Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

από τη "μάχη" των φύλων

Ο «Χρυσός Αιώνας» της Αθήνας και οι άτυχες γυναίκες του[1]
συνέχεια από την σελίδα http://nomosophia.blogspot.com/2009/03/blog-post_11.html

Για την τήρηση της ανδροκρατικής νομοθεσίας τους, οι Αθηναίοι θεσμοθέτησαν τους γυναικονόμους, ένα συνδυασμό αστυνομικών και δικαστών, που έργο τους ήταν να εποπτεύουν την καλή διαγωγή των γυναικών και να επιβάλλουν τιμωρίες στις παραβάτριες[2]. Πάντως ο Σόλωνας πέθανε πριν προλάβει να πικραθεί που ο νόμος του για τον ουσιαστικό εγκλεισμό των γυναικών δεν εφαρμόστηκε, τουλάχιστον κατά γράμμα, αντίθετα από έναν αριθμό άλλων. Οι γυναίκες των κατώτερων εισοδηματικών τάξεων, από την αρχή κιόλας, τον αγνόησαν. Ενώ οι πλούσιες, με τον καιρό, βρήκαν κι αυτές τον τρόπο να τον μετατρέψουν μάλλον σε κανόνα καλής συμπεριφοράς, που με ποικίλα προσχήματα παραβιαζόταν όλο και συχνότερα.

Κύριο χαρακτηριστικό της νομικής υπόστασης της γυναίκας στην κλασική εποχή, όπως παρατηρεί ο Ρομπέρ Φλασελιέρ, είναι ότι δεν έχει νομική υπόσταση. Κάτι, άλλωστε, που συμβαίνει, όχι μόνο στην Αθήνα, μα σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, μαζί και στη Σπάρτη. «Το κράτος δεν γνωρίζει παρά τους πολίτες που το συνθέτουν και καμιά γυναίκα δεν έχει το δικαίωμα του πολίτη. το κράτος αγνοεί τις γυναίκες, όπως αγνοεί τους ξένους, τους μέτοικους, τους δούλους και τα παιδιά.»[3]. Πραγματικά, εξετάζοντας τη γυναίκα από νομική πλευρά, διαπιστώνουμε ότι πολύ λίγο διαφέρει από το δούλο, αφού ο κύριος των δούλων είναι και κύριος των γυναικών, με παραπλήσια δικαιώματα. Άλλωστε, στον Οικονομικό του Ξενοφώντα, η γυναίκα εξομοιώνεται με τους δούλους, τα πρόβατα και τ’ άλογα[4]. Η κόρη έχει κύριον τον πατέρα της, η παντρεμένη τον άντρα της, η χήρα πάλι τον πατέρα της (που μπορεί να την ξαναπαντρέψει, ακόμη και με διαθήκη, εκτός αν ο σύζυγος, πεθαίνοντας, όρισε ο ίδιος αντικαταστάτη του), η ορφανή τον αδερφό του πατέρα της, ή τον στενότερο συγγενή από τον πατρικό κλάδο. Κάτι που δείχνει την περιφρόνηση του αντρικού φύλου για το γυναικείο είναι ότι, στην αρχαία ελληνική γλώσσα, δεν υπάρχουν διαφορετικές λέξεις για τη σύζυγο, την κοπέλα, ή την ηλικιωμένη: για όλες χρησιμοποιείται η κοινή λέξη γυνή κι ο καθένας μπορεί ν’ απευθύνει την προσταχτική γύναι, είτε σε αρχόντισσα, είτε σε παλλακίδα. Κι ακόμη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ετυμολογικά το γυνή προέρχεται από τη λέξη γόνος, που δείχνει την αποκλειστική ταύτιση της γυναίκας με την παραγωγή απογόνων.

Αν ωστόσο οι άντρες είχαν υποβαθμίσει τις γυναίκες στη δεύτερη κατηγορία, δεν δίσταζαν παράλληλα να τους ζητήσουν βοήθεια, όποτε τύχαινε να τις χρειάζονται για τους σκοπούς τους. Από τον Ηρόδοτο μαθαίνουμε με ποιόν τρόπο ο τύραννος[5] Πεισίστρατος πέτυχε την αναίμακτη επιστροφή του στην Αθήνα, μετά την πρώτη του εξορία. Διάλεξε μια όμορφη, ψηλή γυναίκα, της φόρεσε χρυσή πανοπλία και της έδωσε να κρατάει δόρυ, σα να ήταν η θέα Αθηνά. Την έβαλε να καθήσει, σε στάση περήφανη, πάνω σ’ ένα άρμα. Και το άρμα προχώρησε θριαμβικά και μπήκε στην πόλη, μπροστά από τον στρατό του πραξικοπηματία, ενώ κήρυκες διαλαλούσαν πανηγυρικά την «είδηση» πως η προστάτιδα της πόλης Αθηνά ξανάφερε η ίδια τον Πεισίστρατο στην εξουσία. Το ωραιότερο της ιστορίας είναι ότι «ο λαός, απόλυτα σίγουρος πως η γυναίκα αυτή ήταν πραγματική θεά, γονάτισε μπροστά της και δέχτηκε ξανά τον Πεισίστρατο»[6]. Έτσι επιβεβαιώθηκε η γνώμη του Σόλωνα για τους αρσενικούς συμπατριώτες του, όταν ο ξάδερφός του Πεισίστρατος είχε κηρύξει την πρώτη δικτατορία του:

«Ο καθένας σας χωριστά βαδίζει με τον τρόπο τής αλεπούς, αλλά όλοι μαζί, σαν σύνολο, είσαστε ένα κούφιο κεφάλι[7]

[1] Θεόδωρου Καρζή, «Η γυναίκα στην αρχαιότητα», σ. 171 επ., εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
[2] Οι γυναικονόμοι θεσμοθετήθηκαν ένα περίπου αιώνα μετά τη νομοθεσία του Σόλωνα, τον -40 αιώνα.
[3] Robert Flaceliere, La femme antique en Crete et en Grece, στο συλλογικό έργο Histoire mondiale dela Femme, τ. Ι, σελ. 313, Παρίσι 1965 (Nouvelle Librairie de France).
[4] Ξενοφώντα, Οικονομικός, 3 & 10-11.
[5] Τύραννος, στην αρχαία ελληνική σημαίνει δικτάτορας. Η ιστορία που αφηγείται ο Ηρόδοτος έγινε το -550.
[6] Αθήναιου, ΙΓ΄, 89 και Ηροδότου, Α΄, 60.
[7] Πλουτάρχου, Σόλων, 29.

Δεν υπάρχουν σχόλια: