Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Λαογραφία

Περί των νηστειών του χειμώνα*

Οι Βυζαντινοί τηρούσαν τις νηστείες με μεγάλη ακρίβεια, όπως διαβάζουμε στα σχετικά συγγράμματά τους. Αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, το διδακτικό ποίημα του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου (στις αρχές του 12ου αιώνα), που γράφει χαρακτηριστικά (στ. 172-176):

Οι θείοι γαρ απόστολοι εν ταυταίς ταις ημέραις…ακρίβειαν ορίζουσι φοβεράν και μεγάλην,άρτω και μόνω τρέφεσθαι αλί τε και λαχάνοις,και το πόμα ωσαύτως γε ύδωρ και μόνον έσται…

Ο πατριάρχης προσθέτει, για να διασαφηνίσει, ότι αυτοί οι κανόνες ισχύουν για όλους τους Χριστιανούς (στ. 183-185):Αύτη δε η ακρίβεια των νηστειών, ην γράφω,ου προς ημάς τους μοναχούς εγράφησαν και μόνον,αλλά προς πάντας τους πιστούς και Χριστού της μερίδος.

Περίπου έναν αιώνα αργότερα, ο μητροπολίτης Δημήτριος Χωματιανός απαντάει στον Κωνσταντίνο Καβάσιλα, που του ζητάει πληροφορίες σχετικά με τις νηστείες:

Εν ταις νηστίμοις ημέραις κατά την εννάτην ώραν τας συνήθεις προσευχάς και υμνωδίας τω Θεώ αποσισόντας ημάς απονηστίζεσθαι, άρτω μόνω και ισχάσι και φοίνιξι και λαχάνοις και αντί ποτού ύδατι κεχρημένους εις παραμυθίαν του σώματος…

Το ότι στις χειμερινές νηστείες ο εφοδιασμός με φρέσκα λαχανικά, κάτω από παραδοσιακές συνθήκες (έλλειψη παραγωγής σε θερμοκήπια σε μεγάλη κλίμακα, έλλειψη αποθηκών-ψυγείων) είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος, δυσκολεύει την κατάσταση, εκτός αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι των πόλεων έτρωγαν κάθε μέρα φάβα ή φασόλια ξερά.

Η ανάγκη του εφοδιασμού με λαχανικά υπάρχει φυσικά σε όλες τις εποχές του έτους, ιδιαίτερα όμως ... στις νηστείες που επιβάλλονται από την χριστιανική θρησκεία, οι οποίες είναι πολλές: οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, που τηρούνται σε όλες σχεδόν τις εβδομάδες του χρόνου, οι νηστήσιμες περίοδοι, δηλαδή η νηστεία των Χριστουγέννων (από 15 Νοεμβρίου έως τα Χριστούγεννα – 40 ημέρες), η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (από την Καθαρά Δευτέρα έως και το Μεγάλος Σάββατο – επίσης 40 ημέρες), η νηστεία των Αποστόλων (από την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων έως τις 28 Ιουνίου) και τέλος η νηστεία της Θεοτόκου (από την 1η έως και την 14η Αυγούστου). Συνολικά οι Χριστιανοί νήστευαν τουλάχιστον 180 ημέρες (δηλαδή κατά το 50% του ενιαυτού).…

ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης έφθανε οπωσδήποτε τις 400.000 (ίσως ακόμα και τις 500.000) και συνεπώς η οργάνωση της εξασφάλισης της καθημερινής κατανάλωσης δεν μπορούσε να περιορισθεί στην «άννωνα», δηλαδή τον εκ μέρους του κράτους εφοδιασμό με σιτάρι και ψωμί, αλλά εμπεριείχε κάθε λογής τρόφιμα.

Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται πολύ καλά στην νεαρά 64 του αυτοκράτορα Ιουστινιανού De hortulanis constantinopolitanis [Περί των κηπουρών]. Πρόκειται για νόμο, που εκδόθηκε το 538, τρία χρόνια πριν από την επιδημική πανούκλα[1], πιθανότατα στο αποκορύφωμα της εποίκισης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ρυθμίζει τα μισθώματα των λαχανοκηπουρών, που ανήκαν σε ιδιαίτερο «σύστημα των κηπουρών» και μίσθωναν αγρούς από τους κτηματίες στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της πρωτεύουσας για την καλλιέργεια λαχανικών.

Ο νόμος δείχνει ακόμη την μεγάλη σημασία αυτής της καλλιέργειας στις περιοχές εγγύς της Κωνσταντινούπολης, σε περιοχές που επέτρεπαν τη μεταφορά των φρέσκων προϊόντων – ή και άλλων τροφίμων που χαλούν εύκολα – εντός ολίγων ωρών στα κεντρικά fora, τις αγορές της πόλης, για την καθημερινή κατανάλωση.

Τεκμήριο της σημασίας των λαχανόκηπων για την πόλη και μάλιστα της ύπαρξής τους μέσα στις πόλεις, είναι το εγχειρίδιο αρχιτεκτονικής του Ιουλιανού Ασκαλωνίτου, ο οποίος ανήκει στην ίδια περίπου εποχή (6ος αιώνας). Στις παραγράφους 76 κ.ε.[2] ο Ιουλιανός πραγματεύεται τις σχετικές λεπτομέρειες διατάξεως της οικοδομίας. Από το εγχειρίδιό του πληροφορούμαστε ότι κάθε οικογένεια είχε κατά κανόνα δίπλα στο σπίτι της έναν κήπο με λαχανικά και βότανα (ένα «λιβάδιον του οίκου», όπως το ονομάζει ένα έγγραφο του 1073) για τις καθημερινές της ανάγκες. Πάντως αυτό, πιθανότατα, δεν ισχύει για όλα τα αστικά σπίτια στις, ακόμη, πολύ μεγάλες πόλεις του 6ου αιώνα.
_________________________
[1] Πρόκειται για την μεγάλη δημογραφική καταστροφή της πανούκλας που ενέσκηψε το 541 στο Πηλούσιον της Αιγύπτου και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 542

[2] Αρμενόπουλος 2.4
*Ιωάννου Κόντερ [Johannes Koder], "ο κηπουρός και η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο", η διάλεξη δόθηκε στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν στις 18 Μαΐου 1992.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Λαογραφία

Ο λυράρης και οι Νεράϊδες

Σε τούτη τη χώρα, που οι θεοί γινόντουσαν άνθρωποι και οι άνθρωποι γινόντουσαν θεοί, εξακολουθούν ως σήμερα και οι άνθρωποί της σε πολλά τους να συμπεριφέρωνται σαν τους αρχαίους θεούς του τόπου. Στο χοροστάσι του κάθε χωριού, στο αλώνι ή στην πλατεία, θα μπουν σε «κύκλο» στο χορό οι νέες γυναίκες με τις χρωματιστές τους μπόλιες και με τα κεντητά τους τοπικά φορέματα. Μην τις μετράς πόσες είναι πιασμένες στο χορό, εννέα ή περισσότερες. Άκουσε μόνο το τραγούδι τους, και σίγουρα θα ξεχωρίσης κάποιες γλυκιές φωνές που θα νομίσης πως ίσως έρχονται από τις «εννέα» εκείνες, τις αρχαίες. Και ανάμεσα στον κύκλο τούτο, που είναι γεμάτος κεντήματα και χρώματα και κινήσεις αρμονικές, ανάμεσά του, κέντρο έμψυχο του έμψυχου κύκλου, στέκεται σήμερα ο λαϊκός λυράρης, ανώνυμος διάδοχος ονομαστών ομοτέχνων. ανώνυμος και ταπεινός διάδοχος, όμως πιστός και αφοσιωμένος, γι’ αυτό και στέκει στο κέντρο του νεοελληνικού χορού, ορκισμένος «παραστάτης» της αρχαίας «θυμέλης» που, ας χάθηκεν εκείνη από το κέντρο της «ορχήστρας», όμως άφησε στο ποδάρι της τον ορκισμένο κληρονόμο. Αυτός και σήμερα είναι που κανονίζει και αλλάζει τους ρυθμούς του χορού. Στη δική του την προσταγή σύμμετρα και αρμονικά όλων πειθαρχούν των χορευτών τα πόδια και τα σώματα. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να γίνει, ούτε άξιο γλέντι, ούτε γιορτή, ούτε γάμος. Αιώνες ολόκληρους για το χωριό είναι ο λυράρης για το γλέντι ό,τι είναι ο παπάς για τη λατρεία : Αναντικατάστατος.

Αν πάρουμε ολόκληρο τον κάθετο κορμό της κυρίως Ελλάδας, από την Ήπειρο ίσια κάτω έως τη Ρούμελη και το Μοριά, θα βρούμε ίσως να παίζουν τη λύρα, παράλληλα όμως και να κυριαρχή εδώ ο θαυμάσιος λαϊκός «ζουρνάς» και ο εξευγενισμένος διάδοχός του, το φλάουτο. Ο ζουρνάς και η φλογέρα είναι τα λαϊκά όργανα που εκφράζουν με τη μουσική τους την ψυχή του Κλέφτικου τραγουδιού και το «αρρενωπό πάθος», τη λεβεντιά, θα έλεγα, του τσάμικου χορού. Ολόκληρο όμως το άλλο γεωγραφικό τόξο, ένα «τόξο» σε σχήμα λύρας αρχαίας και αυτό, έντονα χρησιμοποιεί τη λύρα σαν το κυριώτερο μουσικό του όργανο. Το γεωλογικό τούτο τόξο αρχίζει από την Κρήτη, προχωρεί στην Κύπρο, ανεβαίνει εκεί όπου ήταν ως τελευταία οι Έλληνες, στη Μ. Ασία και στον Πόντο, και λυγίζει προς τη Θράκη και τη Μακεδονία για να ολοκληρωθή ως τη γειτονική της Ήπειρο. Συλλογιέται κανείς ένδοξα ονόματα των λαϊκών μουσικών οργάνων : την Κρητική λύρα, τη Δωδεκανησιακή, την Κυπριακή, την Ποντιακή, τη Θρακιώτικη και τη λύρα τη Μακεδονίτικη.

- Αν θέλεις, σε μαθαίνουμε να παίξης λύρα μια φορά, λύρα που να χορεύουνε κι’ οι πέτρες.

Θα νομίση κανείς πως αυτόν το λόγο μόνο αρχαίες Μούσες θα μπορούσαν να τον ειπούν θνητό. Αυτές είναι οι δασκάλες που ξέρουν και που χαρίζουν τη θεία τέχνη. Πραγματικά, ο Ορφέας είχε τέτοιο χάρισμα, επειδή είχε τη μητέρα του τη Μούσα. Ο μεγάλος Όμηρος τη μούσα και αυτός παρακαλάει, για να τον βοηθήση πώς να παίξη τη λύρα του και πώς να τραγουδήση. Την παρακαλάει αμέσως με τον πρώτο του στίχο στην Ιλιάδα και με τον πρώτο του στίχο στην Οδύσσεια. Και όμως τον πιο πανω λόγο δεν τον έχουν ειπεί αρχαίες Μούσες, αλλά νεοελληνικές Νεράϊδες, αυτ΄ς οι ξωτικές και οι πανέμορφες κόρες που λατρεύουν το χορό και τη μουσική και έχουν διαδεχτή, μέσα στις λαϊκές δοξασίες, όχι μόνο τις αρχαίες Νύμφες, Νηρηΐδες και Δρυάδες, αλλά και τις αρχαίες Μούσες, μάλιστα σε αρκετά χαρακτηριστικά τους.Η πιο πανω φράση αναφέρεται σ’ ένα επεισόδιο μιας θαυμάσιας σημερινής παράδοσης, που τη λένε στην Κρήτη και μιλάει για τους λυράρηδες και για την τέχνη της λύρας. Ιδού η παράδοση :

«Όποιος θέλει να μάθη να παίζη καλά τη λύρα, πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα ερημικό σταυροδρόμι, κι’ εκεί χαράζει κάτω στη γης με μαυρομάνικο μαχαίρι έναν γύρο και μπαίνει μέσα κι’ ετοιμάζεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται από ολούθες Νεράϊδες και τον τριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον βασανίσουν και να τον θανατώσουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, που ‘ναι χαραγμένος με το μαυρομάνικο μαχαίρι, κοιτάζουν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά του κι’ εξακολουθεί να παίζη ατάραχα τη λύρα.

- Μα δεν την ξέρεις, καημένε, του λένε σαν ιδούν πως παν τα πλανέματά τους χαμένα. Τί την παίζεις έτσι και χάνεις τον κόπο ;
- Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω, τους αποκρίνεται ο λυράρης. Τί σας νοιάζει εσάς ;
- Μπα τίποτε, του λένε, μόνο αν θέλεις, σε μαθαίνουμε να παίζης λύρα μια φορά, λύρα που να χορεύουνε κι’ οι πέτρες.

Και τον παρακαλούν να βγη από το γύρο. Κείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά, του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρτης τη δίνει, μόνο φυλάγεται να μη βγάλη έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί αμέσως εκείνο κόβεται. Παίρνει τότε μια νεράϊδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές με πολλή τέχνη, και του τη δίνει ύστερα πάλι με δυσαρέσκεια και του λέει :

- Πάρε την. Εσύ δε μας πιστεύεις να βγης έξω, και μεις γιατί να σου μάθωμε ;

Μα ο λυράρης τίποτε. Δεν ακούει και αρχίζει πάλι να παίζη άτεχνα τη λύρα του. Οι Νεράϊδες, που θέλουνε να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο με τη λύρα, για να γελαστή καμιά φορά να βγάλη παραέξω το χέρι του. Στο τέλος, όταν θα κράξη ο πετεινός, για να μην τις βρη η μέρα, του ζητούν να τους δώση ένα ό,τι κι’ αν είναι, για να τον μάθουν. Κι’ εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και το κόβουν αμέσως οι Νεράϊδες. Όμως δεν τονε γελούν, παρά σε λίγες στιγμές τον μαθαίνουν κιόλας να παίζη σαν κι’ αυτές, και ύστερα χάνονται.
Για κείνο ένας καλός λυράρης, άμα τον παινεύουν πως έχει καλές κοντυλιές, λέει καμιά φορά:- Αμ’ είντα θαρρείτε; Εγώ τη λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι!».

Ο σημερινός λυράρης, που διδάσκεται από τη Νεράϊδα, και ο Όμηρος, που ζητάει δασκάλα και οδηγό του τη Μούσα, και ο πρώτος εκείνος γενάρχης των μουσικών, ο Ορφέας, ο γιός της Μούσας, όλα αυτά είναι πρόσωπα, πράγματα και ιδέες πολύ συγγενικά. Αν δεν αναφερθούν τα δύο ένδοξα ονόματα Όμηρος και Ορφέας, τα περιστατικά που σχετίζονται μ’ αυτούς μοιάζουν σαν αντίστοιχα νεοελληνικά. Αληθινά, η σχέση τους με τις ξωτικές, που ασύγκριτα παίζουν τη λύρα, είναι παρόμοια σαν τις αντίστοιχες των ανώνυμων νεοελληνικών λυράρηδων.


Σε τούτη τη χώρα, που οι θεοί γινόντουσαν άνθρωποι και οι άνθρωποι γινόντουσαν θεοί, καθένας θα συμφωνήσει μαζί μου ότι υπάρχει κάτι σπουδαίο και μοναδικό, κάτι που παραμένει αιώνιο, δένοντας την ελληνική παράδοση και τη ζωή σε ένα σύνολο ενιαίο, αδιαίρετο, γεμάτο θέλγητρα αναρίθμητα και πολύμορφα.[1]


[1] Κώστα Ρωμαίου, «Κοντά στις ρίζες», σελ. 261-264, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1980.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

από το '21 στο 2008

Το Δίδαγμα[1]

Οι εύκολοι επικριταί, ξένοι τε και ημέτεροι, εύρον αφορμήν να συναγάγουν αμέσως το συμπέρασμα ότι αι αμέσως μετά τον Αγώνα γενεαί εξεφυλίσθησαν εις νάνους απογόνους γιγάντων προγόνων και οι ποιηταί και ρήτορες εκάστης 25ης Μαρτίου έψαλλον ύμνους μεν προς τους ήρωας του 1821, θρήνους δε διά την κατάπτωσιν των συγχρόνων των, προσέθετον όμως εις το τέλος διά παρηγορίαν και ελπίδας τινας αορίστους διά την πραγματοποίησιν της Μεγάλης Ιδέας. Δεν είχον όμως ευτυχώς δίκαιον.

Οι μεν ξένοι κατέκριναν περισσότερον του δέοντος την μικράν Ελλάδα, ενώ ώφειλαν να ομολογήσουν ότι οι διπλωμάται των ήσαν οι αίτιοι της ασθενείας και κακοδαιμονίας του νέου Κράτους. Διότι το ίδρυσαν διά λόγους αμοιβαίων αντιζηλιών σχεδόν μη βιώσιμον. Διότι επεζήτησαν να το καταστήσουν όργανον των φιλοδοξιών των εις την Ανατολήν, επεμβαίνοντες εις τα εσωτερικά του και σχηματίζοντες ίδια κόμματα. Διότι τέλος, εν τη συνήθει των διπλωματών μυωπία και τη μερίμνη μόνον της προσωρινής και εμπειρικής λύσεως των ζητημάτων δεν ηννόησαν ότι μία Ελλάς ισχυρά και αυτάρκης, περιλαμβάνουσα το μεγαλύτερον μέρος των Ελλήνων, θα απετέλει στοιχείον ειρήνης, τάξεως και πολιτισμού εις την Ανατολήν, ενώ τουναντίον μικρά και πτωχή θα επεζήτει μοιραίως να επωφεληθή πάσης περιστάσεως διά να εξέλθη από τον ασφυκτικόν κλοιόν της και να ανταποκριθή εις τας επικλήσεις των σκλαβωμένων παιδιών της. Αν ηννόουν όλα αυτά οι διπλωμάται, όταν έληξεν η Ελληνική Επανάστασις, δεν θα διεκυβεύετο ανά πάσαν δεκαετίαν η ειρήνη εις την Ανατολήν και δεν θα καθίσταντο μαρτυρικός ο βίος της Ελλάδος.

Αλλά και οι ίδιοι οι Έλληνες, οι μετά την Μεγάλην Επανάστασιν, παρεξήγησαν και την γένεσιν και τας συνθήκας και τα διδάγματα αυτής. Από της οφειλομένης τιμής και ευλαβείας προς την μνήμην των ελευθερωτών έφθασαν να αποδώσουν εις αυτούς μυθικάς ιδιότητας, να κύπτουν δε οι ίδιοι υπό το βάρος της πατρικής μεγαλουργίας και να θεωρούν εαυτούς ανικάνους προς συνέχισιν του έργου Εκείνων. Η αντίληψις αύτη εστρέβλωνε την ιστορικήν αλήθειαν και δεν ήτο διόλου συνταλεστική εις την διαπαιδαγώγησιν των νεωτέρων.

Διότι αι γενεαί μιας φυλής δεν είναι φυσικόν και δυνατόν να διαφέρουν τόσον πολύ η μία της άλλης. Αι βασικαί ιδιότητες, αι αρεταί και τα ελαττώματα μένουν τουναντίον αμετάβλητοι διά μέσου των αιώνων, απατηλά δε είναι εξωτερικά τινα γνωρίσματα καταπτώσεως οφειλόμενα εις παροδικά αίτια, πρωτίστως δε εις την επίδρασιν των ιθυνόντων εκάστοτε μίαν χώραν ασθενών και μετρίων ή τουναντίον ισχυρών και ικανών οι οποίοι θέτουν επί ολοκλήρου γενεάς την σφραγίδα της προσωπικότητός των.

[1] «Το Εικοσιένα, πανηγυρικοί λόγοι ακαδημαϊκών», επιμέλεια Πέτρου Χάρη, απόσπασμα από την ομιλία του Αλέξανδρου Μαζαράκη με τίτλο «το δίδαγμα του Εικοσιένα», Ακαδημία Αθηνών – Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήναι 1977.

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

παιδικά όνειρα, σκληρή πραγματικότητα

Πνευματικό Προλεταριάτο[1]

Συχνά, ο σημερινός νέος πληρώνει ακριβά τη ζωτική χαρά της νιότης του. Ξεκινά, όπως ο κυριακάτικος εκδρομεύς, μ’ ένα τραγούδι στα χείλη, με γιορτή στην ψυχή, και γρήγορα του ξεραίνει η δίψα το λαρύγγι, και πενθεί η ψυχή του, μες στη βουβήν ερημιά, για την άσκοπη κούραση. Όλοι μας ξέρουμε – γιατί τα περιστατικά είναι άφθονα – πόση τρομαχτική ανεργία υπάρχει και στον τόπο μας, μια ανεργία βουβή, αφανέρωτη, σπαραχτική, μια ανεργία που δεν έχει την υποστήριξη οργανωμένων τάξεων ή επαγγελμάτων. Κάποια θέση να παρουσιαστεί σ’ ένα γραφείο, σε μια τράπεζα, σε μια δημόσια υπηρεσία, θα την ζητήσουν εκατοντάδες νέων, από δεκαοχτώ ως είκοσι πέντε χρονών με τη λαχτάρα στην ψυχή και με το δάκρυ κάποτε στα μάτια. Στο στόμα των χορτάτων διευθυντών γραφείων ή υπηρεσιών, εύκολα έρχεται το ανόητο σχόλιο: «Γιατί δεν καθόσουνα, παιδί μου, στο χωριό σου, στην επαρχία σου, σιμά στον πατέρα σου, γιατί δεν ακολουθούσες το επάγγελμα του γονιού σου ;» Τί ν’ αποκριθεί ο νέος ; Τις περισσότερες φορές άλλη απάντηση δεν έχει από ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη και συγκινημένη απορία στα μάτια. Δεν υπάρχει στο λαρύγγι του η τραχιά φωνή του απατημένου εργάτη, η φωνή που την καταλαβαίνει ο εργοδότης, γιατί βλέπει μοναχά συγκεκριμένα οικονομικά γεγονότα γύρω του. Όταν σταματήσει ένα εργοστάσιο από έλλειψη αγορών, ή από στενότητα χρήματος, η ανεργία χιλιάδων εργατικών χεριών έχει μέσα της λογική και συνέπεια για τα τετράγωνα οικονομικά κεφάλια. Ενδιαφέρεται και το κράτος. Μα ο βουβός πόνος του άλλου προλεταριάτου, του προλεταριάτου των γραμμάτων, των αποφοίτων του Γυμνασίου ή του Πανεπιστημίου, του προλεταριάτου της διανοήσεως, δεν έχει τη λογική των αριθμητικών πράξεων, κι έτσι ούτε το κράτος συγκινεί ούτε τους επιχειρηματίας.

Κι όμως, έπαινος, όχι ψόγος έπρεπε να ‘τανε η αμοιβή για το νέο που δε θέλησε να «καθίσει στο χωριό του», για το παιδί που επεθύμησε κάτι πάρα πάνω από «το επάγγελμα του γονιού του». Υπάρχει εδώ μια οργανωμένη πολιτεία, που παρέχει «δωρεάν» - ή οπωσδήποτε φτηνά – τη μόρφωση. Για το γονιό – στο χωριό – χαρά του κι ευτυχία του δεν ήταν ο γιος που τον βοηθούσε στ’ όργωμα του χωραφιού, μα το άλλο το παιδί του, που καθόταν τη νύχτα με το λυχνάρι να διαβάζει ή που σηκωνόταν αυγή αυγή να πάρει το δρόμο της κοντινής πολιτείας, για να πάει στο Γυμνάσιο. Είδα με τα μάτια μου παιδιά δώδεκα χρονών, να παίρνουνε πεζή το δρόμο από το Λυγουριό ως το Ναύπλιο – είκοσι και πάνω χιλιόμετρα –, για να φοιτήσουν στα σκολειά της πρωτευούσης της Αργολίδος. Ο «μικρός γραμματικός» – και το «μικρός είναι έκφραση συγκινημένης τρυφερότητος – έχει σεβαστή θέση στα μνημεία της λαϊκής μας μούσης. Πώς κατηγορούμε τώρα λοιπόν, μ’ ελαφρή καρδιά, νέους που πάσχουν σήμερα επειδή ήταν διαλεχτά παιδιά του τόπου τους, επειδή είχανε λαχτάρες ευγενέστερες από τους συνομηλίκους τους, πόθους υγιέστερους, ζωτικότητα πιο ισχυρή ; Της κοινωνίας όλης η έφεση και του κράτους η θέληση ήταν ν’ αφεθεί λεύτερο το άτομο στην εκδήλωσή του. Κι η εκπαίδευση, σύμφωνα με το πρόγραμμά της, εξέτρεφε την ατομικότητα. Τώρα, το άτομο αυτό, εμποδισμένο, σταμτημένο στο δρόμο του, μεταβάλλεται σ’ έναν οικτρό αλήτη, συχνά σε άχθος αρούρης, σε προλετάριο της διανοήσεως, κι αναζητά τη σωτηρία του στην ταξική συνείδηση εκείνων που, όχι μόνο από οικονομικούς λόγους, αλλά πολλές φορές κι από έλλειψη ανωτέρων ικανοτήτων, ακολούθησαν «το επάγγελμα» ή την τέχνη «του γονιού τους», αναζητά μια συνείδηση, που δεν την έχει, κι η αναπόφευκτη σύγχυση αισθήματος, που έρχεται σα συνέπεια της ψυχολογία του αυτής, το καθιστά ανίκανο για κάθε πρωτοβουλία.

[1] Απόσπασμα κριτικού άρθρου του Φώτου Πολίτη. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρωϊα στις 4 Μαρτίου 1932. Ανατυπώθηκε στην «Επιλογή Κριτικών Άρθρων» του Φ. Πολίτη από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Κεφαλληνιακά

Η μεγάλη διαμάχη[1]

Ο Ηγεμών της Επτανήσου[2] απέστειλεν αυτόν[3] αντί του πατρός[4] επίτροπον της επικυριάρχου δυνάμεως μετά του κόμητος Ν. Σιγούρου προς εγκατάστασιν του νέου πολιτεύματος εις Κεφαλληνίαν, όπου αφιχθέντες οι δύο Αυτοκρατορικοί Επίτροποι εύρον την νήσον ανάστατον[5].

Εκ φιλοπρωτίας τινές των αριστοκρατικών αγόμενοι και εξ αρχαίων ερίδων και παθών προς αλλήλους διϊστάμενοι είχον τεθή επί κεφαλής δύο αντιπάλων φατριών οι μεν επιδιώκοντες των πρώην προνομίων την ανάκτησιν, οι δε εκμεταλλευόμενοι τα από της επελεύσεως των Γάλλων εξεγρθέντα δημοκρατικά φρονήματα. Αμφότεραι δ’ αι φατρίαι υπεστηρίζοντο υπό πλήθους ενόπλων αγροτών, είτε έκπαλαι αφωσιωμένων προς άρχοντάς τινας, ους ανεγνώριζον προστάτας εν πάση περιστάσει, είτε δελεαζομένων εκ των επαγγελιών και προσδοκιών πλουσίας λείας από της εις τα πόλεις επιδρομής. Την σύγχυσιν και αναρχίαν επηύξανεν η μεταξύ των κατοίκων Ληξουρίου και Αργοστολίου αντιζηλία, των μεν αξιούντων να έχωσιν ου μόνον δικαστήρια και υγειονομείον, αλλά πάσας τας αρχάς ως κράτος χωριστόν της ομοσπονδίας, των δε αντιπραττόντων εις πάσας τας αξιώσεις και υποστηριζόντων, ότι η ιδία πόλις, ένθα ήτο η έδρα της κυβερνήσεως, αφ’ ότου μετετέθη εκ του φρουρίου αγίου Γεωργίου, ήτο κεντρικωτέρα και καταλληλοτέρα εις εμπορίαν εγγύς ούσα τω ευρυτάτω και ασφαλεστάτω της νήσου λιμένι.

Από των πόλεων δε η αναρχία καθ’ όλην την νήσον διαδοθείσα προεκάλεσεν εν πλείστοις χωρίοις δηώσεις, φόνους, εμπρησμούς και ανοσιουργήματα ωμότερα των εν ταις πόλεσι.

[1] Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Α.Μ. Ιδρωμένου, «Ιωάννης Καποδίστριας», σελ. 10, εν Αθήναις 1900.
[2] κόμης Σπυρίδων Γεωργίου Θεοτόκης
[3] τον Ιωάννη Καποδίστρια
[4] Αντώνιος Μαρία κόμης Καποδιστρίου
[5] 27 Απριλίου 1801.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Ονοματολογία

Μακεδονία.
Περί της προέλευσης των ονομάτων, της έκτασης και της ιστορίας, έως της Αλεξάνδρου εποχής.[1]

Εξετάζοντας την Μακεδονία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ο καθένας, οι γεωγράφοι δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους ως προς την έκταση και τα σύνορά της[2], δεδομένου ότι τα όρια της επικράτειας αυτής γνώρισαν άπειρες μεταβολές στο πέρασμα των αιώνων. Αν πάλι ανατρέξουμε στους ιστορικούς, θα δούμε ότι κι εκείνων οι απόψεις δεν συμπίπτουν σ’ ότι αφορά στη διαίρεσή της[3]. Το βασίλειο αυτό, όπως άλλωστε και οι σημαντικότερες αυτοκρατορίες, όσο μπορούμε βέβαια να κρίνουμε από την μυθολογία, προήλθε από μια αποικία των πελασγών, τους οποίους οι Κάδμιοι, ένας δωρικός λαός, είχαν εκδιώξει από την Εστιωτίδα[4], κι αφού εκείνοι εγκαταστάθηκαν στην Πίνδο με το όνομα Μακεδνοί, επεκτάθηκαν σταδιακά φτάνοντας ως τη χώρα που λέγεται Ημαθία. Οι ιστοριογράφοι, αντιγράφοντας τους συγγραφείς της μυθολογίας, μας αφηγούνται κι εκείνοι με ποιον τρόπο η επαρχία πήρε το όνομά της από τον Μακεδόνα, το γιο του Δία και της Θύας, της θυγατέρας του Δευκαλίωνα[5], για ποιο λόγο ονομάστηκε Μακετία[6] και μας εξηγούν από πού προέκυψαν όλες αυτές οι ονομασίες, … Με αυτήν την ανίσχυρη αποικία βλέπουμε να συγχωνεύονται, πιθανόν μετά από κατακτήσεις, οι επαρχίες εκείνες στις οποίες αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα και νομαδικά φύλα, γνωστά με τις ονομασίες Βρύγιοι, Εορδοί, Ελιμειώτες, Στυμφαλοί, οι οποίοι δεν πρέπει να συγχέονται με τους Τυμφαίους, Βοτταικοί, Λυγκισταί, δηλαδή οι περίοικοι της λίμνης Λύχνιδου, Δασσαρίται και ημαθιείς, που αποτελούσαν και το κυρίαρχο φύλο, Πηλαγόνιοι, Ορεστιείς, τα εδάφη των οποίων υπήρξαν το θέατρο των γιγαντομαχιών και τέλος οι Παίονες, που κατοικούσαν βορειότερα. Έτσι τα κυριότερα έθνη της Μακεδονίας, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται και μερικά άλλα φύλα, όπως εκείνα των Πιαστών, την τοποθεσία των οποίων θα καθορίσω παρακάτω και των Πενεστών, ενός λαού ανάλογου προς τους Είλωτες, ήταν αρχικά δεκαπέντε, μέχρι την εποχή που ο γιδοβοσκός Καρανός[7], αρχηγός μιας πολυάριθμης αποικίας Αργείων και Ελλήνων, κατέλαβε την Ημαθία, εξετόπισε τον Μίδα από τις όχθες του Αλιάκμονα κι αφού ανέτρεψε αναρίθμητους βασιλίσκους, συσπείρωσε σ’ ένα συμπαγές έθνος τους διάφορους λαούς της Μακεδονίας, θεμελιώνοντας, πάνω στα ερείπια της φεουδαρχίας των ηρωικών χρόνων, ένα βασίλειο, που αιφνιδίως απέκτησε εξέχουσα θέση μέσα στα όρια του ημιπολιτισμένου κόσμου.

Ο Ιουστίνος, … , ισχυρίζεται ότι ανάμεσα στους ηγέτες που διαδέχθηκαν τον Καρανό, συγκαταλέγονταν ο Περδίκκας, ο Αργαίος, ο Φίλιππος, ο Εύρωπος, στο διάστημα της βασιλείας του οποίου οι Μακεδόνες επιχείρησαν νικηφόρους πολέμους κατά των Θρακών και των Ιλλυριών. Μετά τον Εύρωπο κι ενώ, κατά τον Ιουστίνο πάντοτε, οι περίοδοι ευημερίας διαδέχονταν σταθερά η μία την άλλη, στον θρόνο ανεβαίνουν ο Αμύντας και μετά ο Αλέξανδρος, που απέσπασε από τον Ξέρξη όλη την περιλαμβανόμενη μεταξύ Ολύμπου και Αίμου χώρα την οποία και προσάρτησε στην Μακεδονία. Μετά τον ηγεμόνα αυτόν, το σκήπτρο, σύμφωνα με την σειρά διαδοχής, παραδόθηκε στον Αμύντα, γιο του Μενέλαου, αδελφό του Αλέξανδρου, έναν προικισμένο με τα πιο σπάνια χαρίσματα μονάρχη, που απέκτησε από τον γάμο του με την Ευρυδίκη τρεις γιους, δηλαδή: τον Αλέξανδρο, τον Περδίκκα και τον Φίλιππο, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έως την εποχή που βασίλευσε αυτός ο ηγεμόνας, η ιστορία περιγράφει τους Μακεδόνες σαν έναν φτωχό και περιπλανώμενο λαό, που κοιμάται πάνω σε προβιές, ασχολείται με την βοσκή των λιγοστών κοπαδιών του, μάχεται, ανεπιτυχώς συνήθως, κατά των Ιλλυριών, των Τριβολλών, των Θρακών και καταβάλλει τους πρώτους φόρους υποτελείας. Παράλληλα, λόγω της πολυγαμίας του, ο Αμύντας απέκτησε μια σειρά άρρενων τέκνων και από την Κυκναία, δηλαδή τον Αρχέλαο, τον Αριδαίο και τον Μενέλαο. Θα είχαν όλοι αποτελέσει μια θαυμάσια ελπίδα για τον θρόνο, αν η ομόνοια είχε βασιλεύσει ανάμεσα στις αντίζηλες μητέρες και ανάμεσα στους ετεροθαλείς αδελφούς.

Παρόλα αυτά, ο μονάρχης εκείνος, δηλαδή ο Αμύντας, κατάφερε να τερματίσει ειρηνικά την σταδιοδρομία του, αφού προηγουμένως επιχείρησε σκληρούς πολέμους κατά των Ιλλυριών και των Ολυνθίων.

Στο μεταξύ, η μοίρα είχε επιφυλάξει στην Μακεδονία ένα από τα φαινόμενα εκείνα που οι ουρανοί στέλνουν σε αραιά διαστήματα στα έθνη για να τα δοκιμάσουν, ρίχνοντάς τους το ριψοκίνδυνο δόλωμα της δόξας. Όταν ο Αλέξανδρος, ο γιος του Αμύντα ανέβηκε στον θρόνο, παρέδωσε, σαν μια εγγύηση ειρήνης, όμηρο στους Ιλλυριούς τον Φίλιππο, τον αδελφό του. Και χάρη σ’ αυτό το ενέχυρο ο Αλέξανδρος, σε κάποια άλλη περίσταση, συμφιλιώθηκε με τους Θηβαίους, ανάμεσα στους οποίους ο Φίλιππος είχε ζήσει τρία χρόνια, στο σπίτι του Επαμεινώνδα, ενός αξιόλογου φιλοσόφου αλλά και μεγάλου στρατηγού. Λίγο καιρό αργότερα το πένθος εισχώρησε στα ανάκτορα των βασιλέων της Μακεδονίας. Ο Αλέξανδρος έπεσε θύμα πλεκτάνης, στημένης από την μητέρα του Ευρυδίκη, ενώ ο Περδίκκας, ο αδελφός του, δοκίμασε την ίδια τύχη κι αυτός. Συνέπεια όλων αυτών των εγκλημάτων ήταν να απομείνει ο Φίλιππος κηδεμόνας του νεαρού πρίγκιπα, της ισχνής εκείνης ελπίδας του βασιλείου και να «υποχρεωθεί» να αποδεχθεί τον τίτλο του βασιλέα, για τον οποίο μετέπειτα δικαιώθηκε στα μάτια αυτού του τόσο φιλοπόλεμου λαού, χάρη στις νίκες και τις κατακτήσεις του, ενώ ταυτόχρονα, χάρη στην επιρροή που είχε αποκτήσει, άνοιγε τον δρόμο στον Αλέξανδρο, το γιο του, για να κατακτήσει τον κόσμο, …
________________________

[1] Φραγκίσκου Καρόλου Ούγγου Λαυρεντίου Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία, Θεσσαλία», εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα 1995
[2] Μακεδνόν σήμαινε μια υπερυψωμένη περιοχή. Ο Ησύχιος, στην Οδύσσεια του Ομήρου, 106, ερμηνεύει την μακεδνή ως υψηλή. Οι κάτοικοι της Ανατολής την αποκαλούσαν κιτία ή κιτίμ. Γενεσις Χ, 4. Ισαάκ κεφ. ΧΧΙΙΙ, στίχοι 1, 12, 13. Rein. Macetia. Γέλλιος, βιβλ. ΙΧ, κεφ. 3. Prisc. Perigees. Στ. 433. F. Avienus perieg., στ. 588. Heins. Ad Claudian. In Rufin., ΙΙ, 279. Γρονόβιος (Σενέκα, Ηρακλής μαινόμενος) στ. 980. Drakenb. Ad Sil. XVII, στ. 633.Ausonii ordo nobelium Urbium apud poet. Latin. Mirror., T.IV, σελ. 510, εκδ. N.E.Lemaire. Τη συναντάμε και με την ονομασία Ημαθία, Πλίνιος βιβλ. ΙΙ, κεφ. 23. Ιουστ., βιβλ. VII, κεφ. 1. ενώ ο Τραϊανός την ονομάζει Παιονία, Τίτος λίβιος, βιβλ. XL., κεφ. ΙΙΙ. Emonia, Edonia και Πιερία, Mydonia, Aemathium solum, Σολίνος, Polyhistor. Βιβλ. XV.
[3] Με αυτήν την άποψη ταυτίζεται και η ακόλουθη παρατήρηση: Notum est multas Illyricas, Epiroticas, etiamque Thracicas partes ad Macedoniam referri solitas, neque ignoratur causa.
Ξύλανδρος, σημ. 1, στο βιβλ. VIIIΣτραβ., σελ. 332.
Σύμφωνα με τον Στράβωνα, βιβλ. Χ, σελ. 722 η Θράκη εκτεινόταν κάποτε μέχρι τους πρόποδες του Ολύμπου.
[4] Ηρόδοτος, βιβλ. Ι, κεφ. 56. Κατά τον R. Rochette, το 1392 π.Χ. Hist. De l’ Etabliss. Des Col. Grec., τ. ΙΙ, σελ. 38
[5] Από την λέξη Μακεδονία, λέει ο Στέφανος Βυζάντιος, ενώ ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος τον διορθώνει λέγοντας ότι προέρχεται από το Μακεδών, βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. 2 και παραθέτει τους τρεις ακόλουθους στίχους του Ησιόδου:
Η δ’ υποκυσσαμένη Διί γείνατο τερπικεραύνω
Υιέ δύω Μάγνητα, Μακεδόνα θ’ ιππόχαρμον,
Οι περί Πιερίην και Όλυμπον δώματα’ έναιον.
[6] Μακετία, ο Ευστάθιος, στον Διονύσιο Περιηγητή. Ο Περιηγητής απλώς ναφέρει ποιοι ήταν οι τέσσερις σημαντικότεροι λαοί: Βοιωτοί, Λοκριείς, Θεσσαλοί και Μακεδόνες. Τους κατονομάζει χωρίς να προσθέτει τίποτε περισσότερο γι’ αυτούς, στίχος 427. Γέλλιος, Αττικαί Νύκται, βιβλ. IX, κεφ. 3.
[7] Ο Ιουστ., βιβλ.VII, κεφ. 1, μας λέει ότι αυτός ο βασιλιάς – βοσκός, επωφελούμενος από την ομίχλη, κατέλαβε την Έδεσσα και ότι οδηγήθηκε εκεί από ένα κοπάδι γίδια.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

περί του Ορθόδοξου τυπικού

τάδε έφη[1] Εμμανουήλ Ροΐδης … ο παραβάτης[2]

περί των σημερινών τελετών της Ορθοδόξου Εκκλησία τούτο μόνο λέγω, ότι οιαιδήποτε και αν ώσιν αι ενδόμυχοι των ανθρώπων πεπεοιθήσεις, μία τις εξωτερική λατρεία του θείου πανταχού και πάντοτε εκρίθη αναγκαία. Ο απλούς χριστιανός εισέρχεται εις την Εκκλησίαν, ίνα παρηγορηθή ελπίζων τους αδάμαντας και σμαράγδους του Παραδείσου της Αποκαλύψεως, ο δε φιλόσοφος σκέπτεται εκεί περί του απείρου, του ιδανικού, του προορισμού του ανθρώπου και άλλων τοιούτων φιλοσοφικών κόμβων. Αμφοτέρων όμως η διάνοια ανυψούται εις θεωρίας ανωτέρας των επιουσίων περισπασμών, αμφότεροι εξέρχονται εκ του ιερού εκείνου περιβόλου κρείττονες εαυτών και κατανοούντες την αλήθειαν των λόγων του Ιησού «ουκ εν άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».

Αλλ’ η τοιαύτη λατρεία, ίνα εκπληρώση τον σκοπόν αυτής, πρέπει να ήναι σύμφωνος προς τας ιδέας, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων, τροποποιούμενα καθ’ εκάστην υπό του προοδεύοντος ή απλώς μεταβαλλομένου πολιτισμού. «Το θυσιαστήριον», λέγει ο χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος, «πρέπει να μένη ακλόνητον, αλλά τα κοσμήματα αυτού να μεταβάλλωνται κατά τας εποχάς».

Αλλ’ ημείς εκρίναμεν καλόν να μείνωμεν προσηλωμένοι εις τους τύπους του μεσαίωνος, ως τα οστρείδια εις τον βράχον. Η ακολουθία μας διαρκεί δύο ώρας, ως η επί του Αγίου Βασιλείου, και ουδείς ακροάται αυτής. Οι ιερείς εκλέγονται εκ των «περικαθαρμάτων της γης» ως κατά τους χρόνους του Αποστόλου Παύλου, και ουδείς ακούει τας συμβουλάς αυτών. Αι νηστείαι αρμόζουσιν εις μεγαλοσχήμους καλογήρους, και ουδείς νηστεύει. … περί δε της εκκλησιαστικής ημών ρινοφωνίας κρίνω περιττόν να είπω τι ενταύθα.

[1] εν έτει 1866.
[2] από τα Προλεγόμενα της «Πάπισσας Ιωάννας», διά χειρός Εμμανουήλ Ροΐδη, σελ. 23-25, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

πολιτική παιδεία

Α΄ παγκόσμιος πόλεμος
το ξεχασμένο «Όχι» της Αντάντ στην συμμαχία με την Ελλάδα[1]

Ο Βενιζέλος έθεσεν εις τους πρέσβεις της Συνεννοήσεως το ερώτημα, εάν η Ελλάς θα εθεωρείτο υπό των τριών Δυνάμεων ως «Σύμμαχος», εν η περιπτώσει ήγετο να υπερασπίση την Σερβίαν κατά βουλγαρικής ή τουρκικής επιθέσεως. Συγχρόνως έρριπτε την ιδέαν περί του δυνατού ανασυστάσεως της Βαλκανικής συμμαχίας, ήτις θα εστρέφετο κατά των Κεντρικών αυτοκρατοριών. Μετ’ ολίγας δε ημέρας, … ανεκοίνωσε εις τους αυτούς πρέσβεις ότι η Ελληνική κυβέρνησις εκ συμφώνου μετά του άνακτος είχε καταλήξει εις την απόφασιν, όπως ταχθή απροκαλύπτως με το μέρος των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, εάν αύται εθεώρουν τούτο χρήσιμον. Αι ληφθείσαι απαντήσεις δεν υπήρξαν ενθαρρυντικαί. Όχι μόνον οι Ρώσοι εθεώρησαν την ελληνικήν πρότασιν ως πρόωρον και συνέστησαν όπως η χώρα παραμείνη ουδετέρα, εφόσον η Τουρκία και η Βουλγαρία δεν εκινούντο, αλλά και οι Άγγλοι και οι Γάλλοι εξέφρασαν την γνώμην, ότι προτιμότερον ήτο η Ελλάς να παραμείνη εν επιφυλακή, μέχρις ου η Τουρκία ταχθή ενδεχομένως ενεργώς παρά το πλευρόν της Γερμανίας. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει η Μεγάλη Βρεττανία θα … σύμμαχον την Ελλάδα, τυγχάνουσα της αρωγής του ελληνικού στόλου και χρησιμοποιούσα τους ελληνικούς λιμένας. Εξ άλλου, εάν η Ελλάς υπεχρεούτο να βοηθήση ενόπλως την Σερβίαν λόγω βουλγαρικής επιθέσεως, θα ετύγχανεν αγγλικής βοηθείας.

Η σπουδή του Βενιζέλου να προσφέρη αυθορμήτως την συνεργασίαν της Ελλάδος εις την Αντάντ εξηγείται εκ του φόβου μήπως η Τουρκία ζητήση ως αντάλλαγμα της ουδετερότητός της τας νήσους του Αιγαίου. Συνάμα ήθελε να εξασφαλίση ισχυράς συμμαχίας, δι’ ην περίπτωσιν η Τουρκία, τασσομένη παρά το πλευρόν των Κεντρικών αυτοκρατοριών, ήθελεν επιχειρήσει να ανακτήση διά των όπλων μέρος των εδαφών, τα οποία είχεν απολέσει κατά τον Α΄ Βαλκανικόν πόλεμον. Η άρνησις εξ άλλου των τριών Δυνάμεων να δεχθούν την στιγμήν εκείνην την συνεργασίαν της Ελλάδος οφείλεται εις ποικίλους λόγους. Η Ρωσία εφοβείτο μήπως οι Έλληνες προβάλουν αξιώσεις επί της Κωνσταντινουπόλεως, η Αγγλία δεν ήθελε να παράσχη την παραμικράν πρόφασιν εις τους Τούρκους να κηρύξουν πόλεμον, εφόσον τα εξ Ινδιών μετακληθέντα στρατεύματα δεν είχον περατώσει τον διάπλουν του Σουέζ, τέλος η Αγγλία και η Γαλλία, αριθμούσαι πολλά εκατομμύρια μουσουλμάνων εις τας αποικίας των, εφοβούντο ότι μία συμμαχία με την Ελλάδα θα εξήπτε τον μουσουλμανικόν θρησκευτικόν φανατισμόν προς όφελος του σουλτάνου, «αρχηγού των πιστών».

[1] Σ. Θ. Λάσκαρι, "Διπλωματική Ιστορία της Συγχρόνου Ευρώπης (1914-1939)", κ. Β΄, σ. 24-25, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1954

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Μακεδονία - Θράκη, στη δίνη του πολέμου

Ανθολογήματα από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο[i]
Τα «ανδραγαθήματα» των Βουλγάρων !

Στα τέλη του 1942 δημοσιεύθηκε ένα βουλγαρικό διάταγμα που όριζε ότι ως τις 31 Μαρτίου 1943 οι κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης όφειλαν να εκλέξουν υπηκοότητα. Όσοι δήλωναν ότι επιθυμούν τη βουλγαρική υπηκοότητα ή παραλείπανε να κάμουν δήλωση θα εθεωρούντο εφεξής βούλγαροι πολίτες. Όσοι δήλωναν ότι επιθυμούν να διατηρήσουν την ελληνική ιθαγένεια θα υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να πάνε στην άλλη Ελλάδα.

Μια επιτροπή προσφύγων Μακεδόνων και Θρακών που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη ήλθε στας Αθήνας ικετεύοντας τον Αρχιεπίσκοπο να επέμβη. Ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε να συναντηθή με τον Πληρεξούσιο του Ράιχ.
Η συνάντηση έγινε μέσα Φεβρουαρίου1943.
Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ανακεφαλαίωσε τις ωμότητες και τους διωγμούς των Βουλγάρων και ζήτησε, για μια ακόμη φορά, την παρέμβαση της Γερμανίας για να σταματήσουν οι ωμότητες και να ανακληθή ο βουλγαρικός νόμος περί επιλογής ιθαγένειας.
Ο Πληρεξούσιος του Ράιχ ζήτησε έγγραφο υπόμνημα, που θα διαβίβαζε στο Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Ο Αρχιεπίσκοπος θέλησε τότε να μάθη αν υπάρχη καμιά βάση στις φήμες που κυκλοφορούσαν ότι υπήρχε σκέψη να επεκταθή η βουλγαρική κατοχή ως τη Θεσσαλονίκη.
Αν συμβή αυτό – είπε στον Αλτένμπουργκ – πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι όλος ο Ελληνικός Λαός θα τραπή προς τα όρη να αμυνθή υπέρ βωμών και εστιών. Και, φυσικά, επί κεφαλής θα είναι ο Αρχιεπίσκοπος.

Τα μαρτύρια συνεχίζονταν στον Ελληνικό Βορρά.
Έγραφε το χρονικό της Επιτροπής των Μακεδόνων και Θρακών που υποβλήθηκε στις 5/5/43 στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών:
«Θλιβεράς ειδήσεις σας φέρομεν! Τίποτε το ελληνικόν, πλην της ψυχής των κατοίκων, δεν απέμεινε πλέον εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και την Δυτικήν Θράκην. Τα σχολεία εκλείσθησαν. Αι εκκλησίαι λειτουργούνται εις την βουλγαρικήν γλώσσαν. Η χρήσις της Ελληνικής ουδαμού αναγνωρίζεται. Αντιθέτως, καταδιώκεται. Αι ελληνικαί επιγραφαί κατηργήθησαν από τους δρόμους, από τα καταστήματα, από παντού. Τα ελληνικά μνημεία κατεστράφησαν.
Οι αρχιερείς και οι ιερείς εξεδιώχθησαν. Οι επιστήμονες, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, πλείστοι έμποροι και επιχειρηματίαι, απλοί εργάται ακόμη, κάθε στοιχείον έχον κοινωνικήν επιβολήν, εξηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν τον τόπο των. Άλλοι ερρίφθησαν εις τας φυλακάς ή απήχθησαν εις την Βουλγαρίαν ως εξόριστοι ή ως όμηροι.
Οι δήμαρχοι και οι πρόεδροι των κοινοτήτων αντικατεστάθησαν υπό Βουλγάρων τους οποίους η Διοίκησις έφερεν από την Βουλγαρίαν.
Οι επαγγελματίαι υπεχρεώθησαν με απέιρους τρόπους να συνετειρισθούν με Βουλγάρους, οι οποίοι συντόμως τους εξετόπισαν και εσφετερίσθησαν τας εργασίας των. Οι επιστήμονες, κατά κανόνα, δεν επιτρέπεται να εργάζωνται. Οι εργάται, κατά κανόνα, προσλαμβάνονται μόνον εφ’ όσον δεν ευρίσκονται εργάται εκ Βουλγαρίας.
Η τρομοκρατία και η καταπίεσις είναι γενική. Εντείνεται εκάστοτε περισσότερον εις ωρισμένην επαρχίαν ή πόλιν ή εις ωρισμένον τμήμα της υπαίθρου.
Τα κρατητήρια των πόλεων είναι διαρκώς πλήρη Ελλήνων πολιτών.»

Στις αρχές Ιουλίου 1943 έφθασε στας Αθήνας η πληροφορία ότι οι Γερμανοί παραδώσανε νέα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας του Αξιού στους Βουλγάρους. Αυτό αποκορύφωσε την οργή του κόσμου. Στις 13 Ιουλίου – ημέρα πένθους – έγινε η πρώτη λαϊκή διαμαρτυρία. Και στις 22 Ιουλίου μεγάλα μαχητικά συλλαλητήρια οργανωθήκανε στας Αθήνας. Έως εκατό χιλιάδες λαός κατέβηκε στους δρόμους. Όλα τα μαγαζιά, τα δημόσια καταστήματα, οι τράπεζες κλείσανε. Μαχητικές διαδηλώσεις έγιναν σε κεντρικά σημεία της πόλης. Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ρίξανε και χτυπήσανε τον κόσμο. Σκοτώθηκαν 22 Έλληνες και πολλοί τραυματιστήκανε.

[i] Ηλία Βενέζη, «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, οι χρόνοι της δουλείας», σ. 50 & 54-55, Εστία 1981

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

από την ιστορία της ποίησης

μεγάλοι ποιητές[1]

Ο Όμηρος είναι τόσον γνωστός εις καθ’ […] την αξιότητά του ώστε περιττόν κρίνω να ομιλήσω πολύ περί αυτού. Πιθανόν είναι, ότι αυτός δεν ήτον ο πρώτος έλλην Ποιητής, και ότι ήσαν προ αυτού άλλοι, αφ’ ων εδανείσθη προς συγγραφήν της Ιλιάδος, επειδή δε αυτός ην ο πρώτος αξιόχρεως ποιητής, δικαίως ελογίσθη ο κορυφαίος όλων των προ αυτού Ποιητών. κατά πολλάς μαρτυρίας, φαίνεται, η Σμύρνη έχει το μέγιστον δικαώμα τιμής της γεννήσεώς του, η οποία συνέβη περί τους διακοσίους, και τεσσαράκοντα χρόνους μετά την άλωσιν της Τρωάδος.

Ο Ησίοδος ήτοι ην σύγχρονος του Ομήρου, ή έζη αμέσως μετά τούτον. Τα συγγράμ[μ]ατα και των δύο είναι ανεπίδεκτα παραλληλίας, και συγκρίσεως. Ο μεν Όμηρος υπάρχει μεγαλοπρεπής, και υψηλός, ο δε Ησίοδος απλούς, και ηδύς. Αλλά διά τούτων των λόγων δεν μελετώμεν να σμικρύνωμεν εδοπωσούν την φήμην του Ησιόδου, ο οποίος εσπούδασε μόνον να συγγράψη με ηδύτητα, και ευκρίνειαν, εις ό και ευδοκίμησεν αναμφιβόλως.


[1] Ολιβιέρου Γολσμιθίου, «Ιστορία της Ελλάδος», κ. ΙΑ΄, σ. 329, Βιέννη 1805, Βιβλιοθήκη Ιωάννου Β. Παραγυιού.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Λαογραφία

Η χήρα του Ανδρίκου[1]

Ο πρώτος οικιστής της Ανδρίτσαινας, σύμφωνα με την άποψη του γνωστού λογίου του Μοριά Αντ. Θ. Παπαγεωργίου, φαίνεται πως στάθηκε κάποιος άρχοντας Ανδρίκος το 1050 μΧ. Ο Ανδρίκος αυτός διατηρούσε πανδοχείο δίπλα στην ξακουστή «Τρανή βρύση», με τον θεόρατο πλάτανο. Οι κουρασμένοι οδοιπόροι του χαλικόστρωτου ανώμαλου δρόμου Κατακόλου, Καρύταινας, Τριπόλεως, βρίσκανε στο πανδοχείο καλό φαΐ και κρεβάτι κι’ ανανεώνανε τις δυνάμεις τους με το ξακουστό κρασί της περιοχής, που εξακολουθεί να κρατάη τη φήμη του μέχρι σήμερα. Από τη χήρα του Ανδρίκου, την Ανδρίκαινα, που κράτησε τον ξενώνα πολλά χρόνια ύστερα από τον θάνατο του συζύγου και με παραφθορά του Ανδρίκαινα σε Ανδρίτσαινα, πήρε σήμερα η δροσερή κωμόπολη το όνομά της. Τα καμαρωτά πορτοπαράθυρα των σπιτιών της πιστοποιούνε βυζαντινή επίδραση. Το ίδιο και οι παλιές εκκλησίες της, τής Παναγιάς Φραντζιώτισσας, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικόλα με τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες τους.

Η Ανδρίτσαινα υπήρξε έδρα πατριαρχικής εξαρχίας, που αργότερα συγχωνεύθηκε με την Μητρόπολι Χριστιανουπόλεως (Κυπαρισσίας). Σύμφωνα με το χρονικό του 1302, οι κάτοικοι του ορεινού διαμερίσματος, με επικεφαλής τους τολμηρούς κι’ αποφασιστικούς Ανδριτσάνους, ξεσηκωθήκανε, ζωσθήκανε τα άρματα και πελεκήσανε γερά τους Φράγκους δυνάστες, που διαφεντεύανε τον τόπο. Οι Παλαιολόγοι τους στείλανε βοήθεια από το Μυστρά. Κι’ είναι πανθομολογημένο πως εδώ, στα τραχιά βουνά της δυτικής Αρκαδίας, σπανιώτατα πάτησε το πόδι κατακτητή ή βάρβαρου τυράννου. Τα δασωμένα βουνά με τις κρυσταλλένιες πηγές και τις ρεματιές τους σταθήκανε μετερίζια της λευτεριάς και του ανυπότακτου Μωραΐτικου πνεύματος. Αρματολοί και κλέφτες, καπλάνια των βουνών και των λόγγων, διατηρήσανε αμόλευτα τα τοπία που τραγούδησε ο ανώνυμος ποιητής. Οι Ανδριτσάνοι πατριώτες τροφοδοτούσανε ακατάπαυστα τα αδούλωτα λιοντάρια με τροφές, μπαρουτόβολα και φλασκιά με κρασί. Και έγιναν θρύλοι, ξακουστοί καπεταναίοι, όπως ο Αγριογιάννης, ο Μπαρακούρας, ο Τζαβέλας, ο Μποζινάκης κι ο γιγαντόσωμος Θεοχάρης. Λένε πως, όταν πρωτοείδε τον αρματωμένον αυτόν κύκλωπα ο Κολοκοτρώνης στάθηκε και τον καμάρωσε, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του είπε : «Μωρέ Θεοχάρη, χαρά στον πατέρα που σ’ έσπερνε!». Ο Θεοχάρης του ανταπάντησε: «Και πού να δης τον αδερφό μου, καπετάν Θοδωρή». «Καλύτερα να μην τον δω» μουρμούρισε ο θυμόσοφος αρχηγός, «για να μην καταραστώ το δικό μου σουλούπι!». Όπως είναι γνωστό, ο Κολοκοτρώνης ήταν μετρίου αναστήματος, με γαμψή μύτη και κοντά πόδια.

[1] Ανδρέα Η. Μιχαλόπουλου, «Μεγάλες Μορφές», Αθήναι 1976.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Οικογένεια

Αδυναμίες της σύγχρονης οικογένειας[1].

Η οικογένεια, έτσι όπως παρουσιάζεται σήμερα στις δυτικές κοινωνίες, φαίνεται ότι έχει ορισμένες αδυναμίες.

Η σύγχρονη οικογένεια κοινωνικοποιεί το παιδί και τούς νέους ξεκινώντας από τη βασική διαφοροποίηση των ρόλων κατά φύλο, ρόλος βασικός για το αγόρι, κατ' απομίμηση του πατέρα, εκτελεστικός για το κορίτσι κατ' απομίμηση του ρόλου της μητέρας. Όμως μια τέτοια διαμόρφωση των ρόλων μέσα στην οικογένεια σε ανδρικούς και γυναικείους, με όρια σαφώς διαχωριστικά, δεν κοινωνικοποιεί τα παιδιά με τις αξίες τής ισότητας, ανάμεσα στα δύο φύλα, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, ανάμεσα στα κράτη, ανάμεσα στα έθνη[2].

Αντίθετα κοινωνικοποιεί το παιδί με βάση τις παραδοσιακές αρχές τής ιεραρχίας και τής ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα. Κάνοντας τον απολογισμό τής κοινωνικοποιήσεως του παιδιού από τη σύγχρονη οικογένεια, ο Μπρονφενμπρέννερ [Bronfenbrenner] του Πανεπιστημίου τής Κορνουάλης διαπιστώνει ότι η κοινωνία μας κυριαρχείται, όχι μόνο από τη διάκριση τής φυλής και τής κοινωνικής τάξεως, άλλά και από την ηλικία στην οποία προστίθεται ασφαλώς και η διάκριση του φύλου.

«Ζούμε μέσα σε μια κοινωνία πού διαρκώς αυξάνει τις διακρίσεις όχι μόνο της φυλής και της κοινωνικής τάξεως άλλα και τής ηλικίας

Ο δε Λεφέμπρ [Lefebre] παρατηρεί ότι σε μια εποχή, πού υπάρχει ο «καθολικισμός των αναγκών» σε παγκόσμια κλίμακα, ή σημερινή οικογένεια, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Πάρσονς [Parsons], κλεισμένη στις «ειδικεύσεις», δεν εκπληρώνει τις λειτουργίες κοινωνικοποιήσεως, που έχουμε δικαίωμα να απαιτούμε απ’ αυτήν, αν θέλουμε να προετοιμάζεται τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο αριθμό μελλοντικών προβλημάτων, βασικών και σοβαρών για το μέλλον τής ανθρωπότητας: ισότητα και ισοτιμία των δύο φύλων, κοινωνική και οικονομική δημοκρατία, εξαφάνιση των φυλετικών διακρίσεων και σεβασμός κάθε ηλικίας.

Ξεκινώντας με τη διαφοροποίηση των ρόλων των φύλων μέσα στην οικογένεια, δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί ή ανάπτυξη τής προσωπικότητας των φύλων και κυρίως τής γυναίκας σε όλες τις διαστάσεις της, τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες της. Αυτός είναι ο λόγος πού ορισμένοι κοινωνιολόγοι προτείνουν μια νέα μορφή νόμιμης συζυγικής οικογένειας, την «οικογένεια διπλής καριέρας» (the dual career family), όπου άνδρας και γυναίκα θα ασκούν και οι δυο με ισότητα το διπλό τους ρόλο, επαγγελματικό και οικογενειακό[3].

Μια τέτοια δομή οικογένειας θα επέτρεπε τη συνέχεια της εξελίξεως της προσωπικότητας των δύο φύλων, την εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισοτιμίας και την ανοχή των αδυναμιών του ενός φύλου από το άλλο. Αυτή η οικογένεια θα δομήσει τη συζυγική σχέση πάνω σε μια βάση συνεργασίας και όχι διακρίσεως και καταπιέσεως. Αυτή η οικογενειακή δομή μελετάται σήμερα από τούς Άγγλους και τους Αμερικανούς κοινωνιολόγους, οι όποιοι με έρευνες απέδειξαν ότι άρχισε πια να κατακτά έδαφος και δεν αποτελεί την εξαίρεση.

Η κοινωνική και γεωγραφική απομόνωση τής σύγχρονης οικογένειας, η διάκριση των ρόλων των δύο φύλων σε κύριους και δευτερεύοντες μέσα στην οικογένεια, ή ανισότητα εις βάρος της γυναίκας, μειωμένη μεν αλλά συνεχιζόμενη, φαίνεται ότι αποτελούν αδύνατα σημεία που θα πρέπει να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν. Μήπως είναι αυτός ο λόγος πού τα ζευγάρια τής εποχής μας ενώνονται για να «γκρεμίσουν τούς τοίχους πού σφίγγουν τον οικογενειακό χώρο ;». Μήπως ή ένωση αυτή των νέων είναι ένα σύμβολο ελλείψεως ικανοποιήσεως, που τους προκαλεί η κοινωνική απομόνωση της πυρηνικής οικογένειας και η πίεση που δημιουργείται στο ζευγάρι από την υποχρεωτική διαφοροποίηση των ρόλων κατά φύλο;», διερωτάται ο Α. Μισέλ[4] [Α. Michel]. Ερωτήματα καυτά που θα πρέπει να μελετηθούν με σύνεση και προσοχή.

[1] Μαρίας Μαντζιαφού-Κανελλοπούλου, «Οικογένεια, ιστορική και κοινωνική μελέτη», Αθήνα 1979.
[2] Α. Μισέλ, “Sociologie de la famille of du marriage”, σελ. 132
[3] Μυρόν Ορλεάν και Φλορένς Βόλφσον, “the future of the family”, Περιοδικό The Futuriste, Απρίλιος 1970
[4] Α. Μισέλ, “Sociologie de la famille of du marriage”, σελ. 154.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Ποίηση

Τζιουζέππε Ουνγκαρέττι[1]
Τέλος του Χρόνου

Η ώρα τρομαγμένη
στην άπλα του στερεώματος
παράξενα πλανιέται

Τα βουνά στεφανώνουνται
μενεξεδένιαν αθάλη

Χαμένη ως κι η στερνή φωνή.

Άστρα, μυριάδες Πηνελόπες,
στην αγκαλιά του πάλι σάς συνάζει ο Κύριος !

Σβήσιμο των ματιών
ω σκοτάδια σωρός …

Και ξανά τον Όλυμπο προσφέρει
αιώνιο άνθος ύπνου.

[1] Οδυσσεά Ελύτη, «Δεύτερη γραφή», Ίκαρος εκδοτική, 1996.