«Στριμώχνοντας» τους άλλους στους δικούς μας κανόνες[1]
Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε κάποιος από ευρωκεντρικούς διανοούμενους είναι θετικές αξιολογικές κρίσεις για πολιτισμούς που δεν έχουν μελετήσει διεξοδικά. Κι αυτό γιατί οι ουσιαστικές αξιολογικές κρίσεις προϋποθέτουν ... ένα συγχωνευμένο με άλλους ορίζοντα κριτηρίων.Θα πρέπει να έχουμε ήδη μεταμορφωθεί από η μελέτη του άλλου, έτσι ώστε να μην κρίνουμε μόνο με βάση τα αρχικά και οικεία σε μας κριτήρια. Μια πρόωρη ευνοϊκή κρίση δεν θα ήταν μόνο συγκαταβατική, αλλά και εθνοκεντρική. Θα επαινούσε τους άλλους επειδή είναι σαν και μας.
Εδώ συναντάμε και ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που διατρέχει την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Η κατηγορηματική αξίωση για την εκφορά ευνοϊκών κρίσεων είναι κατά παρόδοξο τρόπο – ίσως θα έπρεπε να πούμε κατά τραγικό τρόπο – ισοπεδωτική. Ο λογος είναι ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ήδη διαθέτουμε κριτήρια για να προβαίνουμε σε τέτοιες κρίσεις. Ωστόσο, τα κριτήριά μας είναι αυτά του δυτικού πολιτισμού. Έτσι, οι κρίσεις που εκφέρουμε θα «στριμώχνουν» με έμμεσο και υπόγειο τρόπο τους άλλους στις κατηγορίες μας. Για παράδειγμα, θα θεωρούμε ότι οι «καλλιτέχνες» τους δημιουργούν «έργα», τα οποία μπορούμε να εντάξουμε στον κανόνα μας. Με το να επεικαλείται έμμεσα τα δικά μας κριτήρια για να κρίνει όλους τους πολιτισμούς και τις πολιτισμικές ενότητες, η πολιτική της διαφοράς μπορεί να καταλήξει στην ισοπέδωση των πάντων.[2]
Μ’ αυτήν τη μορφή η αξίωση της ίσης αναγνώρισης είναι απαράδεκτη. Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Οι αντίπαλοι της πολυπολιτισμικότητας στα αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν αντιληφθεί αυτήν την αδυναμία και την έχουν χρησιμοποιήσει σαν δικαιολογία για να αγνοήσουν το πρόβλημα. Αυτό όμως δεν βοηθάει. Μια απάνηση σαν κι αυτή που αποδίδεται στον Μπέλλοου – ότι θα χαρούμε να διαβάσουμε έναν Ζουλού Τολστόι, όταν αυτός εμφανιστεί – δείχνει τις βαθιές ρίζες του εθνοκεντρισμού. Πρώτον, εδώ υπονοείται ότι τα επιτεύγματά τους πρέπει να μας είναι οικεία, οι Ζουλού θα πρέπει να βγάλουν έναν Τολστόι. Δεύτερον, υποθέτουμε ότι δεν έχουν συνεισφέρει ακόμα τίποτα (Όταν οι Ζουλού βγάλουν έναν Τολστόι ...). Αυτές οι δύο υποθέσεις προφανώς συμβαδίζουν. Εάν οφείλουν να δείξουν επιτεύγματα παρόμοια με τα δικά μας, τότε και μόνο τότε, θα πρέπει να ελπίζουν στο μέλλον. Σύμφωνα με την οξύτερη διατύπωση του Ρότζερ Κίμπαλ: «Ό,τι κι αν λένε οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, η επιλογή που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι μεταξύ μιας «καταπιεστικής» δυτικής κουλτούρας και ενός πολυπολιτισμικού παραδείσου, αλλά μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας. Ο πολιτισμός δεν είναι δώρο, είναι επίτευγμα – ένα εύθραυστο επίτευγμα που πρέπει συνεχώς να το στηρίζουμε και να το προστατεύουμε από κάθε εσωτερική ή εξωτερική πεοσβολή».[3]
[1] Τσάρλς Ταίηλορ, «Πολυπολιτισμικότητα», σ. 128-130, εκδόσεις Πόλις 1999.
[2] Οι ίδιες ισοπεδωτικές τάσεις κρύβονται πίσω από την αρνητική στάση που έχουν πολλοί άνθρωποι σε σχέση με την ανωτερότητα που λέγεται ότι χαρακτηρίζει ορισμένους συγκεκριμένους τομείς του δυτικού πολιτισμού (λ.χ. ον τομέα των φυσικών επιστημών). Αλλά είναι παράλογο να αντιδρούμε εξ’ ορισμού σε τέτοιου είδους ισχυρισμούς. Από το εγονός ότι όλοι οι πολιτισμοί συνεισέφεραν κάτο το αξιόλογο, δεν συνάγεται ότι η συνεισφορά τους είναι της ίδιας υφής ή αξίας. Το να αναμένουμε κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με σοβαρή υποβάθμιση των υπαρχουσών διαφορών. Τελικά, η προϋπόθεση της αξίας φαντάζεται ένα σύμπαν όπου διαφορετικοί πολιτισμοί αλληλοσυμπληρώνονται μέσω της διαφορετικής συνεισφοράς τους. Η εικόνα αυτή όχι μόνο είναι συμβατή, αλλά και επιβάλλει κρίσεις που εκφράζουν ως ένα σημείο κάποια ανωτερότητα.
[3] “Tenured Radicals”, New Criterion, σ. 13, Ιανουάριος 1991.
Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009
Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009
μαθήματα ανδρείας
Το έπος του ’40.[1]
Τα ξημερώματα[2] της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό τελεσιγραφική διακοίνωση: εξαιτίας ενεργειών ή παραλείψεων της ελληνικής κυβερνήσεως, η ουδετερότητα της χώρας είχε αποβεί «ολοέν και περισσότερον απλώς και καθαρώς φαινομενική». Η χρησιμοποίηση από τον αγγλικό στόλο των χωρικών της υδάτων, των παραλίων και των λιμένων, ο ανεφοδιασμός των εναερίων δυνάμεων και η οργάνωση στο ελληνικό αρχιπέλαγος υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών της Μ. Βρετανίας, η χρήση, ακόμη, τρομοκρατικών μεθόδων σε βάρος του πληθυσμού της Τσαμουριάς, αναφέρονταν ως καταστάσεις που δεν ήταν η Ρώμη διατεθημένη «να ανεχθή εφεξής» και κατέληγε στην απόφαση «να ζητήση, ως εγγύησιν της ουδετερότητος της Ελλάδος και ως εγγύησιν της ασφαλείας της Ιταλίας, το δικάιωμα να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων και διά την διάρκειαν της σημερινής συρράξεως μετά της Αγγλίας ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους». Ο Μεταξάς απάντησε στον Γκράτσι ότι θεωρούσε το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της διακοινώσεως ως κήρυξη πολέμου. Η Ελλάδα, τελικά, θα αμυνθεί με όλες της τις δυνάμεις κατά της ιταλικής εισβολής.
Η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων δεν ήταν αμφίρροπη παρά για λίγα και μόνο εικοσιτετράωρα. Μετά την αιφνιδιαστική διείσδυση στα ελληνικά εδάφη, τα ιταλικά στρατεύματα κατόρθωσαν, σε πρώτη φάση, να προσεγγίσουν τους αντικειμενικούς τους στόχους. Η κύρια επίθεση εκδηλωνόταν στο μέτωπο Ελαίας – Καλαμά, νευραλγικό κόμβο για την πρόσβαση στα Ιωάννινα, ενώ η υπερκεραστική κίνηση προς την κατεύθυνση του Μετσόβου εξελισσόταν ήδη ευνοϊκά με την ταχεία προέλαση της αλπινιστικής μεραρχίας «Τζούλια» ως τη Σαμαρίνα, το Δίστρατο και τη Βωβούσα. Η σθεναρή αντίδραση των ελληνικών στρατευμάτων έδινε νέα τροπή στην εξέλιξη των επιχειρήσεων μετά την έβδομη ημέρα του πολέμου. Οι εισβολείς καθηλώνονταν απέναντι στο Καλπάκι, ενώ στο μέτωπο του Σμόλικα και του Γράμμου τα προωθημένα ιταλικά προωθημένα ιταλικά τμήματα απωθούνταν ως τα παραμεθώρια υψώματα της Κόνιτσας. «Η πρωτοβουλία περιήλθε στον εχθρό» ομολογούσε ο Τσιάνο στις 6 Νοεμβρίου και κατέληγε: «Δεν πιστεύω ότι έχομε ηττηθεί, αλλά πολλοί έτσι διαισθάνονται».
Στις 14 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε γενική επίθεση στα μέτωπα της Ηπείρου και της βορειοδυτικής Μακεδονίας. Ως τις 22 Νοεμβρίου, τα ελληνικά εδάφη, από την οροσειρά του Γράμμου ως τις ακτές της Θεσπρωτίας, είχαν απαλλαγεί από την παρουσία και του τελευταίου εισβολέα, ενώ ανατολικότερα οι ελληνικές δυνάμεις, αφού έκαμπταν την ιταλική αντίσταση στο δυσπρόσιτο ορεινό συγκρότημα Μοράβα-Ιβάν, εισέρχονταν στην Κορυτσά, επικοινωνιακό κόμβο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας. Η νικηφόρα προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων γινόταν σε αλύτρωτα εδάφη κατοικημένα από πληθυσμό στην πλειονότητά του ελληνικό. Η παράδοση, μετά την Κορυτσά, της Μοσχόπολης, του Πόγραδετς, της Πρεμετής, των Αγίων Σαράντα και, τέλος, στις 8 Δεκεμβρίου, του Αργυροκάστρου και, στη συνέχεια, της Χειμάρρας, χαιρετίζονταν από την πανελλήνια κοινή γνώμη σαν σταθμοί εκστρατείας απελευθερωτικής.
Η προώθηση των ελληνικών στρατηγικών θέσεων στο αλβανικό μέτωπο δεν έμελλε να ανακοπεί παρά κάτω και μόνο από την πίεση των καιρικών συνθηκών, όταν οι χιονοπτώσεις στα ορεινά και οι πλημμύρες στα πεδινά συνετέλεσαν στην ανακοπή της προελάσεως και στην παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού. Η Κλεισούρα, στα χέρια των Ελλήνων από τις πρώτες ημέρες του 1941, οριοθετούσε τις ακραίες θέσεις τους στο εσωτερικό της Αλβανίας. Ο ελληνικός στρατός δεν θα κατορθώσει να προωθηθεί προς την Αυλώνα και να καταφέρει το τελικό πλήγμα σε βάρος των ιταλικών δυνάμεων, αλλά και δεν θα υποχωρήσει, ούτε στο ελάχιστο, από την γραμμή Πόγραδετς – Χειμάρρας. Η μεγάλη ιταλική επίθεση, γνωστή ως «εαρινή», θα καταλήξει σε ναυάγιο.
[1] Από την «ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945», του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, σ. 280-282, Εστία 1992.
[2] Ώρα 3η πρωινή.
Τα ξημερώματα[2] της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό τελεσιγραφική διακοίνωση: εξαιτίας ενεργειών ή παραλείψεων της ελληνικής κυβερνήσεως, η ουδετερότητα της χώρας είχε αποβεί «ολοέν και περισσότερον απλώς και καθαρώς φαινομενική». Η χρησιμοποίηση από τον αγγλικό στόλο των χωρικών της υδάτων, των παραλίων και των λιμένων, ο ανεφοδιασμός των εναερίων δυνάμεων και η οργάνωση στο ελληνικό αρχιπέλαγος υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών της Μ. Βρετανίας, η χρήση, ακόμη, τρομοκρατικών μεθόδων σε βάρος του πληθυσμού της Τσαμουριάς, αναφέρονταν ως καταστάσεις που δεν ήταν η Ρώμη διατεθημένη «να ανεχθή εφεξής» και κατέληγε στην απόφαση «να ζητήση, ως εγγύησιν της ουδετερότητος της Ελλάδος και ως εγγύησιν της ασφαλείας της Ιταλίας, το δικάιωμα να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων και διά την διάρκειαν της σημερινής συρράξεως μετά της Αγγλίας ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους». Ο Μεταξάς απάντησε στον Γκράτσι ότι θεωρούσε το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της διακοινώσεως ως κήρυξη πολέμου. Η Ελλάδα, τελικά, θα αμυνθεί με όλες της τις δυνάμεις κατά της ιταλικής εισβολής.
Η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων δεν ήταν αμφίρροπη παρά για λίγα και μόνο εικοσιτετράωρα. Μετά την αιφνιδιαστική διείσδυση στα ελληνικά εδάφη, τα ιταλικά στρατεύματα κατόρθωσαν, σε πρώτη φάση, να προσεγγίσουν τους αντικειμενικούς τους στόχους. Η κύρια επίθεση εκδηλωνόταν στο μέτωπο Ελαίας – Καλαμά, νευραλγικό κόμβο για την πρόσβαση στα Ιωάννινα, ενώ η υπερκεραστική κίνηση προς την κατεύθυνση του Μετσόβου εξελισσόταν ήδη ευνοϊκά με την ταχεία προέλαση της αλπινιστικής μεραρχίας «Τζούλια» ως τη Σαμαρίνα, το Δίστρατο και τη Βωβούσα. Η σθεναρή αντίδραση των ελληνικών στρατευμάτων έδινε νέα τροπή στην εξέλιξη των επιχειρήσεων μετά την έβδομη ημέρα του πολέμου. Οι εισβολείς καθηλώνονταν απέναντι στο Καλπάκι, ενώ στο μέτωπο του Σμόλικα και του Γράμμου τα προωθημένα ιταλικά προωθημένα ιταλικά τμήματα απωθούνταν ως τα παραμεθώρια υψώματα της Κόνιτσας. «Η πρωτοβουλία περιήλθε στον εχθρό» ομολογούσε ο Τσιάνο στις 6 Νοεμβρίου και κατέληγε: «Δεν πιστεύω ότι έχομε ηττηθεί, αλλά πολλοί έτσι διαισθάνονται».
Στις 14 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε γενική επίθεση στα μέτωπα της Ηπείρου και της βορειοδυτικής Μακεδονίας. Ως τις 22 Νοεμβρίου, τα ελληνικά εδάφη, από την οροσειρά του Γράμμου ως τις ακτές της Θεσπρωτίας, είχαν απαλλαγεί από την παρουσία και του τελευταίου εισβολέα, ενώ ανατολικότερα οι ελληνικές δυνάμεις, αφού έκαμπταν την ιταλική αντίσταση στο δυσπρόσιτο ορεινό συγκρότημα Μοράβα-Ιβάν, εισέρχονταν στην Κορυτσά, επικοινωνιακό κόμβο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας. Η νικηφόρα προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων γινόταν σε αλύτρωτα εδάφη κατοικημένα από πληθυσμό στην πλειονότητά του ελληνικό. Η παράδοση, μετά την Κορυτσά, της Μοσχόπολης, του Πόγραδετς, της Πρεμετής, των Αγίων Σαράντα και, τέλος, στις 8 Δεκεμβρίου, του Αργυροκάστρου και, στη συνέχεια, της Χειμάρρας, χαιρετίζονταν από την πανελλήνια κοινή γνώμη σαν σταθμοί εκστρατείας απελευθερωτικής.
Η προώθηση των ελληνικών στρατηγικών θέσεων στο αλβανικό μέτωπο δεν έμελλε να ανακοπεί παρά κάτω και μόνο από την πίεση των καιρικών συνθηκών, όταν οι χιονοπτώσεις στα ορεινά και οι πλημμύρες στα πεδινά συνετέλεσαν στην ανακοπή της προελάσεως και στην παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού. Η Κλεισούρα, στα χέρια των Ελλήνων από τις πρώτες ημέρες του 1941, οριοθετούσε τις ακραίες θέσεις τους στο εσωτερικό της Αλβανίας. Ο ελληνικός στρατός δεν θα κατορθώσει να προωθηθεί προς την Αυλώνα και να καταφέρει το τελικό πλήγμα σε βάρος των ιταλικών δυνάμεων, αλλά και δεν θα υποχωρήσει, ούτε στο ελάχιστο, από την γραμμή Πόγραδετς – Χειμάρρας. Η μεγάλη ιταλική επίθεση, γνωστή ως «εαρινή», θα καταλήξει σε ναυάγιο.
[1] Από την «ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945», του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, σ. 280-282, Εστία 1992.
[2] Ώρα 3η πρωινή.
Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009
μαθήματα από την ιστορία
Μαθήματα υποκρισίας[1]
Ο Τζούμπο Ουΐλσον, μετά την υπερφαλάγγισή του από τα αριστερά, δεν μπορεί να μείνει στις θέσεις, που κατέχει. Ο Παπάγος προσπαθεί να τον τραβήξη προς το εσωτερικό, για να προσκολλήση το βρεταννικό σώμα στην στρατιά του της Ηπείρου, αλλά ο Άγγλος στρατηγός προτιμά να αποκοπή από τους Έλληνες, παρά από τη θάλασσα. Η προς τα πίσω πορεία του μοιάζει με σελίδα της αρχαίας ιστορίας : ο Όλυμπος, η Κοιλάδα των Τεμπών, οι Θερμοπύλες … Υποχώρηση εξαντλητική. Οι δρόμοι είναι φρικτοί. Στα βουνά είναι ακόμα χειμώνας. Πολλοί Αυστραλοί βλέπουν πρώτη φορά χιόνι. Άλλοτε κάτω από παγερή βροχή, άλλοτε κάτω από την αεροπορική κυριαρχία του εχθρού τα στάδια αυτής της πορείας είναι πραγματικός γολγοθάς.
Στις 18 Απριλίου, στα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου σε μια σύσκεψη συναντιούνται ο Ουΐλσον και ο Παπάγος. Η σύσκεψη αρχίζει μ’ έναν καταθλιπτικό οιωνό : μιμούμενος την χειρονομία, που πριν από λίγες ημέρες είχε κάνεο ο Ούγγρος υπουργός των εξωτερικών, ο κόμης Τελέκι, απογοητευμένος από τη συμμαχία – δουλεία, που αλυσόδεσε την χώρα του στο χιτλερικό Ράιχ, ο πρωθυπουργός Κορυζής είχε αυτοκτονήσει το πρωί. Η έκθεση του Παπάγου είναι τόσο θλιβερή, όσο και ο χαμός του έντιμου εκείνου ανθρώπου, που είχε συντριβή από τα πλήγματα της μοίρας. Η στρατιά της Ηπείρου είναι σχεδόν περικυκλωμένη από μια γρήγορη γερμανική προέλαση προς τα Ιωάννινα. Οι δρόμοι πυροβολούνται αλύπητα. Το ηθικό έχει κλονισθή. Ο πόλεμος είναι χαμένος. Η παρουσία των αγγλικών δυνάμεων στην Ελλάδα δεν έχει πια κανένα νόημα. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να επιβιβασθούν στα πλοία και να φύγουν. Οι Έλληνες θα καλύψουν, όσο μπορούν καλύτερα, έπειτα θα καταθέσουν τα όπλα, για να σταματήσουν την καταστροφή της χώρας τους. Θα συνεχίσουν όμως τον αγώνα στα νησιά τους με τα μέσα που διαθέτουν ακόμα.
Η στάση των Ελλήνων είναι τίμια, θαρραλέα και ρεαλιστική. Η στάση του Τσώρτσιλ είναι υπόδειγμα υποκρισίας. «Δεν μπορούμε», τηλεγραφεί στον Ουέηβελλ, «να μείνουμε στην Ελλάδα, παρά την θέληση των Ελλήνων και να εκθέσουμε την χώρα τους στον κίνδυνο της ερημώσεως». Μέμφεται τη γιουγκοσλαβική κατάρρευση, την ελληνική στρατιωτική διοίκηση, την αποσύνθεση του ελληνικού στρατού, τα πάντα και τους πάντες εκτός από τον ίδιο, υπεύθυνο, γιατί είχε ρίξει τις βρεταννικές δυνάμεις μέσα σε μια παγίδα.
… Ο μηχανισμός εκκενώσεως αρχίζει να λειτουργή. Ο στρατός, 55.000 άνδρες, είναι λιγότερος από της δουνκέρκης, τα μέσα όμως του Αιγαίου δεν είναι σαν της Βορείου Θαλάσσης. Κατά εξαιρετικά καλή τύχη στις 28 και 29 Μαρτίου στ’ ανοιχτά του Ταινάρου ο ιταλικός στόλος «χτυπήθηκε» άγρια από τον Κάννινγκαμ και έχασε τα θωρηκτά «Πόλα», «Φιούμε» και «Ζάρα» σώζοντας με δυσκολία μόνο το «Βιττόριο Βένετο». Δεν υπήρχε λοιπόν έτσι πια κίνδυνος να επέμβη στις επιχειρήσεις. Αντίθετα ο στρατάρχης της αεροπορίας Τζων ντ’ Αλμπιάκ διαθέτει μόνο τα τελευταία «Χαρικαίην» του και δεν μπορεί πια να αμφισβητήση από την Λουφτβάφφε την κυριαρχία στους αιθέρες. Αποφασίζεται να περιορίσουν τον κίνδυνο σκορπίζοντας τα σκάφη επιβιβάσεως στα πολυάριθμα λιμανάκια και τους όρμους, που περιβάλλουν την Ελλάδα. Επτά θωρηκτά, 20 αντιτορπιλλικά, 3 κορβέττες θα βοηθηθούν από ακτοπλοϊκά σκάφη, ακόμα και από τα πολύχρωμα φανταχτερά καΐκια, που αφθονούν στα ελληνικά παράλια. Ορισμένα από τα σκάφη που μετέχουν στην επιχείρηση θα τα αναγνώριζαν ασφαλώς ο Κανάρης κι ο Μιαούλης.
Στις Θερμοπύλες γίνεται μια μάχη επιβραδύνσεως. Η τοποθεσία δεν είναι πια η μικρή στενωπός, την οποία υπεράσπισε ο Λεωνίδας, αλλά μια παραλιακή πεδιάδα, που σχηματίσθηκε, καθώς αποσύρθηκε η θάλασσα : Σ’ αυτήν την πεδιάδα συγκρούεται η 6η νεοζηλανδική ταξιαρχία με την 5η πάντζερ. Οι Βρεταννοί απαγκιστρώνονται χωρίς μεγάλη δυσκολία και συνεχίζουν προς την Πελοπόννησο και μέσα σ’ αυτήν την αρχαιολογική εκδρομή τους : Θήβες, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Σπάρτη …
[1] Ιστορία του 2ου παγκοσμίου πολέμου, σελ. 206, Larousse – Paris Match / Πάπυρος.
Ο Τζούμπο Ουΐλσον, μετά την υπερφαλάγγισή του από τα αριστερά, δεν μπορεί να μείνει στις θέσεις, που κατέχει. Ο Παπάγος προσπαθεί να τον τραβήξη προς το εσωτερικό, για να προσκολλήση το βρεταννικό σώμα στην στρατιά του της Ηπείρου, αλλά ο Άγγλος στρατηγός προτιμά να αποκοπή από τους Έλληνες, παρά από τη θάλασσα. Η προς τα πίσω πορεία του μοιάζει με σελίδα της αρχαίας ιστορίας : ο Όλυμπος, η Κοιλάδα των Τεμπών, οι Θερμοπύλες … Υποχώρηση εξαντλητική. Οι δρόμοι είναι φρικτοί. Στα βουνά είναι ακόμα χειμώνας. Πολλοί Αυστραλοί βλέπουν πρώτη φορά χιόνι. Άλλοτε κάτω από παγερή βροχή, άλλοτε κάτω από την αεροπορική κυριαρχία του εχθρού τα στάδια αυτής της πορείας είναι πραγματικός γολγοθάς.
Στις 18 Απριλίου, στα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου σε μια σύσκεψη συναντιούνται ο Ουΐλσον και ο Παπάγος. Η σύσκεψη αρχίζει μ’ έναν καταθλιπτικό οιωνό : μιμούμενος την χειρονομία, που πριν από λίγες ημέρες είχε κάνεο ο Ούγγρος υπουργός των εξωτερικών, ο κόμης Τελέκι, απογοητευμένος από τη συμμαχία – δουλεία, που αλυσόδεσε την χώρα του στο χιτλερικό Ράιχ, ο πρωθυπουργός Κορυζής είχε αυτοκτονήσει το πρωί. Η έκθεση του Παπάγου είναι τόσο θλιβερή, όσο και ο χαμός του έντιμου εκείνου ανθρώπου, που είχε συντριβή από τα πλήγματα της μοίρας. Η στρατιά της Ηπείρου είναι σχεδόν περικυκλωμένη από μια γρήγορη γερμανική προέλαση προς τα Ιωάννινα. Οι δρόμοι πυροβολούνται αλύπητα. Το ηθικό έχει κλονισθή. Ο πόλεμος είναι χαμένος. Η παρουσία των αγγλικών δυνάμεων στην Ελλάδα δεν έχει πια κανένα νόημα. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να επιβιβασθούν στα πλοία και να φύγουν. Οι Έλληνες θα καλύψουν, όσο μπορούν καλύτερα, έπειτα θα καταθέσουν τα όπλα, για να σταματήσουν την καταστροφή της χώρας τους. Θα συνεχίσουν όμως τον αγώνα στα νησιά τους με τα μέσα που διαθέτουν ακόμα.
Η στάση των Ελλήνων είναι τίμια, θαρραλέα και ρεαλιστική. Η στάση του Τσώρτσιλ είναι υπόδειγμα υποκρισίας. «Δεν μπορούμε», τηλεγραφεί στον Ουέηβελλ, «να μείνουμε στην Ελλάδα, παρά την θέληση των Ελλήνων και να εκθέσουμε την χώρα τους στον κίνδυνο της ερημώσεως». Μέμφεται τη γιουγκοσλαβική κατάρρευση, την ελληνική στρατιωτική διοίκηση, την αποσύνθεση του ελληνικού στρατού, τα πάντα και τους πάντες εκτός από τον ίδιο, υπεύθυνο, γιατί είχε ρίξει τις βρεταννικές δυνάμεις μέσα σε μια παγίδα.
… Ο μηχανισμός εκκενώσεως αρχίζει να λειτουργή. Ο στρατός, 55.000 άνδρες, είναι λιγότερος από της δουνκέρκης, τα μέσα όμως του Αιγαίου δεν είναι σαν της Βορείου Θαλάσσης. Κατά εξαιρετικά καλή τύχη στις 28 και 29 Μαρτίου στ’ ανοιχτά του Ταινάρου ο ιταλικός στόλος «χτυπήθηκε» άγρια από τον Κάννινγκαμ και έχασε τα θωρηκτά «Πόλα», «Φιούμε» και «Ζάρα» σώζοντας με δυσκολία μόνο το «Βιττόριο Βένετο». Δεν υπήρχε λοιπόν έτσι πια κίνδυνος να επέμβη στις επιχειρήσεις. Αντίθετα ο στρατάρχης της αεροπορίας Τζων ντ’ Αλμπιάκ διαθέτει μόνο τα τελευταία «Χαρικαίην» του και δεν μπορεί πια να αμφισβητήση από την Λουφτβάφφε την κυριαρχία στους αιθέρες. Αποφασίζεται να περιορίσουν τον κίνδυνο σκορπίζοντας τα σκάφη επιβιβάσεως στα πολυάριθμα λιμανάκια και τους όρμους, που περιβάλλουν την Ελλάδα. Επτά θωρηκτά, 20 αντιτορπιλλικά, 3 κορβέττες θα βοηθηθούν από ακτοπλοϊκά σκάφη, ακόμα και από τα πολύχρωμα φανταχτερά καΐκια, που αφθονούν στα ελληνικά παράλια. Ορισμένα από τα σκάφη που μετέχουν στην επιχείρηση θα τα αναγνώριζαν ασφαλώς ο Κανάρης κι ο Μιαούλης.
Στις Θερμοπύλες γίνεται μια μάχη επιβραδύνσεως. Η τοποθεσία δεν είναι πια η μικρή στενωπός, την οποία υπεράσπισε ο Λεωνίδας, αλλά μια παραλιακή πεδιάδα, που σχηματίσθηκε, καθώς αποσύρθηκε η θάλασσα : Σ’ αυτήν την πεδιάδα συγκρούεται η 6η νεοζηλανδική ταξιαρχία με την 5η πάντζερ. Οι Βρεταννοί απαγκιστρώνονται χωρίς μεγάλη δυσκολία και συνεχίζουν προς την Πελοπόννησο και μέσα σ’ αυτήν την αρχαιολογική εκδρομή τους : Θήβες, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Σπάρτη …
[1] Ιστορία του 2ου παγκοσμίου πολέμου, σελ. 206, Larousse – Paris Match / Πάπυρος.
διαβάστε για την εισβολή του Χίτλερ σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία στην ΝομοΣοφία : http://nomosophia.blogspot.com/2009/10/blog-post_21.html
Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009
Λεξικογραφία
Από το λεξιλόγιο του Πολέμου[1]
«… το ευδαίμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους.»
Θουκυδίδης
Πόλεμος ένδοξος, Ειρήνης αισχράς αιρετώτερος …
Δημοσθένης
Ειρήνη: εκ του ρ. είρω. Το είρω δύο σημαίνει: 1) λέγω, 2) συνδεώ (εξ ου ειρμός). Πράγματι η συνομιλία συνδέει. Άρα ειρήνη είναι κατάπαυσις εχθροπραξιών και σύνδεσις διά των λόγων: «ειρηνευτικαί συνομιλίαι». Η κατάπαυσις των εχθροπραξιών εκφράζεται και διά των εκφράσεων «έπηξε την αιχμήν» (ενέπηξε δηλαδή το δόρυ εις την γην), «πάξας δόρυ», «έγχος εν χθονί». Η εικόνα αυτή, το «μπηγμένο» στη γη δόρυ, είναι πάντοτε σημείον ειρήνης. Εξ αυτού, το επίρρημα «παξ» = αρκεί, εξ ου η λατινική ειρήνη = pax.
Εκεχειρία: εκ του έχω + χειρ (συγκρατώ με τα χέρια μου), έχω + χειρ = εχεχειρία και προς αποφυγήν των δύο δασέων χ = εκεχειρία.
Ανακωχή: εκ του ανοκωχή, αρχ. επ. τύπος του ανοχή (Όπως εσοκωχή = εσοχή). Κυριολεκτικώς σημαίνει ανάπαυσις (ανά + έχω).
Νίκη, Ήττα
Νικώ, σημαίνει διά του Νοός ίκω εις τον σκοπόν μου, εις την επικράτησιν. Δεν αρκεί μόνον η γενναιότης, δεν αρκούν τα όπλα. «Ούτε πλήθος εστί ούτε ισχύς η εν τω πολέμω τας νίκας ποιούσα …» (Ξενοφών) – «Σοφόν γαρ εν βούλευμα, τα πολάς χέρας νικά» (Ευριπίδης). Είναι απαραίτητο και το στρατηγικό σχέδιο. «Νίκη, τέλος (=σκοπός) στρατηγικής» διευκρινίζει ο Αριστοτέλης (ηθ. Ν. Α. 1. 1094). Οι Έλληνες, έναντι των βαρβάρων, υπήρξαν ανέκαθεν ολιγώτεροι αριθμητικά. Μην ξεχνάμε το στρατηγικό σχέδιο του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα και τη στρατηγική του Θεμιστοκλέους κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνος έναντι «απάσης της Ασίας».
Ήττα δε, όπως ήδη αναλύσαμε, είναι το να έχης αναδειχθή ήσσων, ήττων (= κατώτερος, «ολιγώτερος» του αντιπάλου), να ηττηθής. Χαρακτηριστική η αγγελία του Παυσανία εις τους εφόρους της Σπάρτης, μετά την θριαμβευτική νίκη των Ελλήνων στην Μάχη των Πλαταιών: «Μήδοι ελάττους».
[1] Αννα Τζιροπούλου - Ευσταθίου, ο εν τη λέξει λόγος.
«… το ευδαίμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους.»
Θουκυδίδης
Πόλεμος ένδοξος, Ειρήνης αισχράς αιρετώτερος …
Δημοσθένης
Ειρήνη: εκ του ρ. είρω. Το είρω δύο σημαίνει: 1) λέγω, 2) συνδεώ (εξ ου ειρμός). Πράγματι η συνομιλία συνδέει. Άρα ειρήνη είναι κατάπαυσις εχθροπραξιών και σύνδεσις διά των λόγων: «ειρηνευτικαί συνομιλίαι». Η κατάπαυσις των εχθροπραξιών εκφράζεται και διά των εκφράσεων «έπηξε την αιχμήν» (ενέπηξε δηλαδή το δόρυ εις την γην), «πάξας δόρυ», «έγχος εν χθονί». Η εικόνα αυτή, το «μπηγμένο» στη γη δόρυ, είναι πάντοτε σημείον ειρήνης. Εξ αυτού, το επίρρημα «παξ» = αρκεί, εξ ου η λατινική ειρήνη = pax.
Εκεχειρία: εκ του έχω + χειρ (συγκρατώ με τα χέρια μου), έχω + χειρ = εχεχειρία και προς αποφυγήν των δύο δασέων χ = εκεχειρία.
Ανακωχή: εκ του ανοκωχή, αρχ. επ. τύπος του ανοχή (Όπως εσοκωχή = εσοχή). Κυριολεκτικώς σημαίνει ανάπαυσις (ανά + έχω).
Νίκη, Ήττα
Νικώ, σημαίνει διά του Νοός ίκω εις τον σκοπόν μου, εις την επικράτησιν. Δεν αρκεί μόνον η γενναιότης, δεν αρκούν τα όπλα. «Ούτε πλήθος εστί ούτε ισχύς η εν τω πολέμω τας νίκας ποιούσα …» (Ξενοφών) – «Σοφόν γαρ εν βούλευμα, τα πολάς χέρας νικά» (Ευριπίδης). Είναι απαραίτητο και το στρατηγικό σχέδιο. «Νίκη, τέλος (=σκοπός) στρατηγικής» διευκρινίζει ο Αριστοτέλης (ηθ. Ν. Α. 1. 1094). Οι Έλληνες, έναντι των βαρβάρων, υπήρξαν ανέκαθεν ολιγώτεροι αριθμητικά. Μην ξεχνάμε το στρατηγικό σχέδιο του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα και τη στρατηγική του Θεμιστοκλέους κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνος έναντι «απάσης της Ασίας».
Ήττα δε, όπως ήδη αναλύσαμε, είναι το να έχης αναδειχθή ήσσων, ήττων (= κατώτερος, «ολιγώτερος» του αντιπάλου), να ηττηθής. Χαρακτηριστική η αγγελία του Παυσανία εις τους εφόρους της Σπάρτης, μετά την θριαμβευτική νίκη των Ελλήνων στην Μάχη των Πλαταιών: «Μήδοι ελάττους».
[1] Αννα Τζιροπούλου - Ευσταθίου, ο εν τη λέξει λόγος.
Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009
περί της ρητορικής τέχνης
το τάλαντο της ρητορίας[1]
Οι πηγές δεν μας βοηθούν στο θέμα του τερματισμού των εγκυκλίων σπουδών του νεαρού Βασιλείου στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Φαίνεται όμως πως δεν θα ήταν λάθος αν τοποθετήσωμε το τέλος της περιόδου αυτής γύρω στο 346/7. Την ίδια μάλλον εποχή θα πρέπει να ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολή για να συνεχίσει τις σπουδές του. Παραμένει πάντως το πρόβλημα για το πώς και πού γνωρίζει τον μεγάλο εθνικό ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο, που από το έτος 344 μέχρι το 348/49 δίδασκε στη Νικομήδεια και από το έτος τούτο μέχρι το 352 πάλι στην Κώνσταντινούπολη.
Όντας ακόρεστος στη γνώση ο Βασίλειος σύντομα αντιλαμβάνεται πως η πρωτεύουσα του κράτους και οι δάσκαλοί της δεν αρκούν για να καλύψουν τις γνωσιακές του επιθυμίες. Στρέφει λοιπόν το βλέμμα του προς την Αθήνα, η οποία διατηρεί ακόμα την προγενέστερη αίγλη της και στην οποία λειτουργούν οι καλλίτερες φιλοσοφικές σχολές. Έτσι το 351 ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, που την ίδια περίοδο που ο Βασίλειος βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, αυτός σπουδάζει στην Αλεξάνδρεια, υποδέχεται τον φίλο του στον Πειραιά και τον απαλλάσσει από τις συνέπειες του «αττικού νόμου»[2], από την ένταξή του δηλαδή με βίαιο και θορυβώδη τρόπο σε έναν από τους πολλούς φοιτητικούς συλλόγους.
Στην Αθήνα, με τη βοήθεια του Γρηγορίου, με τον οποίο πλέον έγιναν στενοί φίλοι και γρήγορα ομόστεγοι, ομοδίαιτοι και πνευματικοί συμπορευτές, γνώρισε τις τέσσερεις φιλοσοφικές έδρες Σχολές που λειτουργούσαν, σε αντιστοιχία προς τα τέσσερα γνωστά φιλοσοφικά ρεύματα και τους καθηγητές της ρητορικής και της ιατρικής. Σύμφωνα με τα κρατούντα, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος παρακολούθησαν τους συμπατριώτες τους καθηγητές Ιμέριο και Προαιρέσιο[3].
…
Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Βασιλείου στο πανεπιστημιακό περιβάλλον της Αθήνας έγινε με την εξής αφορμή: Σπουδαστές από την Αρμενία, πολύ προχωρημένοι στη ρητορική τέχνη, προκάλεσαν ομαδικά[4] τον νεοφερμένο Βασίλειο σε ρητορικό διαγωνισμό ή επίδειξη όπως έλεγαν τότε τους ρητορικούς αγώνες. Σκοπός τους να ταπεινώσουν τους ποντοκαππαδόκες συναδέλφους τους. Στον διαγωνισμό αυτόν ο Βασίλειος, μολονότι είχε να αντιμετωπίσει πολλούς κι έμπειρους συζητητές, διέπρεψε. … Το γεγονός πήρε κυριολεκτικά μυθικές διαστάσεις. Καθηγητές και μαθητές τον υπολόγιζαν πλέον σαν ήδη φτασμένο ρήτορα.
[1] Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, «Μέγας Βασίλειος», Τ. Α΄, σ.σ. 20 κ.επ., Αθήναι 1989.
[2] Από λόγους ανταγωνισμού οι φοιτητές των σχολών και των καθηγητών συγκροτούσαν ομάδες ή συλλόγους για την προβολή του καθηγητή τους και τη συγκέντρωση χάριν αυτού περισσοτέρων ακροατών. Ειδικώτερα οι παλαιοί πολιορκούσαν τους νεοφερμένους – από την ώρα που αποβιβάζονταν στον Πειραιά – και συνοδεία τους ωδηγούσαν στο κλεινό άστυ, όπου με άγριες εκδηλώσεις για εκφοβισμό αναστατώσεις παρέδιδαν τον νέο στα δημόσια λουτρά. Έπειτα ακολουθούσε συμπόσιο και διασκέδαση χωρίς όρια (Επιτάφιος ιε΄- ιστ΄, Λιβανίου Α΄19).
[3] Σ’ αυτό συμφωνούν οι ιστορικοί Σωκράτης (Εκκλησ. ιστορία Δ 26) και Σωζόμενος (Εκκλησ. ιστορία ΣΤ 17), ενώ δεν αναφέρει τίποτα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος που εντούτοις είναι πλουσίώτατος σε σχετικές πληροφορίες. Ο Προαιρέσιος ήταν επιφανής ρήτωρ και ενσυνείδητος χριστιανός. Γι’ αυτό και όταν ο Ιουλιανός το 362 απέλυσε όσους χριστιανούς κατείχαν καθηγητική έδρα εξαίρεσε τον Προαιρέσιο. Προς έκπληξη όμως του Αυτοκράτορα ο Προαιρέσιος αρνήθηκε την προσφορά και συμμερίσθηκε την τύχη των εν Χριστώ αδελφών του καθηγητών.
[4] σαν φοιτητικός σύλλογος.
Οι πηγές δεν μας βοηθούν στο θέμα του τερματισμού των εγκυκλίων σπουδών του νεαρού Βασιλείου στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Φαίνεται όμως πως δεν θα ήταν λάθος αν τοποθετήσωμε το τέλος της περιόδου αυτής γύρω στο 346/7. Την ίδια μάλλον εποχή θα πρέπει να ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολή για να συνεχίσει τις σπουδές του. Παραμένει πάντως το πρόβλημα για το πώς και πού γνωρίζει τον μεγάλο εθνικό ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο, που από το έτος 344 μέχρι το 348/49 δίδασκε στη Νικομήδεια και από το έτος τούτο μέχρι το 352 πάλι στην Κώνσταντινούπολη.
Όντας ακόρεστος στη γνώση ο Βασίλειος σύντομα αντιλαμβάνεται πως η πρωτεύουσα του κράτους και οι δάσκαλοί της δεν αρκούν για να καλύψουν τις γνωσιακές του επιθυμίες. Στρέφει λοιπόν το βλέμμα του προς την Αθήνα, η οποία διατηρεί ακόμα την προγενέστερη αίγλη της και στην οποία λειτουργούν οι καλλίτερες φιλοσοφικές σχολές. Έτσι το 351 ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, που την ίδια περίοδο που ο Βασίλειος βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, αυτός σπουδάζει στην Αλεξάνδρεια, υποδέχεται τον φίλο του στον Πειραιά και τον απαλλάσσει από τις συνέπειες του «αττικού νόμου»[2], από την ένταξή του δηλαδή με βίαιο και θορυβώδη τρόπο σε έναν από τους πολλούς φοιτητικούς συλλόγους.
Στην Αθήνα, με τη βοήθεια του Γρηγορίου, με τον οποίο πλέον έγιναν στενοί φίλοι και γρήγορα ομόστεγοι, ομοδίαιτοι και πνευματικοί συμπορευτές, γνώρισε τις τέσσερεις φιλοσοφικές έδρες Σχολές που λειτουργούσαν, σε αντιστοιχία προς τα τέσσερα γνωστά φιλοσοφικά ρεύματα και τους καθηγητές της ρητορικής και της ιατρικής. Σύμφωνα με τα κρατούντα, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος παρακολούθησαν τους συμπατριώτες τους καθηγητές Ιμέριο και Προαιρέσιο[3].
…
Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Βασιλείου στο πανεπιστημιακό περιβάλλον της Αθήνας έγινε με την εξής αφορμή: Σπουδαστές από την Αρμενία, πολύ προχωρημένοι στη ρητορική τέχνη, προκάλεσαν ομαδικά[4] τον νεοφερμένο Βασίλειο σε ρητορικό διαγωνισμό ή επίδειξη όπως έλεγαν τότε τους ρητορικούς αγώνες. Σκοπός τους να ταπεινώσουν τους ποντοκαππαδόκες συναδέλφους τους. Στον διαγωνισμό αυτόν ο Βασίλειος, μολονότι είχε να αντιμετωπίσει πολλούς κι έμπειρους συζητητές, διέπρεψε. … Το γεγονός πήρε κυριολεκτικά μυθικές διαστάσεις. Καθηγητές και μαθητές τον υπολόγιζαν πλέον σαν ήδη φτασμένο ρήτορα.
[1] Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, «Μέγας Βασίλειος», Τ. Α΄, σ.σ. 20 κ.επ., Αθήναι 1989.
[2] Από λόγους ανταγωνισμού οι φοιτητές των σχολών και των καθηγητών συγκροτούσαν ομάδες ή συλλόγους για την προβολή του καθηγητή τους και τη συγκέντρωση χάριν αυτού περισσοτέρων ακροατών. Ειδικώτερα οι παλαιοί πολιορκούσαν τους νεοφερμένους – από την ώρα που αποβιβάζονταν στον Πειραιά – και συνοδεία τους ωδηγούσαν στο κλεινό άστυ, όπου με άγριες εκδηλώσεις για εκφοβισμό αναστατώσεις παρέδιδαν τον νέο στα δημόσια λουτρά. Έπειτα ακολουθούσε συμπόσιο και διασκέδαση χωρίς όρια (Επιτάφιος ιε΄- ιστ΄, Λιβανίου Α΄19).
[3] Σ’ αυτό συμφωνούν οι ιστορικοί Σωκράτης (Εκκλησ. ιστορία Δ 26) και Σωζόμενος (Εκκλησ. ιστορία ΣΤ 17), ενώ δεν αναφέρει τίποτα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος που εντούτοις είναι πλουσίώτατος σε σχετικές πληροφορίες. Ο Προαιρέσιος ήταν επιφανής ρήτωρ και ενσυνείδητος χριστιανός. Γι’ αυτό και όταν ο Ιουλιανός το 362 απέλυσε όσους χριστιανούς κατείχαν καθηγητική έδρα εξαίρεσε τον Προαιρέσιο. Προς έκπληξη όμως του Αυτοκράτορα ο Προαιρέσιος αρνήθηκε την προσφορά και συμμερίσθηκε την τύχη των εν Χριστώ αδελφών του καθηγητών.
[4] σαν φοιτητικός σύλλογος.
Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009
η παγκοσμιοποίηση και τα μαθήματα ελληνικών ...
Από «το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ»[1]
Οι άνθρωποι νομίζουν πως έχουν υποδουλώσει τη φύση και τα στοιχεία με τ’ ατμόπλοια και τα εξπρές τραίνα τους. Απεναντίας όμως η φύσις τώρα έχει βάλει τους ανθρώπους στο ζυγό. Άλλοτε αισθανόταν κανείς τον εαυτό του θεό σε καμμιά βαθιά κρυμμένη λαγκαδιά που δεν έβγαινε ποτέ του να κάνη ένα βήμα παραέξω από τα φρύδια της – σαν τον ποντικό στην τρύπα του. Τώρα που γινήκαμε globetrotters και πήραμε σβάρνα την υδρόγειο, κυλούμε σαν τις σταγόνες μες τη θάλασσα και στα τελευταία θα το καταλάβωμε πως δεν είμαστε τίποτα περισσότερο.
[1] το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (1867-1911) αρχίζει τον Μάϊο του 1891, όταν ζούσε, με τον αδελφό του, σ’ ένα φοιτητικό δωμάτιο της Βιέννης και τελείωνε τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή. Εκεί έζησε την πιο σημαντική και την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής του. Η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ τον διόρισε προσωπικό της συνοδό, για να έχει την ευκαιρία να μιλά ελληνικά. Το εν λόγω έργο το μετέφερε ο ίδιος στα ελληνικά και το εξέδωσε, με τον τίτλο «το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ» (1908), τον Δεκέμβριο του 1907.
Οι άνθρωποι νομίζουν πως έχουν υποδουλώσει τη φύση και τα στοιχεία με τ’ ατμόπλοια και τα εξπρές τραίνα τους. Απεναντίας όμως η φύσις τώρα έχει βάλει τους ανθρώπους στο ζυγό. Άλλοτε αισθανόταν κανείς τον εαυτό του θεό σε καμμιά βαθιά κρυμμένη λαγκαδιά που δεν έβγαινε ποτέ του να κάνη ένα βήμα παραέξω από τα φρύδια της – σαν τον ποντικό στην τρύπα του. Τώρα που γινήκαμε globetrotters και πήραμε σβάρνα την υδρόγειο, κυλούμε σαν τις σταγόνες μες τη θάλασσα και στα τελευταία θα το καταλάβωμε πως δεν είμαστε τίποτα περισσότερο.
[1] το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (1867-1911) αρχίζει τον Μάϊο του 1891, όταν ζούσε, με τον αδελφό του, σ’ ένα φοιτητικό δωμάτιο της Βιέννης και τελείωνε τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή. Εκεί έζησε την πιο σημαντική και την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής του. Η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ τον διόρισε προσωπικό της συνοδό, για να έχει την ευκαιρία να μιλά ελληνικά. Το εν λόγω έργο το μετέφερε ο ίδιος στα ελληνικά και το εξέδωσε, με τον τίτλο «το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ» (1908), τον Δεκέμβριο του 1907.
[ανατυπώθηκε από το Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, σ. 116, Αθήνα 1990]
Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009
πολίτης και παιδεία
Η παιδεία του ήρωα και του πολίτη[1]
Ποιος είσαι συ, που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο για την τιμή και την ζωήν των υπηκόων ; Ποιος είσαι συ, που παίζεις μ’ εμάς, εδώ, σ’ αυτό τον τόπο που γεννηθήκαμε ;
Τερτσέτης, στον εισαγγελέα Μάσσων, στη δίκη του Κολοκοτρώνη.
Ο Γεώργιος Τερτσέτης[2] στάθηκε φυσιογνωμία παραδειγματική για το ρόλο της πνευματικής ενέργειας μέσα στην εθνική ζωή. «Ο θάνατος του Σωκράτη», το δραματικό του έργο, που θάπρεπε να διασκευαστεί και να παιχτεί σαν θέμα ιστορικό δεν είχε διαλεχτεί στην τύχη. Τον είχε τραβήξει δυνατά η ιδέα του ανώτερου πνευματικού τύπου, που πέφτει υπέρ της πολιτείας, δείχνοντας με την πράξη του, απόλυτη πειθαρχία στο Νόμο. … Αν το συναπάντημα με τον Ιταλό ποιητή Αλφιέρι, που του χρησίμεψε για να μυηθεί στην Ιταλική λογοτεχνία, σημειώνει και τη μεγάλη στροφή του πνεύματός του προς τα γράμματα, δεν του αφήνει όμως καμμιά επίδραση τέτοια, που να τον εμποδίζει να ριχτεί στην αρχαία κλασική παιδεία. Έχει κι αυτός το κοινό γνώρισμα της πλειάδας των Εφτανήσων: Ότι αγκαλιάζει το δημοτικό λόγο, θρεμμένος από την αρχαία ελληνική μάθηση.
Δουλεύει κι αυτός για το φούντωμα της δημοτικής παράδοσης, με το διάπυρο πόθο να βάλει το πνεύμα στην υπηρεσία του έθνους. Άμεση και ζωντανή επαφή με το λαό είναι το κύριο σύνθημα του μεγάλου αυτού αγώνα.
…
Αυτή την ιστορία, που είναι γεμάτος από το πνεύμα της και τα μεγάλα διδάγματά της, θα την διδάξει σε λίγο, διορισμένος από τον Καποδίστρια … στους νεαρούς ευέλπιδες της σχολής του Αναπλιού. Οιστρήλατος από πατριωτικό ενθουσιασμό, εύγλωττος όσο λίγοι, προκαλούσε θύελλες από εκδηλώσεις, όταν ανέβαινε στο βήμα να δασκαλέψει τα νιάτα. … Τότε δίνει απανωτά, χρόνο με χρόνο, τις δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές, το «Φίλημα» και τον «Αρραβώνα», που σαν να πρόσθεταν μια καινούργια χορδή στη μόλις συγκροτούμενη νεοελληνική λύρα και που προκάλεσαν στων της καθαρευουσιάνικης στιχουργικής μακαρονοποιίας. Ακούγονταν, μέσα στις συλλογές αυτές οι χτύποι μιας ζεστής καρδιάς και συνάμα δειχνότανε μια βαθιά γνώση κι’ ένα ζωντανό αίσθημα του δημοτικού λόγου. Μπορούμε να επαναλλάβουμε γι’ αυτόν τον λόγο του Χάϊνε: «Μαθήτεψε στο στίχο για να βγει γερός πεζογράφος».
Μα πριν η ευγλωττία του πάρει το δρόμο του πεζού λόγου, άστραψε και φώτισε σαν μετέωρο την εποχή του το ήθος κι’ ο ατσαλένιος χαρακτήρας του. Να δασκαλέψεις ένα έθνος με το λόγο είναι κάτι ανώτερο. Να το κάμεις με την πράξη σου, με το παράδειγμά σου, είναι κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Την αφορμή να λάμψει … το διαμάντι του Τερτσέτη, έδωσε η περίφημη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα.
…
Ο Τερτσέτης, με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Πολυζωίδη, όχι μόνο αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα σε θάνατο, μα και δεν ανέβηκαν στην έδρα, κατά τη στιγμή της απαγγελίας της, παρά τις λόγχες και τις κοντακιές των στρατιωτών. Ο Τερτσέτης φώναξε μπροστά στο ακροατήριο:
- Το σώμα μου μπορείτε να το κάμετε όπως θέλετε, μα το στοχασμό μου, τη συνείδησή μου ποτέ δεν θα μπορέσετε να την παραβιάσετε !
Την άλλη μέρα βούιζε τ’ Ανάπλι. …
Αλλά δεν ήταν αυτό το ηρωικό κατόρθωμα του Τερτσέτη, ότι γλύτωσε δύο κεφάλια, έστω και δοξασμένα. Ούτε ίσως ότι έσωσε την ιδέα της δικαιοσύνης. Στους δούλους Αντιβασιλείας και στο έθνος ολόκληρο είχε διδάξει έναν άλλον ηρωισμό, πιο πολύτιμο και απ’ αυτόν της μάχης: τον ηρωισμό του πολίτη.
[1] Σπύρου Μέλα, Δάσκαλοι του Έθνους, της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 93 κ.επ., εκδόσεις Μπίρη.
[2] Γεώργιος Τερτσέτης, 1800-1874.
Ποιος είσαι συ, που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο για την τιμή και την ζωήν των υπηκόων ; Ποιος είσαι συ, που παίζεις μ’ εμάς, εδώ, σ’ αυτό τον τόπο που γεννηθήκαμε ;
Τερτσέτης, στον εισαγγελέα Μάσσων, στη δίκη του Κολοκοτρώνη.
Ο Γεώργιος Τερτσέτης[2] στάθηκε φυσιογνωμία παραδειγματική για το ρόλο της πνευματικής ενέργειας μέσα στην εθνική ζωή. «Ο θάνατος του Σωκράτη», το δραματικό του έργο, που θάπρεπε να διασκευαστεί και να παιχτεί σαν θέμα ιστορικό δεν είχε διαλεχτεί στην τύχη. Τον είχε τραβήξει δυνατά η ιδέα του ανώτερου πνευματικού τύπου, που πέφτει υπέρ της πολιτείας, δείχνοντας με την πράξη του, απόλυτη πειθαρχία στο Νόμο. … Αν το συναπάντημα με τον Ιταλό ποιητή Αλφιέρι, που του χρησίμεψε για να μυηθεί στην Ιταλική λογοτεχνία, σημειώνει και τη μεγάλη στροφή του πνεύματός του προς τα γράμματα, δεν του αφήνει όμως καμμιά επίδραση τέτοια, που να τον εμποδίζει να ριχτεί στην αρχαία κλασική παιδεία. Έχει κι αυτός το κοινό γνώρισμα της πλειάδας των Εφτανήσων: Ότι αγκαλιάζει το δημοτικό λόγο, θρεμμένος από την αρχαία ελληνική μάθηση.
Δουλεύει κι αυτός για το φούντωμα της δημοτικής παράδοσης, με το διάπυρο πόθο να βάλει το πνεύμα στην υπηρεσία του έθνους. Άμεση και ζωντανή επαφή με το λαό είναι το κύριο σύνθημα του μεγάλου αυτού αγώνα.
…
Αυτή την ιστορία, που είναι γεμάτος από το πνεύμα της και τα μεγάλα διδάγματά της, θα την διδάξει σε λίγο, διορισμένος από τον Καποδίστρια … στους νεαρούς ευέλπιδες της σχολής του Αναπλιού. Οιστρήλατος από πατριωτικό ενθουσιασμό, εύγλωττος όσο λίγοι, προκαλούσε θύελλες από εκδηλώσεις, όταν ανέβαινε στο βήμα να δασκαλέψει τα νιάτα. … Τότε δίνει απανωτά, χρόνο με χρόνο, τις δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές, το «Φίλημα» και τον «Αρραβώνα», που σαν να πρόσθεταν μια καινούργια χορδή στη μόλις συγκροτούμενη νεοελληνική λύρα και που προκάλεσαν στων της καθαρευουσιάνικης στιχουργικής μακαρονοποιίας. Ακούγονταν, μέσα στις συλλογές αυτές οι χτύποι μιας ζεστής καρδιάς και συνάμα δειχνότανε μια βαθιά γνώση κι’ ένα ζωντανό αίσθημα του δημοτικού λόγου. Μπορούμε να επαναλλάβουμε γι’ αυτόν τον λόγο του Χάϊνε: «Μαθήτεψε στο στίχο για να βγει γερός πεζογράφος».
Μα πριν η ευγλωττία του πάρει το δρόμο του πεζού λόγου, άστραψε και φώτισε σαν μετέωρο την εποχή του το ήθος κι’ ο ατσαλένιος χαρακτήρας του. Να δασκαλέψεις ένα έθνος με το λόγο είναι κάτι ανώτερο. Να το κάμεις με την πράξη σου, με το παράδειγμά σου, είναι κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Την αφορμή να λάμψει … το διαμάντι του Τερτσέτη, έδωσε η περίφημη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα.
…
Ο Τερτσέτης, με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Πολυζωίδη, όχι μόνο αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα σε θάνατο, μα και δεν ανέβηκαν στην έδρα, κατά τη στιγμή της απαγγελίας της, παρά τις λόγχες και τις κοντακιές των στρατιωτών. Ο Τερτσέτης φώναξε μπροστά στο ακροατήριο:
- Το σώμα μου μπορείτε να το κάμετε όπως θέλετε, μα το στοχασμό μου, τη συνείδησή μου ποτέ δεν θα μπορέσετε να την παραβιάσετε !
Την άλλη μέρα βούιζε τ’ Ανάπλι. …
Αλλά δεν ήταν αυτό το ηρωικό κατόρθωμα του Τερτσέτη, ότι γλύτωσε δύο κεφάλια, έστω και δοξασμένα. Ούτε ίσως ότι έσωσε την ιδέα της δικαιοσύνης. Στους δούλους Αντιβασιλείας και στο έθνος ολόκληρο είχε διδάξει έναν άλλον ηρωισμό, πιο πολύτιμο και απ’ αυτόν της μάχης: τον ηρωισμό του πολίτη.
[1] Σπύρου Μέλα, Δάσκαλοι του Έθνους, της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 93 κ.επ., εκδόσεις Μπίρη.
[2] Γεώργιος Τερτσέτης, 1800-1874.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)