Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Λαογραφία

Περί των νηστειών του χειμώνα*

Οι Βυζαντινοί τηρούσαν τις νηστείες με μεγάλη ακρίβεια, όπως διαβάζουμε στα σχετικά συγγράμματά τους. Αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, το διδακτικό ποίημα του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου (στις αρχές του 12ου αιώνα), που γράφει χαρακτηριστικά (στ. 172-176):

Οι θείοι γαρ απόστολοι εν ταυταίς ταις ημέραις…ακρίβειαν ορίζουσι φοβεράν και μεγάλην,άρτω και μόνω τρέφεσθαι αλί τε και λαχάνοις,και το πόμα ωσαύτως γε ύδωρ και μόνον έσται…

Ο πατριάρχης προσθέτει, για να διασαφηνίσει, ότι αυτοί οι κανόνες ισχύουν για όλους τους Χριστιανούς (στ. 183-185):Αύτη δε η ακρίβεια των νηστειών, ην γράφω,ου προς ημάς τους μοναχούς εγράφησαν και μόνον,αλλά προς πάντας τους πιστούς και Χριστού της μερίδος.

Περίπου έναν αιώνα αργότερα, ο μητροπολίτης Δημήτριος Χωματιανός απαντάει στον Κωνσταντίνο Καβάσιλα, που του ζητάει πληροφορίες σχετικά με τις νηστείες:

Εν ταις νηστίμοις ημέραις κατά την εννάτην ώραν τας συνήθεις προσευχάς και υμνωδίας τω Θεώ αποσισόντας ημάς απονηστίζεσθαι, άρτω μόνω και ισχάσι και φοίνιξι και λαχάνοις και αντί ποτού ύδατι κεχρημένους εις παραμυθίαν του σώματος…

Το ότι στις χειμερινές νηστείες ο εφοδιασμός με φρέσκα λαχανικά, κάτω από παραδοσιακές συνθήκες (έλλειψη παραγωγής σε θερμοκήπια σε μεγάλη κλίμακα, έλλειψη αποθηκών-ψυγείων) είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος, δυσκολεύει την κατάσταση, εκτός αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι των πόλεων έτρωγαν κάθε μέρα φάβα ή φασόλια ξερά.

Η ανάγκη του εφοδιασμού με λαχανικά υπάρχει φυσικά σε όλες τις εποχές του έτους, ιδιαίτερα όμως ... στις νηστείες που επιβάλλονται από την χριστιανική θρησκεία, οι οποίες είναι πολλές: οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, που τηρούνται σε όλες σχεδόν τις εβδομάδες του χρόνου, οι νηστήσιμες περίοδοι, δηλαδή η νηστεία των Χριστουγέννων (από 15 Νοεμβρίου έως τα Χριστούγεννα – 40 ημέρες), η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (από την Καθαρά Δευτέρα έως και το Μεγάλος Σάββατο – επίσης 40 ημέρες), η νηστεία των Αποστόλων (από την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων έως τις 28 Ιουνίου) και τέλος η νηστεία της Θεοτόκου (από την 1η έως και την 14η Αυγούστου). Συνολικά οι Χριστιανοί νήστευαν τουλάχιστον 180 ημέρες (δηλαδή κατά το 50% του ενιαυτού).…

ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης έφθανε οπωσδήποτε τις 400.000 (ίσως ακόμα και τις 500.000) και συνεπώς η οργάνωση της εξασφάλισης της καθημερινής κατανάλωσης δεν μπορούσε να περιορισθεί στην «άννωνα», δηλαδή τον εκ μέρους του κράτους εφοδιασμό με σιτάρι και ψωμί, αλλά εμπεριείχε κάθε λογής τρόφιμα.

Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται πολύ καλά στην νεαρά 64 του αυτοκράτορα Ιουστινιανού De hortulanis constantinopolitanis [Περί των κηπουρών]. Πρόκειται για νόμο, που εκδόθηκε το 538, τρία χρόνια πριν από την επιδημική πανούκλα[1], πιθανότατα στο αποκορύφωμα της εποίκισης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ρυθμίζει τα μισθώματα των λαχανοκηπουρών, που ανήκαν σε ιδιαίτερο «σύστημα των κηπουρών» και μίσθωναν αγρούς από τους κτηματίες στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της πρωτεύουσας για την καλλιέργεια λαχανικών.

Ο νόμος δείχνει ακόμη την μεγάλη σημασία αυτής της καλλιέργειας στις περιοχές εγγύς της Κωνσταντινούπολης, σε περιοχές που επέτρεπαν τη μεταφορά των φρέσκων προϊόντων – ή και άλλων τροφίμων που χαλούν εύκολα – εντός ολίγων ωρών στα κεντρικά fora, τις αγορές της πόλης, για την καθημερινή κατανάλωση.

Τεκμήριο της σημασίας των λαχανόκηπων για την πόλη και μάλιστα της ύπαρξής τους μέσα στις πόλεις, είναι το εγχειρίδιο αρχιτεκτονικής του Ιουλιανού Ασκαλωνίτου, ο οποίος ανήκει στην ίδια περίπου εποχή (6ος αιώνας). Στις παραγράφους 76 κ.ε.[2] ο Ιουλιανός πραγματεύεται τις σχετικές λεπτομέρειες διατάξεως της οικοδομίας. Από το εγχειρίδιό του πληροφορούμαστε ότι κάθε οικογένεια είχε κατά κανόνα δίπλα στο σπίτι της έναν κήπο με λαχανικά και βότανα (ένα «λιβάδιον του οίκου», όπως το ονομάζει ένα έγγραφο του 1073) για τις καθημερινές της ανάγκες. Πάντως αυτό, πιθανότατα, δεν ισχύει για όλα τα αστικά σπίτια στις, ακόμη, πολύ μεγάλες πόλεις του 6ου αιώνα.
_________________________
[1] Πρόκειται για την μεγάλη δημογραφική καταστροφή της πανούκλας που ενέσκηψε το 541 στο Πηλούσιον της Αιγύπτου και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 542

[2] Αρμενόπουλος 2.4
*Ιωάννου Κόντερ [Johannes Koder], "ο κηπουρός και η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο", η διάλεξη δόθηκε στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν στις 18 Μαΐου 1992.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Λαογραφία

Ο λυράρης και οι Νεράϊδες

Σε τούτη τη χώρα, που οι θεοί γινόντουσαν άνθρωποι και οι άνθρωποι γινόντουσαν θεοί, εξακολουθούν ως σήμερα και οι άνθρωποί της σε πολλά τους να συμπεριφέρωνται σαν τους αρχαίους θεούς του τόπου. Στο χοροστάσι του κάθε χωριού, στο αλώνι ή στην πλατεία, θα μπουν σε «κύκλο» στο χορό οι νέες γυναίκες με τις χρωματιστές τους μπόλιες και με τα κεντητά τους τοπικά φορέματα. Μην τις μετράς πόσες είναι πιασμένες στο χορό, εννέα ή περισσότερες. Άκουσε μόνο το τραγούδι τους, και σίγουρα θα ξεχωρίσης κάποιες γλυκιές φωνές που θα νομίσης πως ίσως έρχονται από τις «εννέα» εκείνες, τις αρχαίες. Και ανάμεσα στον κύκλο τούτο, που είναι γεμάτος κεντήματα και χρώματα και κινήσεις αρμονικές, ανάμεσά του, κέντρο έμψυχο του έμψυχου κύκλου, στέκεται σήμερα ο λαϊκός λυράρης, ανώνυμος διάδοχος ονομαστών ομοτέχνων. ανώνυμος και ταπεινός διάδοχος, όμως πιστός και αφοσιωμένος, γι’ αυτό και στέκει στο κέντρο του νεοελληνικού χορού, ορκισμένος «παραστάτης» της αρχαίας «θυμέλης» που, ας χάθηκεν εκείνη από το κέντρο της «ορχήστρας», όμως άφησε στο ποδάρι της τον ορκισμένο κληρονόμο. Αυτός και σήμερα είναι που κανονίζει και αλλάζει τους ρυθμούς του χορού. Στη δική του την προσταγή σύμμετρα και αρμονικά όλων πειθαρχούν των χορευτών τα πόδια και τα σώματα. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να γίνει, ούτε άξιο γλέντι, ούτε γιορτή, ούτε γάμος. Αιώνες ολόκληρους για το χωριό είναι ο λυράρης για το γλέντι ό,τι είναι ο παπάς για τη λατρεία : Αναντικατάστατος.

Αν πάρουμε ολόκληρο τον κάθετο κορμό της κυρίως Ελλάδας, από την Ήπειρο ίσια κάτω έως τη Ρούμελη και το Μοριά, θα βρούμε ίσως να παίζουν τη λύρα, παράλληλα όμως και να κυριαρχή εδώ ο θαυμάσιος λαϊκός «ζουρνάς» και ο εξευγενισμένος διάδοχός του, το φλάουτο. Ο ζουρνάς και η φλογέρα είναι τα λαϊκά όργανα που εκφράζουν με τη μουσική τους την ψυχή του Κλέφτικου τραγουδιού και το «αρρενωπό πάθος», τη λεβεντιά, θα έλεγα, του τσάμικου χορού. Ολόκληρο όμως το άλλο γεωγραφικό τόξο, ένα «τόξο» σε σχήμα λύρας αρχαίας και αυτό, έντονα χρησιμοποιεί τη λύρα σαν το κυριώτερο μουσικό του όργανο. Το γεωλογικό τούτο τόξο αρχίζει από την Κρήτη, προχωρεί στην Κύπρο, ανεβαίνει εκεί όπου ήταν ως τελευταία οι Έλληνες, στη Μ. Ασία και στον Πόντο, και λυγίζει προς τη Θράκη και τη Μακεδονία για να ολοκληρωθή ως τη γειτονική της Ήπειρο. Συλλογιέται κανείς ένδοξα ονόματα των λαϊκών μουσικών οργάνων : την Κρητική λύρα, τη Δωδεκανησιακή, την Κυπριακή, την Ποντιακή, τη Θρακιώτικη και τη λύρα τη Μακεδονίτικη.

- Αν θέλεις, σε μαθαίνουμε να παίξης λύρα μια φορά, λύρα που να χορεύουνε κι’ οι πέτρες.

Θα νομίση κανείς πως αυτόν το λόγο μόνο αρχαίες Μούσες θα μπορούσαν να τον ειπούν θνητό. Αυτές είναι οι δασκάλες που ξέρουν και που χαρίζουν τη θεία τέχνη. Πραγματικά, ο Ορφέας είχε τέτοιο χάρισμα, επειδή είχε τη μητέρα του τη Μούσα. Ο μεγάλος Όμηρος τη μούσα και αυτός παρακαλάει, για να τον βοηθήση πώς να παίξη τη λύρα του και πώς να τραγουδήση. Την παρακαλάει αμέσως με τον πρώτο του στίχο στην Ιλιάδα και με τον πρώτο του στίχο στην Οδύσσεια. Και όμως τον πιο πανω λόγο δεν τον έχουν ειπεί αρχαίες Μούσες, αλλά νεοελληνικές Νεράϊδες, αυτ΄ς οι ξωτικές και οι πανέμορφες κόρες που λατρεύουν το χορό και τη μουσική και έχουν διαδεχτή, μέσα στις λαϊκές δοξασίες, όχι μόνο τις αρχαίες Νύμφες, Νηρηΐδες και Δρυάδες, αλλά και τις αρχαίες Μούσες, μάλιστα σε αρκετά χαρακτηριστικά τους.Η πιο πανω φράση αναφέρεται σ’ ένα επεισόδιο μιας θαυμάσιας σημερινής παράδοσης, που τη λένε στην Κρήτη και μιλάει για τους λυράρηδες και για την τέχνη της λύρας. Ιδού η παράδοση :

«Όποιος θέλει να μάθη να παίζη καλά τη λύρα, πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα ερημικό σταυροδρόμι, κι’ εκεί χαράζει κάτω στη γης με μαυρομάνικο μαχαίρι έναν γύρο και μπαίνει μέσα κι’ ετοιμάζεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται από ολούθες Νεράϊδες και τον τριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον βασανίσουν και να τον θανατώσουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, που ‘ναι χαραγμένος με το μαυρομάνικο μαχαίρι, κοιτάζουν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά του κι’ εξακολουθεί να παίζη ατάραχα τη λύρα.

- Μα δεν την ξέρεις, καημένε, του λένε σαν ιδούν πως παν τα πλανέματά τους χαμένα. Τί την παίζεις έτσι και χάνεις τον κόπο ;
- Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω, τους αποκρίνεται ο λυράρης. Τί σας νοιάζει εσάς ;
- Μπα τίποτε, του λένε, μόνο αν θέλεις, σε μαθαίνουμε να παίζης λύρα μια φορά, λύρα που να χορεύουνε κι’ οι πέτρες.

Και τον παρακαλούν να βγη από το γύρο. Κείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά, του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρτης τη δίνει, μόνο φυλάγεται να μη βγάλη έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί αμέσως εκείνο κόβεται. Παίρνει τότε μια νεράϊδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές με πολλή τέχνη, και του τη δίνει ύστερα πάλι με δυσαρέσκεια και του λέει :

- Πάρε την. Εσύ δε μας πιστεύεις να βγης έξω, και μεις γιατί να σου μάθωμε ;

Μα ο λυράρης τίποτε. Δεν ακούει και αρχίζει πάλι να παίζη άτεχνα τη λύρα του. Οι Νεράϊδες, που θέλουνε να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο με τη λύρα, για να γελαστή καμιά φορά να βγάλη παραέξω το χέρι του. Στο τέλος, όταν θα κράξη ο πετεινός, για να μην τις βρη η μέρα, του ζητούν να τους δώση ένα ό,τι κι’ αν είναι, για να τον μάθουν. Κι’ εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και το κόβουν αμέσως οι Νεράϊδες. Όμως δεν τονε γελούν, παρά σε λίγες στιγμές τον μαθαίνουν κιόλας να παίζη σαν κι’ αυτές, και ύστερα χάνονται.
Για κείνο ένας καλός λυράρης, άμα τον παινεύουν πως έχει καλές κοντυλιές, λέει καμιά φορά:- Αμ’ είντα θαρρείτε; Εγώ τη λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι!».

Ο σημερινός λυράρης, που διδάσκεται από τη Νεράϊδα, και ο Όμηρος, που ζητάει δασκάλα και οδηγό του τη Μούσα, και ο πρώτος εκείνος γενάρχης των μουσικών, ο Ορφέας, ο γιός της Μούσας, όλα αυτά είναι πρόσωπα, πράγματα και ιδέες πολύ συγγενικά. Αν δεν αναφερθούν τα δύο ένδοξα ονόματα Όμηρος και Ορφέας, τα περιστατικά που σχετίζονται μ’ αυτούς μοιάζουν σαν αντίστοιχα νεοελληνικά. Αληθινά, η σχέση τους με τις ξωτικές, που ασύγκριτα παίζουν τη λύρα, είναι παρόμοια σαν τις αντίστοιχες των ανώνυμων νεοελληνικών λυράρηδων.


Σε τούτη τη χώρα, που οι θεοί γινόντουσαν άνθρωποι και οι άνθρωποι γινόντουσαν θεοί, καθένας θα συμφωνήσει μαζί μου ότι υπάρχει κάτι σπουδαίο και μοναδικό, κάτι που παραμένει αιώνιο, δένοντας την ελληνική παράδοση και τη ζωή σε ένα σύνολο ενιαίο, αδιαίρετο, γεμάτο θέλγητρα αναρίθμητα και πολύμορφα.[1]


[1] Κώστα Ρωμαίου, «Κοντά στις ρίζες», σελ. 261-264, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1980.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

από το '21 στο 2008

Το Δίδαγμα[1]

Οι εύκολοι επικριταί, ξένοι τε και ημέτεροι, εύρον αφορμήν να συναγάγουν αμέσως το συμπέρασμα ότι αι αμέσως μετά τον Αγώνα γενεαί εξεφυλίσθησαν εις νάνους απογόνους γιγάντων προγόνων και οι ποιηταί και ρήτορες εκάστης 25ης Μαρτίου έψαλλον ύμνους μεν προς τους ήρωας του 1821, θρήνους δε διά την κατάπτωσιν των συγχρόνων των, προσέθετον όμως εις το τέλος διά παρηγορίαν και ελπίδας τινας αορίστους διά την πραγματοποίησιν της Μεγάλης Ιδέας. Δεν είχον όμως ευτυχώς δίκαιον.

Οι μεν ξένοι κατέκριναν περισσότερον του δέοντος την μικράν Ελλάδα, ενώ ώφειλαν να ομολογήσουν ότι οι διπλωμάται των ήσαν οι αίτιοι της ασθενείας και κακοδαιμονίας του νέου Κράτους. Διότι το ίδρυσαν διά λόγους αμοιβαίων αντιζηλιών σχεδόν μη βιώσιμον. Διότι επεζήτησαν να το καταστήσουν όργανον των φιλοδοξιών των εις την Ανατολήν, επεμβαίνοντες εις τα εσωτερικά του και σχηματίζοντες ίδια κόμματα. Διότι τέλος, εν τη συνήθει των διπλωματών μυωπία και τη μερίμνη μόνον της προσωρινής και εμπειρικής λύσεως των ζητημάτων δεν ηννόησαν ότι μία Ελλάς ισχυρά και αυτάρκης, περιλαμβάνουσα το μεγαλύτερον μέρος των Ελλήνων, θα απετέλει στοιχείον ειρήνης, τάξεως και πολιτισμού εις την Ανατολήν, ενώ τουναντίον μικρά και πτωχή θα επεζήτει μοιραίως να επωφεληθή πάσης περιστάσεως διά να εξέλθη από τον ασφυκτικόν κλοιόν της και να ανταποκριθή εις τας επικλήσεις των σκλαβωμένων παιδιών της. Αν ηννόουν όλα αυτά οι διπλωμάται, όταν έληξεν η Ελληνική Επανάστασις, δεν θα διεκυβεύετο ανά πάσαν δεκαετίαν η ειρήνη εις την Ανατολήν και δεν θα καθίσταντο μαρτυρικός ο βίος της Ελλάδος.

Αλλά και οι ίδιοι οι Έλληνες, οι μετά την Μεγάλην Επανάστασιν, παρεξήγησαν και την γένεσιν και τας συνθήκας και τα διδάγματα αυτής. Από της οφειλομένης τιμής και ευλαβείας προς την μνήμην των ελευθερωτών έφθασαν να αποδώσουν εις αυτούς μυθικάς ιδιότητας, να κύπτουν δε οι ίδιοι υπό το βάρος της πατρικής μεγαλουργίας και να θεωρούν εαυτούς ανικάνους προς συνέχισιν του έργου Εκείνων. Η αντίληψις αύτη εστρέβλωνε την ιστορικήν αλήθειαν και δεν ήτο διόλου συνταλεστική εις την διαπαιδαγώγησιν των νεωτέρων.

Διότι αι γενεαί μιας φυλής δεν είναι φυσικόν και δυνατόν να διαφέρουν τόσον πολύ η μία της άλλης. Αι βασικαί ιδιότητες, αι αρεταί και τα ελαττώματα μένουν τουναντίον αμετάβλητοι διά μέσου των αιώνων, απατηλά δε είναι εξωτερικά τινα γνωρίσματα καταπτώσεως οφειλόμενα εις παροδικά αίτια, πρωτίστως δε εις την επίδρασιν των ιθυνόντων εκάστοτε μίαν χώραν ασθενών και μετρίων ή τουναντίον ισχυρών και ικανών οι οποίοι θέτουν επί ολοκλήρου γενεάς την σφραγίδα της προσωπικότητός των.

[1] «Το Εικοσιένα, πανηγυρικοί λόγοι ακαδημαϊκών», επιμέλεια Πέτρου Χάρη, απόσπασμα από την ομιλία του Αλέξανδρου Μαζαράκη με τίτλο «το δίδαγμα του Εικοσιένα», Ακαδημία Αθηνών – Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήναι 1977.

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

παιδικά όνειρα, σκληρή πραγματικότητα

Πνευματικό Προλεταριάτο[1]

Συχνά, ο σημερινός νέος πληρώνει ακριβά τη ζωτική χαρά της νιότης του. Ξεκινά, όπως ο κυριακάτικος εκδρομεύς, μ’ ένα τραγούδι στα χείλη, με γιορτή στην ψυχή, και γρήγορα του ξεραίνει η δίψα το λαρύγγι, και πενθεί η ψυχή του, μες στη βουβήν ερημιά, για την άσκοπη κούραση. Όλοι μας ξέρουμε – γιατί τα περιστατικά είναι άφθονα – πόση τρομαχτική ανεργία υπάρχει και στον τόπο μας, μια ανεργία βουβή, αφανέρωτη, σπαραχτική, μια ανεργία που δεν έχει την υποστήριξη οργανωμένων τάξεων ή επαγγελμάτων. Κάποια θέση να παρουσιαστεί σ’ ένα γραφείο, σε μια τράπεζα, σε μια δημόσια υπηρεσία, θα την ζητήσουν εκατοντάδες νέων, από δεκαοχτώ ως είκοσι πέντε χρονών με τη λαχτάρα στην ψυχή και με το δάκρυ κάποτε στα μάτια. Στο στόμα των χορτάτων διευθυντών γραφείων ή υπηρεσιών, εύκολα έρχεται το ανόητο σχόλιο: «Γιατί δεν καθόσουνα, παιδί μου, στο χωριό σου, στην επαρχία σου, σιμά στον πατέρα σου, γιατί δεν ακολουθούσες το επάγγελμα του γονιού σου ;» Τί ν’ αποκριθεί ο νέος ; Τις περισσότερες φορές άλλη απάντηση δεν έχει από ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη και συγκινημένη απορία στα μάτια. Δεν υπάρχει στο λαρύγγι του η τραχιά φωνή του απατημένου εργάτη, η φωνή που την καταλαβαίνει ο εργοδότης, γιατί βλέπει μοναχά συγκεκριμένα οικονομικά γεγονότα γύρω του. Όταν σταματήσει ένα εργοστάσιο από έλλειψη αγορών, ή από στενότητα χρήματος, η ανεργία χιλιάδων εργατικών χεριών έχει μέσα της λογική και συνέπεια για τα τετράγωνα οικονομικά κεφάλια. Ενδιαφέρεται και το κράτος. Μα ο βουβός πόνος του άλλου προλεταριάτου, του προλεταριάτου των γραμμάτων, των αποφοίτων του Γυμνασίου ή του Πανεπιστημίου, του προλεταριάτου της διανοήσεως, δεν έχει τη λογική των αριθμητικών πράξεων, κι έτσι ούτε το κράτος συγκινεί ούτε τους επιχειρηματίας.

Κι όμως, έπαινος, όχι ψόγος έπρεπε να ‘τανε η αμοιβή για το νέο που δε θέλησε να «καθίσει στο χωριό του», για το παιδί που επεθύμησε κάτι πάρα πάνω από «το επάγγελμα του γονιού του». Υπάρχει εδώ μια οργανωμένη πολιτεία, που παρέχει «δωρεάν» - ή οπωσδήποτε φτηνά – τη μόρφωση. Για το γονιό – στο χωριό – χαρά του κι ευτυχία του δεν ήταν ο γιος που τον βοηθούσε στ’ όργωμα του χωραφιού, μα το άλλο το παιδί του, που καθόταν τη νύχτα με το λυχνάρι να διαβάζει ή που σηκωνόταν αυγή αυγή να πάρει το δρόμο της κοντινής πολιτείας, για να πάει στο Γυμνάσιο. Είδα με τα μάτια μου παιδιά δώδεκα χρονών, να παίρνουνε πεζή το δρόμο από το Λυγουριό ως το Ναύπλιο – είκοσι και πάνω χιλιόμετρα –, για να φοιτήσουν στα σκολειά της πρωτευούσης της Αργολίδος. Ο «μικρός γραμματικός» – και το «μικρός είναι έκφραση συγκινημένης τρυφερότητος – έχει σεβαστή θέση στα μνημεία της λαϊκής μας μούσης. Πώς κατηγορούμε τώρα λοιπόν, μ’ ελαφρή καρδιά, νέους που πάσχουν σήμερα επειδή ήταν διαλεχτά παιδιά του τόπου τους, επειδή είχανε λαχτάρες ευγενέστερες από τους συνομηλίκους τους, πόθους υγιέστερους, ζωτικότητα πιο ισχυρή ; Της κοινωνίας όλης η έφεση και του κράτους η θέληση ήταν ν’ αφεθεί λεύτερο το άτομο στην εκδήλωσή του. Κι η εκπαίδευση, σύμφωνα με το πρόγραμμά της, εξέτρεφε την ατομικότητα. Τώρα, το άτομο αυτό, εμποδισμένο, σταμτημένο στο δρόμο του, μεταβάλλεται σ’ έναν οικτρό αλήτη, συχνά σε άχθος αρούρης, σε προλετάριο της διανοήσεως, κι αναζητά τη σωτηρία του στην ταξική συνείδηση εκείνων που, όχι μόνο από οικονομικούς λόγους, αλλά πολλές φορές κι από έλλειψη ανωτέρων ικανοτήτων, ακολούθησαν «το επάγγελμα» ή την τέχνη «του γονιού τους», αναζητά μια συνείδηση, που δεν την έχει, κι η αναπόφευκτη σύγχυση αισθήματος, που έρχεται σα συνέπεια της ψυχολογία του αυτής, το καθιστά ανίκανο για κάθε πρωτοβουλία.

[1] Απόσπασμα κριτικού άρθρου του Φώτου Πολίτη. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρωϊα στις 4 Μαρτίου 1932. Ανατυπώθηκε στην «Επιλογή Κριτικών Άρθρων» του Φ. Πολίτη από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991.