Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

μαθαίνοντας από τους περιηγητές

κάποτε στη Μακεδονία[1]

Είχε αρχίσει κιόλας να φέγγει πάνω από τις κοιλάδες της Πίνδου, όταν βγήκαμε από το Κηπουργιό, ακολουθώντας Α-Β-Α πορεία από ένα μονοπάτι που το έφραζαν δεξιά κι αριστερά θάμνοι και, μετά από μισή λεύγα, κατέληγε στις όχθες του Αώου. Από το ύψος αυτό ατένιζα για άλλη μια φορά το λεκανοπέδιο της Θεσσαλίας και μπορούσα να εντοπίσω, μια λεύγα προς τη μεσημβρία, τα χωριά Γεωργίτσα και Σίτοβο, λίγο πιο πάνω από τα οποία πηγάζει ο Αώος. Καθώς δεν ήταν δυνατόν να διασχίσουμε αυτό το ποτάμι με τις τόσο απόκρημνες όχθες του, το ακολουθήσαμε κατά μήκος για ένα περίπου μίλι προς Β., μέχρι το σημείο όπου ενώνεται με το Ρεδία, κι εκεί κοντά το διαβήκαμε, περπατώντας μέσα από την κοίτη του. Έτσι λοιπόν, διασχίζοντας το λεκανοπέδιο της Στυμφαλίδας, μπήκαμε στη Μακεδονία, αφού περπατήσαμε για λίγα λεπτά μέσα στην πλατιά κοίτη του Βενετικού, πριν μπορέσουμε ν’ ανεβούμε στη δεξιά όχθη του. Κατόπιν, πεζοπορήσαμε μέσα από καλλιεργημένους αγρούς, ώσπου περάσαμε κάθετα προς το χωριό Πηγαδίτσα, πάνω από το οποίο οι δερβίσηδες, που φαντάζονται ότι με τους χορούς και τα σπασμωδικά τους κουνήματα δοξάζουν το Θεό, έχουν εγκαταστήσει έναν τεκέ, δηλαδή ένα μοναστήρι.

Τη διοίκηση του ερημητήριου των αμαθών και αλαζονικών εκείνων φανατικών είχε αναλάβει ένας Γάλλος σκαπανέας, που η μοίρα του πολέμου τον είχε ρίξει στα χέρια των Τούρκων, το 1798, στη μάχη της Νικόπολης. Τον ανταμώσαμε στο δρόμο μας, μαζί μ’ ένα νεαρό από το Σολέ του Πουατού, που ήταν κι αυτός όπως κι εκείνος δερβίσης, αλλά που αρνιόταν πεισματικά να μου αποκαλύψει τ’ όνομα του, επαναλαμβάνοντας σε κάθε μου ερώτηση: Οι γαλάζιοι σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Έτσι, χρειάστηκε να ταξιδέψω μέχρι την Πίνδο, και πιο πέρα ακόμη μέχρι τη Μακεδονία, για να συναντήσω έναν άνθρωπο τσακισμένο από τη σαρωτική αναρχία της Επανάστασης. Πώς μπόρεσε να πέσει τόσο χαμηλά και να γίνει Μωαμεθανός; Η ντροπή του είχε δέσει κόμπο τη γλώσσα. Ο Μπαμπάς, ή ηγούμενος των δερβίσηδων, αν και μου απέκρυβε κι εκείνος τ’ όνομά του, μου ομολόγησε ότι καταγόταν από την πόλη Πω της Βεάρνης. Ψέλλιζε, μπέρδευε τα λόγια του, κι αν κι έδειχνε εύπορος, δεν δυσκολεύτηκα ν’ αντιληφθώ, ότι παρ’ όλη τη δύναμη και την περιουσία του, ήταν δυστυχισμένος. Και οι δυο απομακρύνθηκαν υψώνοντας τα μάτια τους στον ουρανό. Οι Τούρκοι συνοδοί μου, μου δήλωσαν ότι οι εξωμότες εκείνοι ήταν άγιοι. Τους φίλησαν το χέρι, και δεν χόρταιναν να παινεύουν την ευλάβεια τους, για την οποία εγώ διατηρούσα ορισμένες επιφυλάξεις. Μισή λεύγα πριν από την Πηγαδίτσα, φτάσαμε στο χάνι του Βαγιαζήτ, κι εκεί, επειδή πρωί πρωί οι συνοδοί μου ήταν ήδη καλόρεχτοι, αναγκάστηκα να σταθώ λίγο, κάτι που συμφωνούσε και με τη δική μου επιθυμία, αφού ταξίδευα για να παρατηρώ.

Στο χάνι μας περίμενε μια πολυμελής συντροφιά. Ξαφνιάστηκα όταν είδα πως την αποτελούσε ένα πλήθος από καδήδες, μπέηδες και Μωαμεθανούς πασάδες από τη Ρούμελη, και πως σχημάτιζαν όλοι μαζί μιαν εύθυμη παρέα που άδειαζε τα ασκιά με το κρασί κάτω από τη σκιά των δέντρων, τραγουδώντας και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Μου πρόσφεραν κι εμένα ένα κύπελλο από το κατραμένιο νέκταρ τους, κι εγώ, για να μη φανώ αγενής, αναγκάστηκα να το πιω. Έμαθα ότι ο προορισμός τους ήταν τα Γιάννινα, κι ότι πήγαιναν εκεί για να παραβρεθούν στο γάμο του Αδένμπεη, ανεψιού του βεζίρη Αλή, για τον οποίο μάλιστα έφερναν μαζί τους και δώρα. Επειδή, στα μέρη όπου έκριναν κατάλληλα να στήσουν τα τσαντήρια τους τα έξοδα τους ήταν όλα πληρωμένα, ήταν επόμενο να κάνουν μεγάλο φαγοπότι, και να κερνούν απλόχερα τους περαστικούς, αφού οι Τούρκοι και όλοι οι Ανατολίτες από τη φύση τους είναι μεγαλόψυχοι για τους άλλους, κι είναι ιδιαίτερα γενναιόδωροι όταν δεν είναι αναγκασμένοι να ξοδεύουν από τα δικά τους, και πρόθυμοι να χαρίζουν στους άλλους όλα όσα δεν μπορούν οι ίδιοι να πάρουν μαζί τους. Ο χανιτζής έδειχνε μέσα σ’ όλην εκείνη την ευθυμία κάπως κατσουφιασμένος. Ωστόσο, επειδή διατηρούσε πάντα την ελπίδα ότι θα πληρωνόταν από το βεζίρη, έκανε στο δεφτέρι του τους λογαριασμούς του με τρόπο ώστε να μη ζημιώσει από την εξόδευση των προμηθειών του, ενώ εγώ έκανα τη σκέψη ότι αυτός ο Έλληνας, όπως και κάθε άλλος, θα μπορούσε να γίνει άριστος προμηθευτής του στρατού, αφού γνώριζε θαυμάσια τον τρόπο να φουσκώνει τον κατάλογο των εξόδων.

Πήγαινα από τραπέζι σε τραπέζι, ή μάλλον από παρέα σε παρέα, γιατί ήταν όλοι τους καθισμένοι σε κύκλους ανακούρκουδα πάνω στο γρασίδι, και σίγουρα θα είχα μεθύσει, αν είχα ανταποκριθεί σ’ όλες τις οινοποσίες που γίνονταν για το καλωσόρισμα μου. Ωστόσο, ένα ξεχωριστό πηγαδάκι, απαρτιζόμενο από έναν καλόγερο κι ένα δερβίση που κουτσόπιναν καθισμένοι κάπως απόμερα, χωρίς να δίνουν σημασία στην υψηλή κοινωνία των μπέηδων και των αγάδων, μ’ έκανε να στραφώ προς το μέρος τους, "Τι θέλεις; ρώτησε ο φακίρης στρέφοντας το κεφάλι του. —Δεν σου μίλησα, του αποκρίθηκα εγώ. —Ε! τότε λοιπόν, τράβα το δρόμο σου." Όταν όμως ο καλόγερος του είπε ότι ήμουνα ξένος και περιηγητής, μου έγνεψαν να πλησιάσω, και μου έδωσαν την άδεια να καθίσω κοντά τους, κι έτσι έπιασα μαζί τους την κουβέντα. Οι δυο γυμνοσοφιστές, αφού πράγματι ήταν σχεδόν γυμνοί, μου αφηγήθηκαν ότι είχαν έρθει από την άλλη άκρη της Μικράς Ασίας, έχοντας για διαπιστευτήρια και συστάσεις ο ένας τον άλλον. Στις χώρες όπου κατοικούσαν Τούρκοι, ο Μωαμεθανός μπορούσε να εγγυηθεί για το σύντροφο του, κι αυτός αντίθετα σύστηνε τον πρώτο όταν έφταναν σε χριστιανικά χωριά. Και ζούσαν έτσι ταξιδεύοντας δίχως κανένα σκοπό, έτοιμοι να ξαναγυρίσουν εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει, περιπλανώμενοι από τεκέ σε τεκέ, από μοναστήρι σε μοναστήρι, πότε πηγαίνοντας στην Πόρτα των βεζίρηδων και πότε στις μητροπόλεις των Αρχιεπισκόπων, ικανοποιημένοι από το παρόν και χωρίς καμιάν ανησυχία για το μέλλον.

Παρόλο το κέφι τους δεν άργησα να αποχωρήσω από τη συντροφιά αυτών των φιλοσόφων, και να αποτραβηχτώ στο χάνι, όπου με υποδέχθηκε ένας ασκληπιάδης, ή καλογιατρός από την Περραιβία, που ερχόταν για να μου προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο εξοχότατος, ένας τίτλος που αποδίδεται σ’ όλους γενικά τους γιατρούς, ο οποίος και παρακάθησε στο λιτό μου γεύμα, μου διηγήθηκε ότι ήταν ολοχρονικά εγκατεστημένος σ’ αυτό το χάνι, όπου η αναγνωρισμένη πλέον φήμη του εξασφάλιζε την αθρόα προσέλευση αρρώστων. Κουδουνίζοντας ύστερα έναν κουμπαρά με μερικά νομίσματα, συνέχισε: "Εδώ μέσα έχω τις χθεσινές μικροεισπράξεις μου. Από την εποχή που επισκέφθηκε το Ζαγόρι ο μεγάλος θεός της Κω, οι πρόγονοι μου ασκούν την ιατρική από πατέρα σε γιό. Είναι σαν μια οικογενειακή περιουσία που μας κληροδότησαν οι πρόγονοι μας, και δεν αποβλέπουμε καθόλου στο εντελές εκείνο μέταλλο που αναγκαζόμαστε καμιά φορά να δεχτούμε για να ζήσουμε." Στο σημείο αυτό, ο καλογιατρός μου ανέπτυξε την επιδεξιότητα του να εγχειρίζει την κήλη, να αναστέλλει τον καταρράκτη, να επαναφέρει στη θέση τους εξαρθρωμένα οστά, και τελειώνοντας προθυμοποιήθηκε να με ξυρίσει. Κατόπιν, η συζήτηση στράφηκε γύρω από την ανατομία, μιαν επιστήμη την οποία κατείχε όσο καλά περίπου και ο Αλκμέων, ο μαθητής του Πυθαγόρα κι από την πολλή του ευρυμάθεια, κατάφερε να μ’ αποκοιμίσει.

[1] Φραγκίσκου, Καρόλου, Ούγγου, Λαυρεντίου Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα – Μακεδονία Θεσσαλία, σε μετάφραση Νίκης Μολφέτα, σελ. 33-36, εκδόσεις αφων Τολίδη, Αθήνα 1995.

Δεν υπάρχουν σχόλια: