινο χαρτί στο συρτάρι μου, και δεν το ξανασκέφθηκα ως το μεσημέρι.

Σαν κόπηκε η φασαρία, το έβγαλα από το συρτάρι και το εξέτασα με προσοχή. Η οφειλή του προερχόταν από είδη δημοσίου μη επιστραφέντα μετά την απότισιν της στρατιωτικής μου θητείας. Και συγκεκριμένως:

1) Μία αμφίστομος μάχαιρα χαρακώματος Δρχ. 250
2) Τόκοι ανατοκιζόμενοι επί μίαν εξαετίαν
και διάφορα έξοδα … … … Δρχ. 536, 65
Σύνολον Δρχ. 786,65

- Τι διάβολο !

[1] Μ. Καραγάτση, «το νερό της βροχής», σελ. 30-31, Εστία, 7η έκδ., Ιούνιος 2005.