Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

περί των διατροφικών συνηθειών των αρχαίων Ελλήνων

Άρτος ο επιούσιος[1]

Τα δημητριακά λοιπόν αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία, ειδικά για τους Αθηναίους, που αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη, γιατί βέβαια οι σιτοβολώνες της Αττικής δεν επαρκούσαν να θρέψουν τις χιλιάδες των κατοίκων.

Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες, ονομαζόταν μάζα και ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί. Σύμφωνα μάλιστα μ’ ένα παράγγελμα του σοφού νομοθέτη Σόλωνα, το ψωμί από το σιτάρι, ο άρτος, έπρεπε να τρώγεται μόνο στις γιορτινές μέρες.

Ο Πλάτων, θέλοντας να χαράξει τον πίνακα μιας υγιεινής ζωής, για την «ιδανική πολιτεία», λέει, διά στόματος Σωκράτη, στον Αδείμαντο:

Ας σκεφτούμε στην αρχή με ποιο τρόπο θα ζούμε όσοι προετοιμάστηκαν έτσι. Δεν θα παράγουν τίποτε άλλο από σιτάρι, κρασί, ρούχα και παπούτσια; Και όταν οικοδομούν σπίτια, το καλοκαίρι τον περισσότερο καιρό θα εργάζονται γυμνοί και ανυπόδητοι, ενώ τον χειμώνα ντυμένοι και υποδημένοι καλά. Δεν θα τρέφονται φτιάχνοντας κριθαρόπιτες και ψωμί από σταρένιο αλεύρι, που θα τα ψήνουν και θα τα ζυμώνουν, και βάζοντας ζύμη ή ψωμιά πάνω σε κάποια καλαμόφυλλα ή πάνω σε καθαρά φύλλα, αφού ξαπλώνουν σε στρώματα από σμίλακα και μυρσίνη, δεν θα τρώνε πλούσια αυτοί και τα παιδιά τους και δε θα πίνουν κρασί σιγά, σιγά στεφανωμένοι, υμνολογώντας τους θεούς σε ευχάριστες μεταξύ τους συντροφιές;
(Πολιτεία 372 a-b)

Στη ζύμη έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Φυσικά, έβαζαν και το απαραίτητο αλάτι, για το οποίο ο ρήτορας – σοφιστής Πολυκράτης έγραψε ειδική πραγματεία[2].

Οι περισσότεροι κάτοικοι, τόσο στην Αθήνα όσο και στις άλλες μεγάλες πόλεις, ζύμωναν μόνοι το ψωμί τους. Όμως, σ’ όλα τα μεγάλα κέντρα υπήρχαν φούρνοι, όπου μπορούσε ν’ αγοράσει κανείς άρτο, μάζα ή άλφιτα.

Φυσικά, το ψωμί γινόταν κατά διάφορους τρόπους.

Ο Τρύφων ο Αλεξανδρεύς[3] αναφέρει τα εξής είδη ψωμιού, στο «Φυτικόν» έργο του[4]:

«Ζυμίτης, σεμιδαλίτης (σιμιγδαλένιο), χονδρίτης (από χοντράλευρο), συγκομιστός (από διάφορα γεννήματα), άρτος εξ ολυρών ( από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου), άρτος εκ τυφών και μελινών (από κεχρί)».

Γίνεται επίσης λόγος, από διάφορους, για «εγκρίδες» (τηγανίτες φτιαγμένες με ζύμη, βουτηγμένες στο λάδι και στο μέλι), για το «δίπυρον» (παξιμάδι) όπως και για τη «φυστή μάζα» (φουσκωτό παξιμάδι).

Ο Κώος γραμματικός Σωκράτης αναφέρεται στον «οβελία άρτο», που επινόησε ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος για να τρέφει τους στρατιώτες στις εκστρατείες του. Κατ’ άλλους, όμως, ο «οβελίας άρτος» πήρε αυτό το όνομα γιατί ψηνόταν σε ειδικά καλούπια, τους «οβελίσκους», και γιατί πουλιόταν έναντι ενός οβολού.

Ένας λυρικός ποιητής από τις Σάρδεις της Λυκίας, ο Αλκμάν, αναφέρεται στους «μακωνίδους άρτους» και ο Αριστοφάνης στους «κολικίους άρτους» (μακρουλούς και χονδρούς).

Είναι χαρακτηριστική η έκφραση, όταν προσφωνεί ένα στρουμπουλό Βοιωτό νεαρό στους «Αχαρνής»:

Ω, χαίρε κοκκιλοφάγε βοιωτίδιον

[1] Χρήστος Μότσιας, «Τί έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες», σ. 25-27, εκδόσεις Κάκτος.
[2] όπως αναφέρει ο γιατρός Ερυξίμαχος στο «Συμπόσιον» του Πλάτωνα
[3] Τρύφων Αλεξανδρεύς, γραμματικός επί εποχής των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αυγούστου και Τιβερίου.
[4] Αθήναιος, Γ 74.

Δεν υπάρχουν σχόλια: