Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

παιδικά όνειρα, σκληρή πραγματικότητα

Πνευματικό Προλεταριάτο[1]

Συχνά, ο σημερινός νέος πληρώνει ακριβά τη ζωτική χαρά της νιότης του. Ξεκινά, όπως ο κυριακάτικος εκδρομεύς, μ’ ένα τραγούδι στα χείλη, με γιορτή στην ψυχή, και γρήγορα του ξεραίνει η δίψα το λαρύγγι, και πενθεί η ψυχή του, μες στη βουβήν ερημιά, για την άσκοπη κούραση. Όλοι μας ξέρουμε – γιατί τα περιστατικά είναι άφθονα – πόση τρομαχτική ανεργία υπάρχει και στον τόπο μας, μια ανεργία βουβή, αφανέρωτη, σπαραχτική, μια ανεργία που δεν έχει την υποστήριξη οργανωμένων τάξεων ή επαγγελμάτων. Κάποια θέση να παρουσιαστεί σ’ ένα γραφείο, σε μια τράπεζα, σε μια δημόσια υπηρεσία, θα την ζητήσουν εκατοντάδες νέων, από δεκαοχτώ ως είκοσι πέντε χρονών με τη λαχτάρα στην ψυχή και με το δάκρυ κάποτε στα μάτια. Στο στόμα των χορτάτων διευθυντών γραφείων ή υπηρεσιών, εύκολα έρχεται το ανόητο σχόλιο: «Γιατί δεν καθόσουνα, παιδί μου, στο χωριό σου, στην επαρχία σου, σιμά στον πατέρα σου, γιατί δεν ακολουθούσες το επάγγελμα του γονιού σου ;» Τί ν’ αποκριθεί ο νέος ; Τις περισσότερες φορές άλλη απάντηση δεν έχει από ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη και συγκινημένη απορία στα μάτια. Δεν υπάρχει στο λαρύγγι του η τραχιά φωνή του απατημένου εργάτη, η φωνή που την καταλαβαίνει ο εργοδότης, γιατί βλέπει μοναχά συγκεκριμένα οικονομικά γεγονότα γύρω του. Όταν σταματήσει ένα εργοστάσιο από έλλειψη αγορών, ή από στενότητα χρήματος, η ανεργία χιλιάδων εργατικών χεριών έχει μέσα της λογική και συνέπεια για τα τετράγωνα οικονομικά κεφάλια. Ενδιαφέρεται και το κράτος. Μα ο βουβός πόνος του άλλου προλεταριάτου, του προλεταριάτου των γραμμάτων, των αποφοίτων του Γυμνασίου ή του Πανεπιστημίου, του προλεταριάτου της διανοήσεως, δεν έχει τη λογική των αριθμητικών πράξεων, κι έτσι ούτε το κράτος συγκινεί ούτε τους επιχειρηματίας.

Κι όμως, έπαινος, όχι ψόγος έπρεπε να ‘τανε η αμοιβή για το νέο που δε θέλησε να «καθίσει στο χωριό του», για το παιδί που επεθύμησε κάτι πάρα πάνω από «το επάγγελμα του γονιού του». Υπάρχει εδώ μια οργανωμένη πολιτεία, που παρέχει «δωρεάν» - ή οπωσδήποτε φτηνά – τη μόρφωση. Για το γονιό – στο χωριό – χαρά του κι ευτυχία του δεν ήταν ο γιος που τον βοηθούσε στ’ όργωμα του χωραφιού, μα το άλλο το παιδί του, που καθόταν τη νύχτα με το λυχνάρι να διαβάζει ή που σηκωνόταν αυγή αυγή να πάρει το δρόμο της κοντινής πολιτείας, για να πάει στο Γυμνάσιο. Είδα με τα μάτια μου παιδιά δώδεκα χρονών, να παίρνουνε πεζή το δρόμο από το Λυγουριό ως το Ναύπλιο – είκοσι και πάνω χιλιόμετρα –, για να φοιτήσουν στα σκολειά της πρωτευούσης της Αργολίδος. Ο «μικρός γραμματικός» – και το «μικρός είναι έκφραση συγκινημένης τρυφερότητος – έχει σεβαστή θέση στα μνημεία της λαϊκής μας μούσης. Πώς κατηγορούμε τώρα λοιπόν, μ’ ελαφρή καρδιά, νέους που πάσχουν σήμερα επειδή ήταν διαλεχτά παιδιά του τόπου τους, επειδή είχανε λαχτάρες ευγενέστερες από τους συνομηλίκους τους, πόθους υγιέστερους, ζωτικότητα πιο ισχυρή ; Της κοινωνίας όλης η έφεση και του κράτους η θέληση ήταν ν’ αφεθεί λεύτερο το άτομο στην εκδήλωσή του. Κι η εκπαίδευση, σύμφωνα με το πρόγραμμά της, εξέτρεφε την ατομικότητα. Τώρα, το άτομο αυτό, εμποδισμένο, σταμτημένο στο δρόμο του, μεταβάλλεται σ’ έναν οικτρό αλήτη, συχνά σε άχθος αρούρης, σε προλετάριο της διανοήσεως, κι αναζητά τη σωτηρία του στην ταξική συνείδηση εκείνων που, όχι μόνο από οικονομικούς λόγους, αλλά πολλές φορές κι από έλλειψη ανωτέρων ικανοτήτων, ακολούθησαν «το επάγγελμα» ή την τέχνη «του γονιού τους», αναζητά μια συνείδηση, που δεν την έχει, κι η αναπόφευκτη σύγχυση αισθήματος, που έρχεται σα συνέπεια της ψυχολογία του αυτής, το καθιστά ανίκανο για κάθε πρωτοβουλία.

[1] Απόσπασμα κριτικού άρθρου του Φώτου Πολίτη. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρωϊα στις 4 Μαρτίου 1932. Ανατυπώθηκε στην «Επιλογή Κριτικών Άρθρων» του Φ. Πολίτη από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια: