Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

περί γραφής

η περγαμηνή, διάδοχος του παπύρου[1]

Τον πάπυρο, στην αντιγραφή φιλολογικών κειμένων αλλά και εγγράφων, άρχισε σιγά σιγά να τον αντικαθιστά η περγαμηνή, που την κατασκεύαζαν από δέρματα διάφορων ζώων, κυρίως όμως από δέρμα μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας. Η περγαμηνή ήταν αρκετά γνωστή στην Ανατολή, και η αρχή της ανάγεται σε εποχές παλαιότερες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ηροδότου[2]: Και τας βύβλους διφθέρας καλέουσι από του παλαιού οι Ίωνες, ότι κοτε εν σπάνει βύβλων εχρέοντο διφθέρησι αιγέησι τε και οιέησι, έτι δε και το κατ’ εμέ πολλοί των βαρβάρων ες τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Μια αρχαία παράδοση, που ο Πλίνιος[3] την αποδίδει στον Ουάρρωνα, αναφέρει ότι η τέχνη της επεξεργασίας των δερμάτων των ζώων για την κατασκευή περγαμηνής ξεκίνησε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη τον Β΄[4], που με τον τρόπο αυτόν θέλησε να αναπληρώσει την έλλειψη παπύρου, τον οποίο ο βασιλιάς της Αιγύπτου άρνιόταν να του στείλει, θέλοντας να τον εμποδίσει να δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη ικανή να επισκιάσει τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Η παράδοση αυτή ίσως να μην έχει ιστορική υπόσταση, Ωστόσο, το ίδιο το όνομα της περγαμηνής, το οποίο πάντως μαρτυρείται για πρώτηφορά μόλις τον 4ο αιώνα μΧ[5], αρκεί για να μας δείξει ότι η Πέργαμος ήταν το κυριότερο κέντρο της παραγωγής και της εμπορίας της περγαμηνής. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: την εποχή του Ευμένη του Β΄ η χρήση της περγαμηνής άρχισε να διαδίδεται, και ανάμεσα στα περγαμηνά σπαράγματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές των Δούρων[6] στη Μεσοποταμία υπάρχει ένα πωλητήριο συμβόλαιο στα ελληνικά, που χρονολογείται στις αρχές του 2ου αιώνα πΧ και αποτελεί την αρχαιότερη ως τώρα γνωστή ελληνική περγαμηνή. Αυτό όμως ίσως να αποτελεί περίπτωση μεμονωμένη.

Δεν λείπουν βέβαια οι αρχαίες μαρτυρίες για τη χρήση της περγαμηνής. Ο Οράτιος την αναφέρει σε μια σάτυρά του[7]. Ο Απόστολος Παύλος ζητά από τον Τιμόθεο: ερχόμενος φέρε και τα βιβλία, μάλιστα τας μεμβράνας[8]. Ο Μαρτιάλης[9] γνώριζε τα έργα του Ομήρου, του Βιργιλίου, του Κικέρωνα, του Λιβίου και του Οβιδίου, γραμμένα σε κώδικες από περγαμηνή. Στα σπήλαια της ερήμου της Ιουδαίας κοντά στη Νεκρή Θάλασσα, μαζί με κυλίνδρους από πάπυρο, βράθηκαν επίσης πολυάριθμες περγαμηνές, προγενέστερες από τον 2ο αιώνα μΧ. Ωστόσο, ανάμεσα στους παπύρους του Ηρακλείου και της Πομπηίας δεν βρέθηκε ούτε μια περγαμηνή. Επίσης στις ανασκαφές της Αιγύπτου δεν βρέθηκαν περγαμηνά σπαράγματα προγενέστερα από τον 2ο αιώνα μΧ. Στην εποχή αυτή πρέπει να τοποθετηθέι το απόσπασμα του Διατεσσάρων του Τατιανού από τα Δούρα[10] και το απόσπασμα του περί παραπρεσβείας του Δημοσθένη.

Από τις παλαιότερες περγαμηνές που μας σώζονται, μόνο καμιά εικοσαριά σπαράγματα μπορούν να χρονολογηθούν στον 3ο αιώνα και στις αρχές του 4ου, οι μαρτυρίες πάντως για τη διάδοση της περγαμηνής πληθαίνουν την εποχή αυτή. Στο έδικτο του Διοκλητιανού De pretiis rerum venalium του 301 περιλαμβάνεται και η περγαμηνή. Και όταν ο Mέγας Κωνσταντίνος θέλησε να εφοδιάσει τις νέες Εκκλησίες με κείμενα της Αγίας Γραφής, διέταξε να ετοιμαστούν πενήντα χειρόγραφα σε περγαμηνή. Τον αιώνα αυτόν δεν αντιγράφονται μόνο τα ιερά κέιμενα αλλά και τα κοσμικά. Δικαιολογημένα περίφημοι είναι οι λατινικοί κώδικες της εποχής αυτής που περιλαμβάνουν έργα του Βιργιλίου. Τα περγαμηνά λείψανα του 5ου αιώνα είναι περισσότερα, ενώ από τον 6ο αιώνα μας σώζονται ακέραιοι ή σχεδόν ακέραιοι κώδικες με έργα εκκλησιαστικών και κοσμικών συγγραφέων. Παρόλο που συνάντησε κάποιες ζώνες αντιστάσεως[11], ήδη από τον 6ο αιώνα το δέρμα των ζώων είχε αρχίσει να γίνεται το πιο συνηθισμένο υλικό γραφής. Η εξαγωγή αιγυπτιακού παπύρου εξακολουθούσε να ανθεί ως τους χρόνους του Ιουστινιανού. Αμέσως έπειτα οι βαρβαρικές επιδρομές, οι κίνδυνοι των θαλάσσιων ταξιδιών, η οικονομική κρίση, και κυρίως η κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Άραβες (641), περιόρισαν τις εξαγωγές και δυσκόλεψαν τον τακτικό ανεφοδιασμό της αγοράς. Αναγκαστικά λοιπόν οι άνθρωποι στράφηκαν προς την περγαμηνή, παρόλο που ήταν ακριβότερη από τον πάπυρο. Η χρήση της περγαμηνής επιβλήθηκε και γενικεύθηκε τον 7ο αιώνα, και η κυριαρχία της κράτησε ως τον 13ο αιώνα, οπότε άρχισε να τη συναγωνίζεται το χαρτί.

[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 32-34, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] V 58
[3] XIII 11
[4] 197-158 πΧ
[5] οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο διφθέρα, και οι Ρωμαίοι τον όρο μεμβράνη (membrana).
[6] Ευρώπου.
[7] ΙΙ 3,2
[8] Προς Τιμόθ. ΙΙ 4,13
[9] XIV 184
[10] Εύρωπο.
[11] όπως λόγου χάρη, στην παπική γραμματεία, που το αρχαιότερο περγαμηνό έγγραφό της είναι του έτους 967.

σχετικά άρθρα: http://nomosophia.blogspot.com/2009/03/blog-post_17.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: