Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Λογική

η πρώτη επαφή της Δύσης με τον Αριστοτέλη[1]

Από ποιο σημείο και πέρα η λογική μέθοδος παύει να υπηρετεί τις πολύπλευρες δυνατότητες πρόσβασης στη φυσική και μεταφυσική γνώση, και υποτάσσεται στο «θετικισμό» της χρησιμοθηρικής σκοπιμότητας;

Ενδεχόμενη αφετηρία για την ιστορική διερεύνηση αυτού του ερωτήματος θα μπορούσε ίσως να είναι η πληροφορία που μας δίνει ο γνωστός μεσαιωνιστής M. D. Chenu πως στη δεύτερη πεντηκονταετία του δωδέκατου αιώνα, όταν κάνει την εμφάνισή της στη Δύση η logica nova, δηλαδή το δεύτερο μέρος του αριστοτελικού Οργάνου, πρώτοι οι νομικοί και αμέσως μετά η θεολογία και οι φυσικές επιστήμες αρχίζουν να αντλούν από τον Αριστοτέλη μεθοδολογικά ερείσματα για μια αποτελεσματικότερη ορθολογιστική δόμηση της γνώσης.

Οπωσδήποτε, μια σειρά ιστορικών συμπτωμάτων που ακολουθούν την είσοδο του Αριστοτέλη στη Δύση, στη διάρκεια του 12ου και 13ου αιώνα, μπορούν να θεμελιώσουν το συμπέρασμα ότι τότε ακριβώς θεμελιώνεται στη δυτική Ευρώπη η κατάχρηση και αθέμιτη γενίκευση του ορθολογισμού. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει, αν είναι η είσοδος της αριστοτελικής μεθοδολογίας στη Δύση που προωθεί αποφασιστικά τη χρησιμοθηρική εκδοχή της γνώσης και τη συνακόλουθη θετικιστική αντικειμενικοποίησή της ή αν εντάσσεται αυτή η μεθοδολογία σε μια προϋπάρχουσα στη μεσαιωνική Ευρώπη γνωσιοθεωρητική στάση που αποβλέπει και υπηρετεί τη χρησιμοθηρική σκοπιμότητα.

Το βέβαιο είναι ότι ο Αριστοτέλης γίνεται για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστός στη Δύση με τη μετάφραση του Οργάνου στα λατινικά, από αραβικές μεταφράσεις και όχι από το ελληνικό πρωτότυπο, μόλις στο δεύτερο μισό του δωδέκατου αιώνα. Ως τότε δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επίδραση του Αριστοτέλη στη Δύση, αφού τα κείμενά του είναι προσιτά μόνο σε μεμονωμένους ελληνομαθείς λογίους. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να μιλήσουμε για την ιστορικά διαπιστωμένη και βαθύτατη επίδραση που είχε το ρωμαϊκό δίκαιο στη διοργάνωση του κοινωνικού και πολιτικού και πολιτιστικού βίου της λατινικής Δύσης. Όπως και για την προσπάθεια που αρχίζει από τον 9ο αιώνα, με την ίδρυση της αυτοκρατορίας των Φράγκων, να αυτονομηθεί τελείως σε σχέση με την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία η πολιτιστική βάση του καινούργιου imperium, αφού η πολιτιστική βάση την εποχή εκείνη ήταν και προϋπόθεση της πολιτικής ενότητας. Η μαρτυρία των ιστορικών είναι ομόφωνη ότι σαν τέτοια βάση – αποκλειστικά λατινική , δίχως ελληνικές επιδράσεις – χρησιμοποιείται κυρίως ο Αυγουστίνος. Και ο Αυγουστίνος που δεν γνώριζε ελληνικά, επομένως ούτε και τα αριστοτελικά κείμενα, αλλά μαθήτευσε κυρίως στη νομική σκέψη του Κικέρωνα, του Τερτυλλιανού και του Αμβροσίου Μεδιολάνων, προσφέρει σημαντικά ερείσματα για να αναφέρουμε σε αυτόν την πρώτη μεταφορά των γνωσιοθεωρητικών προϋποθέσεων του ρωμαϊκού δικαίου στον ευρύτερο χώρο του πνευματικού βίου της Δύσης.

[1] Χρήστου Γιανναρά, «σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφία», τ. Α΄, μέρος Β΄, κεφ. Γ΄, σελ. 143-144, εκδόσεις Δόμος 1980.

Δεν υπάρχουν σχόλια: