Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Ποντιακά

Μαθήματα από την ελληνοτουρκική συμβίωση[1]

Η άλωσις της Τραπεζούντος και η διάλυσις του Κράτους αυτής εθρηνήθη υπό του Ποντιακού Ελληνισμού, όστις όμως δεν έχασε την ελπίδα του ότι θα έλθη ημέρα δόξης και ελευθερίας:

Αλλοί εμάς και βάϊ εμάς, πάρθεν η Ρωμανία,
μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαιγνε τα μοναστήρια
κι άϊ Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
- Μην κλαις, Άι Γιάννη μου, και μη δερνοκοπιέσαι.
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Ο Πόντος, ευρισκόμενος εγγύτερον προς μεγάλας μάζας Τούρκων και Τουρκομάνων, εμαρτύρησε περισσότερον των άλλων Ελλήνων. Τα καθημερινά βάσανα των Ποντίων ηνάγκασαν πολλούς να εξισλαμισθούν, ίσως τους πλουσιωτέρους, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν την περιουσίαν των. Άλλοι ηναγκάσθηκαν να φύγουν, άλλοι δε να προσποιηθούν ότι έγιναν Μουσουλμάνοι, ενώ κρυφά ελάτρευαν την πάτριον θρησκείαν. Η εξισλάμισις δεν έγινεν αμέσως μετά το 1461, αλλά και αργότερα εις δυσκόλους περιστάσεις. Επίσης αργότερα έφυγαν μυριάδες Ποντίων εις τον Καύκασον …

Εκ των εξισλαμισθέντων κατοίκων του Πόντου οι Οφίται, ήτοι οι κάτοικοι της περιφερείας του ποταμού Όφεως, ομιλούν και σήμερον την ελληνικήν ποντιακήν διάλεκτον …

Αφού προέβη τόσον πολύ ο εξισλαμισμός των Ελλήνων του Πόντου, εύκολον είναι να εννοήσωμεν ότι υπέφεραν περισσότερα βάσανα οι Έλληνες εκεί ή αλλαχού. Υπέφεραν δε μέχρι των νεωτέρων χρόνων, ως δεκνύουν τα γραφέντα υπό του ερευνητού της Ποντιακής ιστορίας Π. Τριανταφυλλίδου:

«Ο κατ’ οίκον βίος του Έλληνος Χριστιανού υπήρχεν αληθώς οικτρότατος. Ο Έλλην ενομίζετο και των κυνών ευτελέστερος, διότι εις εκείνους μεν εδείκνυαν συμπάθειαν, σπανιώτατα όμως εδείκνυε Τούρκος οίκτον εις Χριστιανόν υβριζόμενον ή αικιζόμενον· απ’ εναντίας πάσα κατά Χριστιανού προσβολή πολλούς εύρισκε τους υποβοηθούντας και συνέτρεχον αυθόρμητα πλήθη άπειρα και παρείχον την εαυτών συνδρομήν λόγοις και έργοις, στόματι και χερσίν, οσάκις έβλεπον Τούρκον επιτιθέμενον κατά Χριστιανού. Το «τουρκοπαιδεύω» κατήντησεν εις την σημασίαν του απηνέστατα και σκληρότατα τιμωρώ …

Η ενδυμασία του Έλληνος υπήρχε διαγεγραμμένη και ωρισμένη. Εκτός του μαύρου χρώματος πάσα άλλη βαφή ην απ’ αυτού απηγορευμένη· εκτός του χονδρού βαμβακίνου παν άλλο πολυτελέστερον ύφασμα δεν επετρέπετο να ενδυθή·μαύρον έφερε το επί της κεφαλής κάλυμμα, περιτετυλιγμένον διά μαύρου χονδρού υφάσματος, μαύρα τα εν τοις ποσίν αυτού πέδιλα, ων και ο τρόπος της κατασκευής και το χρώμα και η κόψις ήσαν διαγεγραμμένα …

Εις πάσαν καθ’ οδόν συνάντησιν και του ευτελεστέρου Τούρκου ο Έλλην εχρεώστει να αφήση τα παρά τα πλάγια της οδού πεζοδρόμια και να κατέλθη εις το μέσον της οδού, όθεν διέβαινον τα ζώα, και διά μυρίων υποκλίσεων και άλλων εξευτελιστικών κινημάτων ώφειλε να καταδείξη την εαυτού αθλιότητα. Ο οίκος του έπρεπε να οικοδομήται μονώροφος, άνευ επιχρώσεως, η δε εξωτερική αυτού κονίασις ην πολλαχού απηγορευμένη. Ουαί τω παραβαίνοντι την διαταγήν και δεικνύοντι πολυτέλειάν τινα εν τη σκευή και τη ενδυμασία».

[1] Κωνσταντίνου Ι. Αμάντου, Σχέσεις Ελλήνων & Τούρκων, σ. 146 κ.επ., ΟΕΔΒ, Αθήναι 1955.

Δεν υπάρχουν σχόλια: