Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

πολιτική γεωγραφία

Από την αποαποικιοποίηση στην πληθυσμιακή έκρηξη[1]

Αποαποικιοποίηση και επανάσταση μετέβαλαν δραματικά τον πολιτικό χάρτη του πλανήτη. Ο αριθμός των διεθνών αναγνωρισμένων ανεξαρτήτων κρατών στην Ασία πενταπλασιάστηκε. Στην Αφρική, όπου το 1939 υπήρξε ένα και μόνο ανεξάρτητο κράτος, τώρα υπήρχαν γύρω στα πενήντα. Ακόμα και στη Λατινική Αμερική, όπου η πρώιμη αποαποικιοποίηση στο δέκατο ένατο αιώνα άφησε πίσω της κάπου είκοσι Δημοκρατίες, η αποαποικιοποίηση πρόσθεσε τώρα άλλες δώδεκα. Ωστόσο, το σημαντικό δεν ήταν ο αριθμός των κρατών αυτών, αλλά η τεράστια και αυξανόμενη δημογραφική βαρύτητα και πίεση που αντιπροσώπευαν συλλογικά.

Από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση, πιθανότατα από τον δέκατο έκτο αιώνα, η πληθυσμιακή ισορροπία μεταβαλλόταν υπέρ του «ανεπτυγμένου» κόσμου, δηλαδή των πληθυσμών που ζούσαν στην Ευρώπη ή κατάγονταν απ’ αυτήν. Ενώ το 1750 ο πληθυσμός της Ευρώπης αντιπροσώπευε το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 1900 έφτασε να αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο περίπου. Η Εποχή της Καταστροφής παγιοποίησε την κατάσταση, αλλά από τα μέσα του αιώνα ο παγκόσμιος πληθυσμός άρχισε ν’ αυξάνεται με ρυθμούς που δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία. Η αύξηση αυτή προερχόταν κυρίως από περιοχές που κάποτε κυβερνούσαν ή επρόκειτο να κατακτήσουν μια φούχτα αυτοκρατορίες. Αν θεωρήσουμε ότι οι πλούσιες χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ αντιπροσωπεύουν τον «ανεπτυγμένο κόσμο», ο συνολικός πληθυσμός τους στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν αντιστοιχούσε παρά μόνο στο 15% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αναπόφευκτά το ποσοστό μειωνόταν εφόσον σε αρκετές από τις «ανεπτυγμένες» χώρες οι γεννήσεις δεν ήταν αρκετές για να αναπαραγάγουν τον πληθυσμό.

Η δημογραφική αυτή έκρηξη στις φτωχές χώρες, η οποία στην αρχή προκάλεσε σοβαρή διεθνή ανησυχία στα τέλη της «Χρυσής Εποχής», αποτελεί ίσως την πιο θεμελιακή αλλαγή στον Σύντομο Εικοστό Αιώνα, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός τελικά θα σταθεροποιηθεί στο επίπεδο των δέκα δισεκατομμυρίων σε κάποια στιγμή στον εικοστό πρώτο αιώνα. Ο διπλασιασμός του παγκόσμιους πληθυσμού μέσα σε σαράντα χρόνια από το 1950 ή το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Αφρικής αναμένεται να διπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από τριάντα χρόνια, δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, όπως δεν έχουν και τα πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν : θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε κυρίως την κοινωνική και οικονομική κατάσταση μιας χώρας όπου το 60% του πληθυσμού της θα είναι κάτω των δεκαπέντε ετών.

Η δημογραφική έκρηξη στον φτωχό κόσμο προκάλεσε τέτοια αίσθηση επειδή οι βασικοί ρυθμοί των γεννήσεων σ’ αυτές τις χώρες ήταν συνήθως πολύ υψηλότεροι από εκείνους στην αντίστοιχη ιστορική περίοδο των «ανεπτυγμένων» χωρών και επειδή οι τεράστιοι ρυθμοί θνησιμότητας που συνήθιζαν να κρατούν το επίπεδο του πληθυσμού, μειώθηκαν απότομα μετά τη δεκαετία του ’40 – τέσσερις με πέντε φορές περισσότερο σε σχέση με την αντίστοιχη μείωση το δέκατο ένατο αιώνα στην Ευρώπη. Διότι αν και στην Ευρώπη η μείωση αυτή συμβάδισε με τη σταδιακή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και των περιβαλλοντικών συνθηκών, η σύγχρονη τεχνολογία στη Χρυσή Εποχή σάρωσε σαν τυφώνας τον κόσμο των φτωχών χωρών με τη μορφή των σύγχρονων φαρμάκων και την επανάσταση στις μεταφορές. Από τη δεκαετία του ’40 και μετά, οι πρόοδοι που σημείωσαν η ιατρική και η φαρμακευτική ήταν μεγάλες· για πρώτη φορά ήταν σε θέση να σώζουν ζωές σε τόσο μαζική κλίμακα που ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν ήταν σε θέση να κάνουν, εκτός ίσως από την περίπτωση της ιλαράς. Έτσι, καθώς οι ρυθμοί των γεννήσεων παρέμειναν υψηλοί ή ακόμα και αυξήθηκαν σε καιρούς ευημερίας, οι θάνατοι μειώθηκαν κατακόρυφα και ο πληθυσμός εκτοξεύτηκε στα ύψη, μολονότι ούτε η οικονομία ούτε οι θεσμοί του είχαν αναγκαστικά αλλάξει πολύ. Μια παρεπόμενη συνέπεια ήταν η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών, προηγμένων και καθυστερημένων χωρών, ακόμα κι όταν οι οικονομίες και των δύο περιοχών αυξάνονταν με τον ίδιο ρυθμό. Δεν είναι το ίδιο πράγμα η διανομή του διπλάσιου ΑΕΠ, σε σχέση μ’ αυτό που ήταν πριν από τριάντα χρόνια, σε μια χώρα με σταθερό πληθυσμό και η διανομή του σε πληθυσμό διπλάσιο σε σχέση μ’ αυτόν πριν τριάντα χρόνια.

[1] Ερίκκου Χομπσμπάουμ, «η εποχή των άκρων», σ. 441-443, εκδόσεις Θεμέλιο, 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια: