Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

έθνη και μνήμες

εθνικές μνήμες[1]
και οι ακούραστοι στρατιώτες της φυλής

Στον ιστορικό του 5ου αιώνα Εγκισέ ο πατριώτης ιερέας Λεβον προσπαθεί να εμψυχώσει τους αρμένιους πολεμιστές πριν από την κρίσιμη αναμέτρησή τους με τους Πέρσες. Τους λέει:

Θυμηθείτε όλους τους πανάρχαιους πατέρες μας που υπήρξαν προτού ακόμα φανεί ο υιός του θεού και υπήρχαν πάντοτε σ' όλους τους χρόνους και τους καιρούς.

Ως εκεί την πάει ο Αρμένιος την εθνική του μνήμη, στις αρχές των αρχών.
Υπάρχουν στη φύση και στην ιστορία των Αρμενίων πηγές που ποτίζουν αδιάκοπα την προσήλωση στη μνήμη, στις πανάρχαιες καταβολές. Είναι η αίσθηση που δεσπόζει στο ψυχικό τους κλίμα κι έχει χρωματίσει πολύ αδρά την ιστορία τους, την τέχνη τους, τον πνευματικό τους πολιτισμό και αυτή την πρακτική συμπεριφορά του παλιού και του σημερινού αρμένιου πατριώτη. Αίσθηση περήφανη και δραστήρια. Και σε πολλά πικρή. Είναι δηλαδή και γλυκό αυτό το αίσθημα με την περηφάνια του, αλλά κυρίως είναι πικρό, όπως ένα τραγούδι που δεν το άφησαν να τραγουδηθεί ποτέ ολόκληρο κι αυτό ξαναγυρίζει μες στην ψυχή του τραγουδιστή, γίνεται στεναγμός, κρυφό παράπονο. Ο Αρμένιος που ξέρει κι αγαπά την ιστορία του, όπου να ζει, σκέφτεται αυτά τα ανείπωτα τραγούδια. Ένας από τους καλύτερους ποιητές τους των νεότερων χρόνων, ο Αβέτικ Ισαακιάν, που συμμερίστηκε πολύ νέος τη μοίρα του περιπλανώμενου Αρμένιου, του Παντούχτ, και του έχει αφιερώσει ωραία τραγούδια, γράφει στα θυμήματά του πως τον ακολουθούσε η Αρμενία όπου να πήγαινε.

Εκείνην κουβαλούσε η ψυχή μου παντού, τα μάτια μου κοίταζαν το Μονμπλάν κι η ψνχή μου έβλεπε τον Μασίς, στην Αθήνα ο Παρθενώνας ζωντάνευε τη γραμμή του ναού της Ριψιμέ και του Ερερούικ, στη Νεάπολη οι πλανόδιοι τραγουδιστές ξυπνούσαν τους σκοπούς των λαϊκών μας τραγουδιών.

Η μνήμη των Αρμενίων είναι μια κιβωτός κατοικημένη από τα ιερά της φυλής κι αραγμένη στην κορυφή του περίφημου βουνού τους — ο Κατακλυσμός βαστάει ακόμα εκεί πέρα.
Μέσα στη φύση τους ζει η υπόμνηση ενός πρωταρχικού ξεκινήματος. Η ζωή τους, ακόμα και στην πρωτεύουσά τους, σήμερα, το Ερεβάν, που είναι σύγχρονη μεγάλη βιομηχανική πόλη, δεν έχει χάσει το δεσμό με το ύπαιθρο, τη φύση τους οι Αρμένιοι δεν την άφησαν να στραπατσαριστεί, τους πονά όταν κάποιος τους την πληγώσει, την βλέπουν καθημερινά, τη ζουν, συνομιλούν μαζί της. Μπορεί σ’ έναν Αρμένιο να φανεί υπερβολικό αυτό που λέω, να φανεί απλώς τουριστικό. Αλλά εγώ μιλώ με τις δικές μου πείρες, μέσα από τις δικές μου συγκρίσεις. Βρίσκω πως η αρμένικη φύση είναι και ευτυχώς — παντοδύναμη μέσα στο πνεύμα που σκέφτεται και δημιουργεί η σημερινή Αρμενία. Δε μπορεί ο Νααπέτ να λησμονήσει πώς ο πατέρας τους, φτωχός τσαγκάρης στην Κοκκινιά, έπαιρνε τα παιδιά του και τη γυναίκα του και πριν ακόμα φέξει τους. είχε ανεβάσει σε μια πλαγιά της Πεντέλης. Εκεί κάθονταν και περίμεναν να δουν πώς μέσα από τη θάλασσα θα ξαναγεννηθεί ο Βαάγκν, ο αρχαιότερος θεός της φυλής τους. Ξέρω τώρα πως αν σήμερα στη χώρα τους στιγμές – στιγμές αναζωπυρώνεται το θρησκευτικό αίσθημα, η εξήγηση βρίσκεται κυρίως — μπορεί να υπάρχουν κι ένα εκατομμύριο άλλοι λόγοι — στην ιδιαίτερη λάμψη, στην ιδιαίτερη επιβεβαίωση που δίνει η θρησκεία στην αντίληψη για την ιδιαιτερότητα και την αρχαιότητα της αρμένικης ιστορίας. Το πρόσεξα αυτό σε όσα έβλεπα και συζητούσα. Μπορώ να πω ότι ο Αρμένιος πάει στην εκκλησία πρώτα και κύρια για να δηλώσει εμπιστοσύνη στην αρμενικότητά του. Ξέρει άλλωστε τί κάνει κι ο σημερινός πανέξυπνος και πολυδιαβασμένος, όπως μας είπαν, Καθολικός τους, ο πατριάρχης και ο πάπας τους Βασγκέν ο 1ος, που έλαβε το σχήμα νέος εδώ στην Αθήνα στα χρόνια της Κατοχής. Ξέρει τί κάνει όταν απευθύνει προς το μέρος της διανόησης πειστικά δείγματα αφοσίωσης στην εθνική ιδέα, σε ό,τι κυρίως έχει σχέση με τον εθνικό πολιτισμό, με τα εθνικά τους γράμματα. Με καθαρό χρυσάφι έβαλε να φτιάξουν τα 36 γράμματα του αρμενικού αλφαβήτου, αυτούς τους ακούραστους στρατιώτες της φυλής και σαν τα άγια των αγίων τα φυλάει σε μια μικρή αίθουσα του πατριαρχείου.

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», Μτορούμ, σ. 53-55, εκδόσεις Κέδρος 1982.

Δεν υπάρχουν σχόλια: