Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

η διδασκαλία μέσα από το δράμα

Ιφιγένεια η εν Ταύροις[1]
Πρόλογος
ο μονόλογος της Ιφιγένειας

Ο Πέλοπας του Τάνταλου στην Πίσα ως ήρθε
με γρήγορ’ άλογα, του Οινόμαου παίρνει την κόρη
που τον Ατρέα γέννησε. Παιδιά του Ατρέα
ο Μενέλαος ήταν κι ο Αγαμέμνονας, απ’ όπου
εγώ γεννήθηκα, της Τυνδαρίδας κόρη, η Ιφιγένεια
που ως θαρρούνε, εκεί που ο Εύριπος γυρίζει
κι αέρηδες σηκώνει στο γαλάζιο κύμα,
στην Άρτεμη ο πατέρας μ’ έσφαξε, για την Ελένη,
στους ξακουσμένους κόλπους της Αυλίδας.
Χίλια καράβια ελληνικά αρματωμένα
σύναξ’ εκεί ο ρήγας Αγαμέμνονας
θέλοντας τον καλλίνικο να πάρει στέφανο
της Τροίας για τους Έλληνες, κι ακόμα
να εκδικηθεί τους ντροπιασμένους γάμους
της Ελένης προς χάρη του Μενέλαου.
Κι ως έτυχε να μη φυσούνε οι άνεμοι καθόλου,
πήγε στις μαντικές πυρές και λέει ο Κάλχας:
«Αγαμέμνονα, μπροστάρη των Ελλήνων,
δεν ξεκινούν τα πλοία απ’ τα λιμάνια,
την κόρη σου Ιφιγένεια αν δε λάβει
σφαγάτι της η Άρτεμη. Γιατί είχες τάξει
ό,τι η χρονιά καλύτερο γεννήσει,
στη φλογοφόρα θεότη να το θυσιάσεις.
Και η Κλυταιμνήστρα η γυναίκα σου τότε στο σπίτι
κόρη γεννούσε (το βραβείο της ομορφιάς σ’ εμένα
έδινε), που πρέπει να τη θυσιάσεις».
Και με τις πονηριές του Οδυσσέα με πήραν
από τη μάνα μου, στον Αχιλλέα τάχα να με παντρέψουν.
Κι ως ήρθα στην Αυλίδα η έρμη, επάνω
απ’ τη φωτιά με σήκωσαν για να με σφάξουν.
Κρυφά όμως μ’ άρπαξεν η Άρτεμις κι ένα ελάφι
στους Έλληνες, αντίς για μένα, αφήνει.
Κι απ’ το λαμπρόν αιθέρα μ’ έστειλε να μείνω
στη γη των Ταύρων, όπου ο Θόας βασιλεύει,
βάρβαρος στους βαρβάρους, φτεροπόδης
που πήρε τ’ όνομά του απ’ τη γρηγοροσύνη.
Ιέρεια μες στους ναούς ετούτους μ’ έχει βάλει και με τα έθιμα που στην θεά αρέσουν
κάνω τελετή που είναι καλό μονάχα τ’ όνομά της.
Για τ’ άλλα σιωπώ γιατί φοβάμαι τη θεά.
Στην πόλη ήταν και πριν το έθιμο να θυσιάζουν
τον Έλληνα που θ’ άραζε στη χώρα ετούτη.
Εγώ την τελετή αρχίζω, κι άλλοι νοιάζονται
τ’ ανομολόγητα μες στα παλάτια τούτα της θεάς.
Κι όσα παράξενα όνειρα μού ‘φερε η νύχτα αυτή
θα τα ειπώ στον αιθέρα μήπως ξαλαφρώσω.
Μου φάνηκε πως απ’ τη χώρα ετούτη γλίτωσα
και κατοικούσα στο Άργος και κοιμώμουν
ανάμεσα στις βάγιες και σεισμός έγινε μέγας.
Κι ως έφευγα, απέξω στάθηκα και είδα καλά
του παλατιού να πέφτει ο γύρος, και η στέγη του
να σωριάζεται στο χώμα απ’ τη ρίζα.
Ορθός μού εφάνη απόμεινε μόνο ένας στύλος
από το πατρικό και στην κορφή του κόμη
ξανθιά πετούσε, παίρνοντας μορφήν ανθρώπου.
Κι εγώ που έχω αυτή την ξενοφόνα τέχνη,
κλαίγοντας τον ράντιζα, θαρρείς πως ήταν
για να πεθάνει. Να πώς το εξηγάω:
πέθανε ο Ορέστης που άρχιζα να τον ραντίζω.
Τ’ αγόρια των σπιτιών είναι αντιστύλια.
Όσοι από μένα ραντιστούν πεθαίνουν.
Κι ούτ’ έχω συγγενείς για να τους στρέξει,
ούτε είχε ο Στρόφιος παιδί, όταν χανόμουν.
Τώρα χοές στο αδέρφι μου θέλω να κάνω,
αυτό μπορώ εγώ που ζω σ’ αυτόν που λείπει,
μαζί με τις θεραπαινίδες μου τις Ελληνίδες
που μού ‘δωσεν ο βασιλιάς. Μα γιατί τάχα
δε φάνηκαν ακόμα; Θα πάω μέσα
σ’ ετούτα τα παλάτια της θεάς που μένω.

[1] Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, σε μτφ Θανάση Παπαθανασόπουλου, Αθήνα 1994.

Δεν υπάρχουν σχόλια: