Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

ο περήφανος άνθρωπος

Η μπαλλάντα του Μάγκνερ Βόρεν[1]

Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος πολύ περήφανος
Τόσο περήφανος ήτανε
που έχτισε το σπίτι του για να μη φαίνεται
ανάμεσα σε χόρτα ψηλά και καταγάλανα σαν κύματα
αφού με κόπο τρυπώναν τα πουλάκια και του τραγουδούσανε
με κόπο τρύπωνε ο ήλιος
γιατί και τα πουλιά κι ο ήλιος τον αγαπούσανε

Ζούσε ολομόναχος εκεί
Κάποτε μόνο που αρρώστησε τρέξανε όλοι οι γείτονες για να τον δούνε
γιατί πολύ τον αγαπούσανε
Τόσο ευγενικός και μόνος τούς φαινότανε

Την άνοιξη που έγινε καλά
πήρε το ραβδί του και το σκούφο του και έφυγε
Οι γείτονες δακρύσανε γιατί πολύ τον αγαπούσανε
Γιατί κλαίτε ; τους λέει τότε
Δεν μπορεί ένας άνθρωπος μόνος να βαρέθηκε ;
Μήπως πρέπει επειδή έχει σπίτι
να μένει πάντα κλεισμένος στο σπίτι του ; Και γέλασε
λιγάκι σαν χαρούμενος και λίγο σαν θλιμμένα
Σωστά … Σωστά τα λέει
είπανε όλοι κουνώντας το κεφάλι τους με κατανόηση
κι όλοι μαζί τον αποχαιρετήσανε
Αλλά εκείνοι μείνανε γιατί τους άρεσε πολύ εκεί που ζούσανε
Κι έπειτα … σκέφτηκαν την ώρα που τον έβλεπαν να φεύγει
Κάποια μέρα μπορεί ο Μάγκνερ Βόρεν να γυρίσει πάλι ! –
γιατί έτσι τον λέγανε.[2]

[1] Ζέφη Δαράκη, το παιχνίδι να ονειρεύεσαι, εκδόσεις Κέδρος 1981
[2] σχετικό άρθρο: http://nomosophia.blogspot.com/2009/05/blog-post_06.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: