Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Ελευθερία ή Θάνατος

Αντίσταση μέχρι τέλους[1]

Πολλοί Έλληνες αντιστάθηκαν με πείσμα εξοντώνοντας τους διώκτες τους. Ο Στρέιτ[2] καταγράφει ρία περισταρικά:

Περνώντας ένα πρωί μπροστά από το σπίτι κάποιου πλούσιου Έλληνα ρολογά είδε να ισορμούν είκοσο Τούρκοι. Σ’ αυτό το σπίτι είχαν καταφύγει έξη νεαροί Έλληνες, οπλισμένοι με πιστόλες και σπαθιά, και κρύφτηκαν. Οι Τούρκοι, αφού γκρέμισαν την πόρτα, άρπαξαν το παιδί από την αγκαλιά της γυναίκας του ρολογά και το πέταξαν στο δρόμο.

«Έπεσε ακριβώς πλάι μου και κατατσακίστηκε. Οι έξη Έλληνες, ακούγοντας τους θρήνους της μάνας, εμψυχώθηκαν. Βγήκαν από τις κρυψώνες τους και ρίχτηκαν πάνω στους Τούρκους. Σκότωσαν μερικούς και κατόρθωσαν να αφοπλίσουν ολόκληρη τη συμμορία. Ξαφνικά ακούγεται ένας τρομακτικός πάταγος και ένα ολόκληρο παράθυρο γκρεμίστηκε στο δρόμο μαζί με ένα κατακομματιασμένο Τούρκο. Ύστερα ρίχτηκαν κάτω και οι υπόλοιποι. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν από τα κατάγματα. Δύο όμως επέζησαν, σύρθηκαν στην άκρη του δρόμου και κάλεσαν τους περαστικούς να εκδικηθούν. Σε λίγο συγκαντρώθηκ μεγαλύτερη συμμορία και το μακελειό ξανάρχισε. Οι νεαροί Έλληνες ήρωες σκότωσαν άλλους οχτώ Τούρκους πριν θανατωθούν μαζί με το ρολογά και τη γυναίκα του».

Ένας Έλληνας έμπορος, μόλις έγινε εισβολή των Τούρκων στο μαγαζί και το σπίτι του, κατέφυγε με την οικογένειά του στο ανώγειο. Είχε μαζί του δύο βαράλια μπαρούτη. «Κι’ ενώ ανέβαιναν στη σκάλα σαράντα αιμοδιψείς Τούρκοι βάζει φωτιά. Το σπίτι τινάχτηκε στον αέρα».

Ένας φαρμακοποιός θανάτωσε 200 Τούρκους που πολιορκούσαν το σπίτι του. Δηλητηρίασε με αρσενικό όλα τα κρασοβάρελα που είχε στο κελλάρι και ύστερα αυτοκτόνησε κόβοντας το λαιμό του με ένα ξουράφι. «Οι Τούρκοι ήπιαν, φαρμακώθηκαν και πέθαναν κουλουριασμένοι σαν τα σκουλήκια μπροστά στο σπίτι».
...
Κάτι μεθυσμένοι Τούρκοι είδαν τον Στρέιτ και δύο παραγιούς που κυττούαν από το παράθυρο και τους κάλεσαν να πάρουν μέρος στη σφαγή. Τους όπλισαν και τους ανάγκασαν να ενταχθούν στη συμμορία. Μπήκαν στο σπίτι ενός πλούσιου Έλληνα κοσμηματοπώλη – το μαγαζί του, που βρισκόταν στο ισόγειο, ήταν κιόλας κατεστραμμένο. Αφού καταλεηλάτησαν το σπίτι ανακάλυψαν στο ανώγειο την οικογένεια: πατέρα, μητέρα, δύο θυγατέρες και μια υπηρέτρια.

«Η μια κόρη, ένα λεπτό και όμορφο κορίτσι, όταν ένας Τούρκος θέλησε να της επιτεθεί, πήδηξε από το παράθυρο στο κενό. Κατέβασαν την οικογένεια στην πλατεία. Εκεί ξεγύμνωσαν την άλλη κόρη και την υπηρέτρια και έκοψαν πρώτα τους μαστούς και ύστερα τη μύτη τους. Ο γιος, ένας εύρωστος νέος 24 χρονών, χύμηξε πάνω στον Τούρκο, τον γροθοκόπησε στον κρόταφο, άρπαξε το ματωμένο γιαταγάνι από το χέρι του, και με ένα χτύπημα από πάνω προς τα κάτω του έκοψε τη μύτη έτσι που έμεινε κρεμασμένη από τα χείλη του. Μέσα σ’ ένα λεπτό τον είχαν κιόλας κατακομματιάσει εκατό σπαθιά».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Α΄, σ. 153 & 155, εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] περισσότερα για τον Ιωάννη Βίλχελμ Αύγουστο Στρέιτ στο σχετικό άρθρο της ΝομοΣοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: