Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

αρχαιολογική έρευνα

η παιδευτική αξία της προϊστορικής γνώσης[1]

Στο μέγιστο μέρος της η προϊστορική έρευνα στον τόπο μας εντοπίστηκε και εξακολουθεί και σήμερα να στρέφεται κυρίως προς την Όψιμη Προϊστορία[2]. Για μια χώρα κατ’ εξοχήν «κλασική», το φαινόμενο είναι βέβαια εντελώς φυσικό. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η έρευνα της Προϊστορίας άρχισε στην Ελλάδα σαν προσπάθεια επαλήθευσης του Έπους και του Μύθου, στοιχείων δηλαδή που είχαν τεράστια παιδευτική αξία στην κλασική εποχή του Ελληνισμού – και κατ’ αντανάκλαση μεγάλη σημασία για τη σύγχρονη ιστορική σκέψη.

Ήταν, επομένως, και είναι ακόμη δύσκολο να απαλλαγεί η προϊστορική έρευνα στην Ελλάδα από το όραμα του «ελληνικού», από τη συνάρτηση με τη «φυλή» και τη «γλώσσα». Αλλά και η βεβαιωμένη πρώιμα ύπαρξη στον αιγαιακό χώρο του αρχαιότερου σ’ ευρωπαϊκό έδαφος υψηλού επιπέδου πολιτισμού, του Κρητομυκηναϊκού, από την αρχή σχεδόν της δεύτερης χιλιετίας πΧ και πέρα, δεν μπορούσε βέβαια να μείνει χωρίς συνέπειες. Ένας τόσο λαμπρός πολιτισμός ανταμείβει πλούσια τις προσπάθειες των ερευνητών και δικαιώνει απόλυτα τη στροφή του ενδιαφέροντος προς αυτόν. Για τους λόγους αυτούς, η έρευνα της Απώτερης Προϊστορίας[3] στον ελληνικό χώρο κινήθηκε πάντα στο περιθώριο. Ωστόσο, και η μακρινή και εντελώς σκοτεινή άλλοτε Παλαιολιθική εποχή αντιπροσωπεύεται τώρα στην Ελλάδα με άφθονο και αξιόλογο υλικό, που τοποθετείται χρονικά μεταξύ των δέκα και εκατό χιλιάδων ετών πριν την εποχή μας.

Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα διαμόρφωσε μια σωστότερη αντίληψη του πραγματικού βάθους της Προϊστορίας στον τόπο αυτόν και του αληθινού περιεχομένου της. Η νέα αυτή αντίληψη βασίζεται στην επιστημονική πίστη ότι η Απώτερη Προϊστορία είναι σε παγκόσμια κλίμακα η κοινή πηγή όλων των κατοπινών «υψηλών» ή «ιστορικών» πολιτισμών. Επομένως … η αναδρομή στο βάθος της Προϊστορίας δεν είναι μόνο χρήσιμη αλλά και αναγκαία, αφού χωρίς αυτήν δε νοείται σήμερα ολοκληρωμένη θεώρηση της πολιτιστικής εξέλιξης.

Η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου δρα εξακολουθητικά η αρχαιότερη πολιτιστική παράδοση του κόσμου. Ένα μόνο στοιχείο της παράδοσης αυτής – στοιχείο δευτερεύον, οπωσδήποτε, και το νεότερο ίσως απ’ όλα – η γλώσσα, έχει αδιάκοπη ζωή τριάντα δύο αιώνων. Πόσο βαθύτερη άραγε πρέπει να υποτεθεί η αναγωγή άλλων πολύ ουσιαστικότερων συντελεστών στο προϊστορικό παρελθόν; Δεν γίνεται βέβαια λόγος για συνέχεια φυλετική, γιατί η φυλή είναι έννοια ξένη στο χώρο της πολιτιστικής δημιουργίας. Τονίζεται απλώς το γεγονός ότι ένας μακροχρόνιος και ακατάλυτος δεσμός λειτουργεί ακόμη από τα χρόνια της Προϊστορίας ανάμεσα στο λαό, φορέα και δημιουργό της παράδοσης αυτής, και στον τόπο – το προαιώνιο και αναλλοίωτο πλαίσιο της παράδοσης αυτής, και οι ρίζες του είναι πολύ βαθύτερες από όσο υποπτευόμαστε.

[1] Δημητρίου Ρ. Θεοχάρη, «Νεολιθικός Πολιτισμός», σ. 16-17, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1981.
[2] Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι γύρω από το 3000 πΧ αρχίζει στην Ελλάδα μια νέα εποχή, η εποχή του Χαλκού ή του Ορείχαλκου – απλούστερα Χαλκοκρατία. Η εποχή αυτή είναι στο σύνολό της σχεδόν προϊστορική. Τη χαρακτηρίζουμε Όψιμη Προϊστορία, για να την αποχωρήσουμε από το χαοτικό χρονικό διάστημα που βρίσκεται πίσω της, που από το βασικό υλικό για την κατασκευή εργαλείων ονομάζεται συμβατικά «Εποχή του Λίθου». Αυτή η εποχή αντιστοιχεί με ό,τι λέμε Απώτερη προϊστορία, και η διάρκειά της υπολογίζεται σε πολλές εκατοντάδες χιλιετιών.
[3] Εντελώς πρόσφατα η αρχαιολογική έρευνα ξεπέρασε στον τόπο μας το φράγμα του Ολόκαινου και εισέδυσε σε μια προγενέστερη γεωλογική περίοδο (10.000 χρόνια πριν από την εποχή μας), το Πλειστόκαινο – τον κοσμογονικό αιώνα των μεγάλων και απότομων κλιματικών αλλαγών και οικολογικών αναστατώσεων.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Λογική

η πρώτη επαφή της Δύσης με τον Αριστοτέλη[1]

Από ποιο σημείο και πέρα η λογική μέθοδος παύει να υπηρετεί τις πολύπλευρες δυνατότητες πρόσβασης στη φυσική και μεταφυσική γνώση, και υποτάσσεται στο «θετικισμό» της χρησιμοθηρικής σκοπιμότητας;

Ενδεχόμενη αφετηρία για την ιστορική διερεύνηση αυτού του ερωτήματος θα μπορούσε ίσως να είναι η πληροφορία που μας δίνει ο γνωστός μεσαιωνιστής M. D. Chenu πως στη δεύτερη πεντηκονταετία του δωδέκατου αιώνα, όταν κάνει την εμφάνισή της στη Δύση η logica nova, δηλαδή το δεύτερο μέρος του αριστοτελικού Οργάνου, πρώτοι οι νομικοί και αμέσως μετά η θεολογία και οι φυσικές επιστήμες αρχίζουν να αντλούν από τον Αριστοτέλη μεθοδολογικά ερείσματα για μια αποτελεσματικότερη ορθολογιστική δόμηση της γνώσης.

Οπωσδήποτε, μια σειρά ιστορικών συμπτωμάτων που ακολουθούν την είσοδο του Αριστοτέλη στη Δύση, στη διάρκεια του 12ου και 13ου αιώνα, μπορούν να θεμελιώσουν το συμπέρασμα ότι τότε ακριβώς θεμελιώνεται στη δυτική Ευρώπη η κατάχρηση και αθέμιτη γενίκευση του ορθολογισμού. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει, αν είναι η είσοδος της αριστοτελικής μεθοδολογίας στη Δύση που προωθεί αποφασιστικά τη χρησιμοθηρική εκδοχή της γνώσης και τη συνακόλουθη θετικιστική αντικειμενικοποίησή της ή αν εντάσσεται αυτή η μεθοδολογία σε μια προϋπάρχουσα στη μεσαιωνική Ευρώπη γνωσιοθεωρητική στάση που αποβλέπει και υπηρετεί τη χρησιμοθηρική σκοπιμότητα.

Το βέβαιο είναι ότι ο Αριστοτέλης γίνεται για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστός στη Δύση με τη μετάφραση του Οργάνου στα λατινικά, από αραβικές μεταφράσεις και όχι από το ελληνικό πρωτότυπο, μόλις στο δεύτερο μισό του δωδέκατου αιώνα. Ως τότε δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επίδραση του Αριστοτέλη στη Δύση, αφού τα κείμενά του είναι προσιτά μόνο σε μεμονωμένους ελληνομαθείς λογίους. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να μιλήσουμε για την ιστορικά διαπιστωμένη και βαθύτατη επίδραση που είχε το ρωμαϊκό δίκαιο στη διοργάνωση του κοινωνικού και πολιτικού και πολιτιστικού βίου της λατινικής Δύσης. Όπως και για την προσπάθεια που αρχίζει από τον 9ο αιώνα, με την ίδρυση της αυτοκρατορίας των Φράγκων, να αυτονομηθεί τελείως σε σχέση με την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία η πολιτιστική βάση του καινούργιου imperium, αφού η πολιτιστική βάση την εποχή εκείνη ήταν και προϋπόθεση της πολιτικής ενότητας. Η μαρτυρία των ιστορικών είναι ομόφωνη ότι σαν τέτοια βάση – αποκλειστικά λατινική , δίχως ελληνικές επιδράσεις – χρησιμοποιείται κυρίως ο Αυγουστίνος. Και ο Αυγουστίνος που δεν γνώριζε ελληνικά, επομένως ούτε και τα αριστοτελικά κείμενα, αλλά μαθήτευσε κυρίως στη νομική σκέψη του Κικέρωνα, του Τερτυλλιανού και του Αμβροσίου Μεδιολάνων, προσφέρει σημαντικά ερείσματα για να αναφέρουμε σε αυτόν την πρώτη μεταφορά των γνωσιοθεωρητικών προϋποθέσεων του ρωμαϊκού δικαίου στον ευρύτερο χώρο του πνευματικού βίου της Δύσης.

[1] Χρήστου Γιανναρά, «σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφία», τ. Α΄, μέρος Β΄, κεφ. Γ΄, σελ. 143-144, εκδόσεις Δόμος 1980.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

περί των διατροφικών συνηθειών των αρχαίων Ελλήνων

Άρτος ο επιούσιος[1]

Τα δημητριακά λοιπόν αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία, ειδικά για τους Αθηναίους, που αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη, γιατί βέβαια οι σιτοβολώνες της Αττικής δεν επαρκούσαν να θρέψουν τις χιλιάδες των κατοίκων.

Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες, ονομαζόταν μάζα και ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί. Σύμφωνα μάλιστα μ’ ένα παράγγελμα του σοφού νομοθέτη Σόλωνα, το ψωμί από το σιτάρι, ο άρτος, έπρεπε να τρώγεται μόνο στις γιορτινές μέρες.

Ο Πλάτων, θέλοντας να χαράξει τον πίνακα μιας υγιεινής ζωής, για την «ιδανική πολιτεία», λέει, διά στόματος Σωκράτη, στον Αδείμαντο:

Ας σκεφτούμε στην αρχή με ποιο τρόπο θα ζούμε όσοι προετοιμάστηκαν έτσι. Δεν θα παράγουν τίποτε άλλο από σιτάρι, κρασί, ρούχα και παπούτσια; Και όταν οικοδομούν σπίτια, το καλοκαίρι τον περισσότερο καιρό θα εργάζονται γυμνοί και ανυπόδητοι, ενώ τον χειμώνα ντυμένοι και υποδημένοι καλά. Δεν θα τρέφονται φτιάχνοντας κριθαρόπιτες και ψωμί από σταρένιο αλεύρι, που θα τα ψήνουν και θα τα ζυμώνουν, και βάζοντας ζύμη ή ψωμιά πάνω σε κάποια καλαμόφυλλα ή πάνω σε καθαρά φύλλα, αφού ξαπλώνουν σε στρώματα από σμίλακα και μυρσίνη, δεν θα τρώνε πλούσια αυτοί και τα παιδιά τους και δε θα πίνουν κρασί σιγά, σιγά στεφανωμένοι, υμνολογώντας τους θεούς σε ευχάριστες μεταξύ τους συντροφιές;
(Πολιτεία 372 a-b)

Στη ζύμη έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Φυσικά, έβαζαν και το απαραίτητο αλάτι, για το οποίο ο ρήτορας – σοφιστής Πολυκράτης έγραψε ειδική πραγματεία[2].

Οι περισσότεροι κάτοικοι, τόσο στην Αθήνα όσο και στις άλλες μεγάλες πόλεις, ζύμωναν μόνοι το ψωμί τους. Όμως, σ’ όλα τα μεγάλα κέντρα υπήρχαν φούρνοι, όπου μπορούσε ν’ αγοράσει κανείς άρτο, μάζα ή άλφιτα.

Φυσικά, το ψωμί γινόταν κατά διάφορους τρόπους.

Ο Τρύφων ο Αλεξανδρεύς[3] αναφέρει τα εξής είδη ψωμιού, στο «Φυτικόν» έργο του[4]:

«Ζυμίτης, σεμιδαλίτης (σιμιγδαλένιο), χονδρίτης (από χοντράλευρο), συγκομιστός (από διάφορα γεννήματα), άρτος εξ ολυρών ( από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου), άρτος εκ τυφών και μελινών (από κεχρί)».

Γίνεται επίσης λόγος, από διάφορους, για «εγκρίδες» (τηγανίτες φτιαγμένες με ζύμη, βουτηγμένες στο λάδι και στο μέλι), για το «δίπυρον» (παξιμάδι) όπως και για τη «φυστή μάζα» (φουσκωτό παξιμάδι).

Ο Κώος γραμματικός Σωκράτης αναφέρεται στον «οβελία άρτο», που επινόησε ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος για να τρέφει τους στρατιώτες στις εκστρατείες του. Κατ’ άλλους, όμως, ο «οβελίας άρτος» πήρε αυτό το όνομα γιατί ψηνόταν σε ειδικά καλούπια, τους «οβελίσκους», και γιατί πουλιόταν έναντι ενός οβολού.

Ένας λυρικός ποιητής από τις Σάρδεις της Λυκίας, ο Αλκμάν, αναφέρεται στους «μακωνίδους άρτους» και ο Αριστοφάνης στους «κολικίους άρτους» (μακρουλούς και χονδρούς).

Είναι χαρακτηριστική η έκφραση, όταν προσφωνεί ένα στρουμπουλό Βοιωτό νεαρό στους «Αχαρνής»:

Ω, χαίρε κοκκιλοφάγε βοιωτίδιον

[1] Χρήστος Μότσιας, «Τί έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες», σ. 25-27, εκδόσεις Κάκτος.
[2] όπως αναφέρει ο γιατρός Ερυξίμαχος στο «Συμπόσιον» του Πλάτωνα
[3] Τρύφων Αλεξανδρεύς, γραμματικός επί εποχής των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αυγούστου και Τιβερίου.
[4] Αθήναιος, Γ 74.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Λογοτεχνία

Ο Σοφός Θυρωρός[1]

Ο Φιλίππ φόρεσε το καλπάκι του, σιάχτηκε και μουρμουρίζοντας βγήκε απ’ την κουζίνα. βγήκε στην αυλόπορτα, κάθισε στον πάγκο και κατέβασε τα φρύδια του, σα σύννεφο.

- Δεν είναι λαός αυτός, μα κάτι χημικοί, γουρουνιάριδες, μουρμούρισε έχοντας ακόμη στο νου του το λαό της κουζίνας. Αφού ησύχασε, έβγαλε το βιβλίο, αναστέναξε σοβαρά κι άρχισε το διαβασμα. «Έτσι είναι γραμμένο, που καλύτερο δεν χρειάζεται – συλλογίστηκε αφού διάβαζε την πρώτη σελίδα, κουνώντας το κεφάλι του – τους φωτίζει ο Κύριος!»

Το βιβλίο του είταν καλό. Μοσκοβίτικη έκδοση. «Περί των οστρακοειδών». Αφού τελείωσε τις δυο σελίδες, ο θυρωρός κούνησε με νόημα το κεφάλι του κ’ έβηξε.

- Σωστά γραμμένο.

Διάβασε κατόπι και την τρίτη κ’ έμεινε σε συλλογή. Ήθελε να συλλογιέται για την παίδεψη και, έτσι του ‘ρθε – και για τους Γάλλους. Το κεφάλι του έγειρε στο στήθος, οι αγκώνες ακούμπησαν στα γόνατα. Τα μάτια του μισόκλεισαν.

Κι ο Φιλίππ είδε όνειρο. Είδε πως άλλαζαν όλα. Η γη είταν, η ίδια όπως και πριν, τα σπίτια τα ίδια, κ’ οι αυλόπορτες οι παλιές, αλλά οι άνθρωποι άλλαξαν ολότελα. Όλοι είταν σοφοί. Δεν είχε βλάκες καθόλου και στους δρόμους περνούσαν όλο Γάλλοι και Γάλλοι. Ως κι ο νερουλάς ακόμα έχει κρίση: «Εγώ λέει, ομολογώ πως δεν είμ’ ευχαριστημένος από το κλίμα και θέλω να δω το θερμόμετρο», ενώ στα χέρια του κρατεί ένα παχύ βιβλίο.

- Διάβαζε τον Καζαμία, του λέει ο Φιλίππ.

Η μαγέρισσα η κουτόμυαλη κι αυτή ανακατώνεται στις κουβέντες και κάνει παρατηρήσεις. Ο Φιλίππ πηγαίνει στο τμήμα για να εγγράψει τους νοικατόρους και – τί περίεργο πράγμα μέσα σ’ αυτό το φοβερό ίδρυμα, μιλάνε όλο τον καιρό για σοφά πράματα και στα τραπέζια απάνω, παντού βιβλία και βιβλία. Άξαφνα κάποιος ζυγώνει το Μίσια το λακέ και φωνάζει: «Κοιμάσαι, εσύ; Εσένα λέω, κοιμάσαι;»

- Κοιμάσαι; ακούει μια βροντερή φωνή από πάνω του ο Φιλίππ. Κοιμάσαι, παλιάνθρωπε, χτήνος;

Ο Φιλίππ τινάχτηκε απάνω κι άρχισε να τρίβει τα μάτια του. Μπροστά του στεκότανε ο υπαστυνόμος του Τμήματος.

- Κοιμάσαι, αι; Να σου καθίσω ένα πρόστιμο, τέρας, να δεις; Θα σε δείξω πώς κοιμούνται όταν φυλάγουν, κοθόνι!

Ύστερα από δυο ώρες τον καλέσανε στο τμήμα. Ξαναήρθς κατόπι στην κουζίνα. Εδώ όλοι συγκινημένοι από τα κηρύγματά του καθόντανε γύρω στο τραπέζι κι α΄κουαν το Μίσια που τους διάβαζε.

Ο Φιλίππ, κατσουφιασμένος, ολοκόκκινος, ζήγωσε το Μίσια, χτύπησε με το μανίκι του απάνω στο βιβλίο και είπε θλιβερά:

- Πέταξέ το!

* Η αρχή του διηγήματος στην σελίδα της ΝομοΣοφίας
[1]
Άντον Τσέχωφ, «Οι αναποδιές της ζωής», εκδόσεις Ηριδανός.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Διάλογοι

Διάλογος σε εκδρομή[1]

Μαθητές: Ωραία τα δημοτικά τραγούδια, κύριε καθηγητά, αλλά εμάς μας αρέσουν πιο πολύ τα μοντέρνα …
Καθηγητής: Κι εμένα μου αρέσουν αυτά που είπατε, κι ακόμα μου αρέσουν και τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα …
Μ: Η κλασική μουσική δεν σας αρέσει;
Κ: Τρελαίνομαι. Έχω μάλιστα μια πολύ ωραία δισκοθήκη κλασικών έργων, ακόμα και ηλεκτρονικής μουσικής. Κι ένα στερεοφωνικό συγκρότημα μούρλια!

Μ: Κι εμείς νομίζαμε πως σας αρέσουν μόνο τα δημοτικά τραγούδια. Όλο γι’ αυτά μας μιλάτε και για την παράδοση, τελευταία.
Κ: Εσείς πολλά νομίζετε κι αναγκάζετε τον άνθρωπο να περιαυτολογεί. Αλλά έτσι … Αχ, κι εμείς έτσι ήμασταν … Γιορτάζουμε το έτος της παράδοσης φέτος. Δεν σας το είπα;
Μ: Και γιατί γίνεται αυτό το αφιέρωμα; Ποιος ο λόγος;
Κ: Ρίχνουμε μια στοχαστικότερη ματιά στον παραδοσιακό μας πολιτισμό. Είναι διαποτισμένη η ζωή μας. Πρέπει να ξέρουμε …
Μ: Δηλαδή όλη αυτή η κίνηση και οι συζητήσεις δεν έχουν για σκοπό να μας ξαναγυρίσουν σ’ εκείνη την παλιά ζωή με τις παραδόσεις;
Κ: Με κάνετε να γελάω. Ποιος σας είπε πάλι αυτές τις βλακείες;
Μ: Τα γράψανε.
Κ: Δεν ξέρω τί να πω. θα είναι καμιά παρεξήγηση. Αυτά προσφέρονται για παρεξηγήσεις. Δεν θα κατάλαβαν καλά ίσως, αλλά, αν δεν είναι κακόπιστοι, με τον καιρό θα καταλάβουν.
Μ: Θα καταλάβουν τί;
Κ: Θα καταλάβουν πως ποτέ δεν ειπώθηκε κάτι τέτοιο και ότι μια επιστροφή ενός λαού σ’ έναν παλιότερο πολιτισμό του, μια αναβίωση, δεν γίνεται με τα λόγια.
Μ: Και με τί γίνεται;
Κ: Με τίποτε. Είναι αστείο. Άλλωστε ποιος ο λόγος; Όταν καταπέσει το σύστημα …
Μ; Το σύστημα; Α, αυτό μας ενδιαφέρει. Ναι, το σύστημα!
Κ: Ξέρω, περιττό. Είσαστε μαγεμένοι τώρα μ’ αυτή τη λέξη: «το σύστημα». Προηγουμένως ήταν «το κατεστημένο». Δεν κατακρίνω είναι ανθρώπινα. Είναι λέξεις φορτισμένες με τη μαγεία της εποχής …
Μ: Συνεννοούμαστε έτσι όμως …
Κ: Σύμφωνοι. Γι’ αυτό κι εγώ σας είπα «το σύστημα». Λοιπόν, όταν καταπέσει όλο το σύστημα, παρασύρεται και ο πολιτισμός του. Καταλαβαινόμαστε;
Μ: Με το παραπάνω. Αλλά …
Κ: Τί είναι πάλι αυτό το «αλλά». Διαφωνείτε;
Μ: Όχι, αλλά … Να, εμείς βλέπουμε, χρησιμοποιούμε ένα σωρό παλιά πράγματα, του παλιού πολιτισμού. Πώς κατέπεσε;
Κ: Τί εννοείτε, ποια παλιά;
Μ: Να, κιλίμια, φλοκάτες, υφαντά διάφορα, μεταλλικά σκεύη, ψάθες. Προλήψεις, έθιμα, κόκκινα αυγά, βασιλόπιτες …
Κ: Καλικάντζαροι, κάλαντα … Ε; κάλαντα;
Μ: Δημοτικά τραγούδια, που τραγουδούν αυτοί οι συμμαθητές μας … Πολλά, πολλά πράγματα. Αυτά δεν είναι ζωντανά, ζωντανός λαϊκός πολιτισμός; Πώς «κατέπεσε» λέτε;
Κ: Ναι, λαϊκός είναι και κάπως ζωντανός είναι, αλλά όχι ολόκληρος πια. Κομμάτια που απόμειναν, δεν είναι όλο εκείνο το σύστημα που υπήρχε άλλοτε. Όπως ένα παγόβουνο, όταν σπάζει, σε μικρά, μικρά κομμάτια, καταδικασμένα να λιώσουν …
Μ: Και γιατί κομματιάστηκε έτσι αυτό … το παγόβουνο;
Κ: Καταλαβαίνω τον υπαινιγμό σας για την παρομοίωσή μου, αλλά εγώ το φαντάζομαι από την άποψη της άσπιλης λαμπράδας. Κάποτε μια ηθοποιό τη διαφήμιζαν ως «το φλογερό παγόβουνο».
Μ: Σχήμα οξύμωρον, κύριε καθηγητά.
Κ: μπράβο! το πετύχατε. Αλλά γιατί κομματιάστηκε, είπατε …
Μ: Το παγόβουνο …
Κ: Αφήστε πια το παγόβουνο. Για τον λαϊκό πολιτισμό λέμε. Και για να τελειώνουμε: Κομματιάστηκε γιατί δημιουργήθηκαν οι συνθήκες.
Μ: Τί άλλες συνθήκες;
Κ: Να, άλλο σύστημα. Καταλάβατε τώρα; Βιομηχανίες, συγκοινωνίες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις …
Μ: Και λοιπόν;
Κ: Σωστά. Γιατί όχι; Να, η βιομηχανία, η βιοτεχνία, στην αρχή, βέβαια, άρχισε να παράγει απ’ όλα τα είδη. Δεν χρειαζόταν πια στο σπίτι να υφαίνουν, ούτε να γνέθουν, ούτε να φτιάχνουν τα λιγοστά έπιπλα, τα σκεύη τους … Τίποτε. Στο τέλος έπαψαν να ζυμώνουν και ψωμί. Άρχισαν να τ’ αγοράζουν.
Μ: Κι αν δεν είχαν να τ’ αγοράσουν;
Κ: Πουλούσαν απ’ τα προϊόντα τους. Άλλοι πάλι αντί για τσομπάνηδες και γεωργοί έγιναν εργάτες στις βιομηχανίες. Πούλησαν χωράφια, κοπάδια, σπίτια, για να ‘ρθούν στην πόλη, κοντά στις δουλειές.
Μ: Δηλαδή τα έπαιρναν όλα έτοιμα πια. Δυστυχούσαν.
Κ: Ναι, αλλά τώρα πήραν κάπως να στρώνουν τα πράγματα.
Μ: Έτσι, λοιπόν, εξηγείται, γιατί μόνο σε μικρά χωριά κι αυτά απομονωμένα παράγουν ακόμα με τον παλιό τρόπο.
Κ: Ας μην είμαστε βιαστικοί. Το φαινόμενο είναι πολύπλοκο. Υπάρχουν και συντηρητικά άτομα, που τους αρέσει να κρατούν τα παλιά.
Μ: Κυρίως, τα έθιμα.
Κ: Σωστή η παρατήρηση. Τα έθιμα κρατιούνται πιο εύκολα, ιδίως αυτά που δεν απαιτούν σπουδαία υλικά μέσα. Σπάνια όμως στηρίζονται στην πίστη. Είναι συναίσθημα.
Μ: Δεν μπορεί να αναβιώσει τίποτε πια;
Κ: Σε πλατιά κλίμακα, όχι. Μπορούν όμως όλα τα υλικά δημιουργήματα να αναπαράγονται. Πολλά είναι ιδιαίτερα ωραία. Υφαντά, σκαλιστές κασέλες, παραδοσιακά φαγητά …
Μ: Πάντως, αυτά όλα κοστίζουν πολύ περισσότερο.
Κ: Βλέπω, ξέρετε από αγορά. Ε, πώς αλλάζουν τα πράγματα! Κάποτε αυτά τα αγόραζαν για οικονομία. Τώρα είναι πιο ακριβά, πολύ πιο ακριβά, από τα βιομηχανικά προϊόντα.

Μ: Δηλαδή αν ένα άτομο ή μια οικογένεια θέλει να ζήσει παραδοσιακά είναι κακό;
Κ: Κακό όχι, βέβαια, αλλά πολύ δύσκολο. Διαρκώς θα πέφτει πάνω στα προϊόντα του σύγχρονου πολιτισμού, που δεν θα μπορεί να παρακάμψει. Έτσι εύκολα βγαίνει το πλαστικό απ’ τη ζωή μας;
Μ: και ο λαός;
Κ: Ο λαός τραβάει το δρόμο του. Δημιουργεί πολιτισμό με βάση τις ακατανίκητες ανάγκες του. Απόπου μπορεί να δανείζεται στοιχεία. Είναι όμως έγκλημα να προσπαθείς να τον φέρεις πίσω. Θα δημιουργήσεις σύγχυση και καθυστέρηση. Και το αποτέλεσμα μηδέν.
Μ: Και οι Έλληνες, θα έχουμε πια τον ξένο τον δυτικό πολιτισμό, δεν θα δημιουργήσουμε δικό μας;
Κ: Βιάζεστε, βλέπω κι εδώ. Οι πολιτισμοί δεν δημιουργούνται έτσι, εύκολα. Εκπληρώνονται πολλές άλλες συνθήκες, και τους βλέπεις ξαφνικά σχηματισμένους. Πάντως και τώρα κάτι πρέπει να δημιουργείται, μα δεν το νιώθουμε γιατί είμαστε κοντά.
Μ: Δηλαδή δεν είναι κακό που δεν ακολουθούμε το λαϊκό μας πολιτισμό;
Κ: Κακό; Ύψιστε Θεέ! Γιατί να ‘ναι κακό; Ο πολιτισμός εκείνος πάει πια, αντικαταστάθηκε.
Μ: Και τότε προς τί όλα αυτά;
Κ: Για τις ρίζες μας, για την αυτογνωσία. Για να ξέρουμε πώς ζούσαν και τί πίστευαν οι πρόγονοί μας. Και πάνω απ’ όλα για να καταλαβαίνουμε το παρόν, τη σημερινή ζωή. Να την ερμηνεύουμε και να την αντιμετωπίζουμε σωστότερα.

[1] Γιώργου Ιωάννου, «εφήβων και μη», σ. 329-333, εκδόσεις Κέδρος, 1983.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

στα ίχνη της ελληνικής παιδείας

το τέλος των ελληνικών γραμμάτων στην μεσαιωνική Αγγλία[1]

Μόνο με τη λατινική παιδεία … επικοινωνούσε για πολύν καιρό ο δυτικός Μεσαίωνας. Ούτε ο αγγλοσαξωνικός κόσμος, από τόσες απόψεις ιδιότυπος, δεν ξέφυγε αρχικά από αυτό τον κανόνα: ακόμα και οι codices plurimi, που ο Μέγας Γρηγόριος – είναι γνωστή η δυσπιστία του απέναντι στις «ελεύθερες τέχνες» – έστειλε γύρω στο 600 στη Βρετανία με ιεραποστόλους, ήταν προφανώς εκκλησιαστικά βιβλία, γραμμένα λατινικά. Αποτελεί όμως μεγάλο γεγονός ότι ο πάπας Βιταλιανός το 668 ή 669 διόρισε τον Έλληνα μοναχό Θεόδωρο, που καταγόταν από την Ταρσό, αρχιεπίσκοπο του Canterbury, με αποστολή να ολοκληρώσει τη μεταρρύθμιση της αγγλοσαξονικής Εκκλησίας. Τον Θεόδωρο τον συνόδευε ένας Αφρικανός που είχε σπουδάσει στη βυζαντινή Καρχηδόνα, ο Αδριανός. Ο Βέδας ο Αιδέσιμος (που πέθανε το 735), στο έργο του Εκκλησιαστική ιστορία του αγγλικού λαού, βεβαιώνει ότι οι δυο αυτοί άνδρες γνώριζαν εξίσου καλά τα κοσμικά και τα εκκλησιαστικά γράμματα, τόσο στην ελληνική όσο και στη λατινική γλώσσα, και προσθέτει: «Απόδειξη ότι σήμερα μερικοί από τους μαθητές τους που ζουν ακόμα γνωρίζουν τα ελληνικά και τα λατινικά σαν μητρική τους γλώσσα». Έχει σωστά παρατηρηθεί ότι ο Βέδας, αν ήταν καλός κριτής για τη λατινική γλώσσα, δεν ήταν οπωσδήποτε καλός και για την ελληνική, από την οποία γνώριζε το πολύ, πολύ μερικά στοιχεία, και ότι πάντως η ελληνομάθεια στη Βρετανία πρέπει να έσβησε με τη γενιά αυτή των μαθητών του Θεοδώρου και του Αδριανού. Ασφαλώς μόνο σε λατινικά χειρόγραφα αναφέρεται η «απειράριθμη αφθονία κάθε είδους βιβλίων» (innumerabilis libr;orum omnis generic copia), για την οποία μιλά ο ίδιος ο Βέδας με την ευκαιρία των ταξιδιών που πραγματοποίησε ο δάσκαλός του Βενέδικτος ο Επίσκοπος (την εποχή του πάπα Βιταλιανού, 657-672) μεταξύ Ρώμης και Αγγλίας, όπου και ίδρυσε τη μονή του Αγίου Πέτρου στο Wearmouth. Μια παιδεία αποκλειστικά λατινική, που περιελάμβανε ωστόσο και μερικά κοσμικά έργα, ανθούσε στην Αγγλία ήδη από τα τέλη του 7ου αιώνα. Ο Βέδας ο Αιδέσιμος την ενσαρκώνει στις αρχές του 8ου αιώνα και οι Άγγλοι ιεραπόστολοι θα τη μεταδώσουν στους Αγγλοσάξονες της Γερμανίας.

[1] Πωλ Λεμέρλ, «ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός», κεφ. Α΄, σελ. 20-21, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

γλώσσικα ή περί γλώττης δοκίμια

περί της ελληνικής λαλιάς[1]

Είμαστε στην Ευρώπη : Από το καπέλλο και το σακκάκι ως το βιβλίο, το μυθιστόρημα και την κοινωνική ζωή. Μ’ αυτό δε λέγεται δημιουργία καθολικής αξίας. Λέγεται μαϊμούδισμα ξένης αξίας. Κι’ απ’ αυτό δεν βγαίνει τίποτα, γιατί δε βγαίνει τίποτα ποτέ από τη μίμηση και μάλιστα την ξώπετση. Αν όμως εννοούν να ευρωπαϊστούμε όχι στην επιφάνεια παρά στο βάθος, τότε το αίτημά τους αναποδογυρίζεται παράξενα: Γιατί τότε δεν γυρεύουν μια ριζική απομάκρυνση από τις αξίες εθνικής μορφής μα ολωσδιόλου το αντίθετο, να μπούμε βαθιά, πολύ βαθιά στην περιοχή της εθνικής συνείδησης, ν’ αγκαλιάσουμε, όσο μπορούμε πιο ζεστά, την εθνική μας κληρονομιά! Για τον απλούστατο λόγο: ότι, στο βάθος του, ο δυτικός πολιτισμός, δεν είναι άλλο παρά οι ελληνικές αξίες, παρεξηγημένες ή εξηγημένες, ζωντανεμένες, γονιμοποιημένες, πούκαμε τον Σερ Χένρυ Σάμνερ Μαίηνυ να πει: «Σ’ ένα μικρό λαό δόθηκε να δημιουργήσει την αρχή της προόδου. Αυτός ο λαός ήταν ο ελληνικός. Έξω από τις τυφλές δυνάμεις της φύσης τίποτα δεν κινείται μέσα σ’ αυτό το σύμπαν που να μην έχει ελληνική καταγωγή».

Ο δυτικός πολιτισμός βγαίνει απ’ την ελληνική κληρονομιά. Γιατί εμείς θα τη γυρεύαμε από δεύτερο χέρι; Γιατί δε θάχαμε τη φιλοδοξία να τη μεταχειριστούμε σα νόμιμοι κληρονόμοι; Σ’ αυτόν που θα ρωτούσε με ποιους τίτλους, την απόκριση θάδινε η ελληνική γλώσσα. Σαν την κατάχλωρη κι’ ολάνθιστη φυλλωσιά ξεπετιέται πάνω απ’ τον παλιό κορμό, σημαδεμένο με τ’ αχνάρτια π’ άφησαν τριαντατρείς αιώνες πνευματική καλλιέργεια. Ποιος λαός έχεο τέτοια παράδοση; Πού είναι η συνειδητοποιησή της; Πού είναι η γονιμοποιησή της;

Οι καθαρευουσιάνοι την πήραν για να κρυφτούνε πίσω απ’ αυτή και να ζητιανέψουνε, στ’ όνομά της, από την Ευρώπη μαζί με το δικαίωμα της ζωής και κανένα χωραφάκι. Πραγματοποίησαν τον τύπο ενός πρωτάκουστου γκραβαρίτικου ιμπεριαλισμού. Κι’ άξιοι διάδοχοί τους – κι’ ας κάνουν το δημοτικιστή – γυρεύουν τώρα τη ριζική απομάκρυνση από κάθε τι το εθνικό, για να ζητιανέψουν από την Ευρώπη το δικαίωμα να ζήσουν στ’ όνομα ενός βιασμένου και ξώπετσου συγχρονισμού. Ο δημοτικισμός, όχι με τη στενή του έννοια του γλωσσικού αγώνα, μα σαν κίνημα πνευματικό και ηθικό, αρνιέται, μ’ άγρια περηφάνεια, τέτοια ταπεινά μασκαρέματα. Βλέπει το έθνος στην πνευματικήν οικογένεια της Ευρώπης με το γνήσιο, ζωντανό του πρόσωπο και με τη βαθύτατη πεποίθηση πως πάει να εισφέρει στο κοινό έργο μια ολοκαίνουρια νότα. Δε θέλει την εθνική κληρονομία για να κρύψει πίσω από την αίγλη της φτώχεια και μαρασμό, μα σα γόνιμο δίδαγμα, σα σκληρό μέτρο συγκριτικής αξίας και σαν αφετηρία για καινούριες δημιουργίες.

[1] αυτά έγραφε τον Γενάρη του 1933 ο Σπύρος Μελάς, Απόσπασμα από το βιβλίο του «Δάσκαλοι του Γένους» της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 9-10, εκδόσεις Μπίρη.