Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

μαθήματα ελληνισμού

Έλληνες[1]

- Όλος ο Μωριάς ένας τόπος είναι. Κι όλοι οι Έλληνες μια γενιά είμαστε, όπου κι’ αν ζούμε, είτε εδώ στη Μάνη, είτε στην Τρίπολη πέρα απ’ τα βουνά, είτε στα Καλάβρυτα, που είναι ακόμα μακρύτερα.
- Τόσο μακριά ; έκανε αχνά ο Θοδωράκης.
- Ναι, γιόκα μου. Κι εμάς η γενιά μας από αλλούθε βαστά. Από το Λιμποβίτσι και την Αλωνίσταινα.
- Και γιατί ήρθαμε εδώ ;
- Γιατί μας κάψανε τα σπίτια μας κι’ ήρθαμε με τη ψυχή στο στόμα. Ήταν παραμονές Λαμπρής – μαύρη Πασχαλιά. Οι Μόσκοβοι, που μάς είχαν ξεσηκώσει, φύγανε με τα καράβια. Ο Κωνσταντής, ο πατέρας σου, δεν μπορούσε να κρατήσει ολομόναχος το ασκέρι του πασά. Παντού οι Τούρκοι βάζανε φωτιές και σφάζανε. Για να γλυτώσουμε, πήραμε τα βουνά. Κρυβόμαστε από λόγγο σε λόγγο. Εσύ ήσουν αγέννητος ακόμα. Έτσι από βουνό σε βουνό κι’ από ρουμάνι σε ρουμάνι, ζητούσαμε να φτάσουμε εδώ κάτω, στον πύργο που είχε χτίσει ο παππούς σου. Εδώ θάμαστε πιο ασφαλισμένοι. Μια βδομάδα παραδέρναμε, ωσάν κυνηγημένα αγρίμια. Εγώ δεν άντεχα πια. Ήταν Λαμπρή ωσάν σήμερα, και ξημέρωνε Λαμπροδευτέρα, όταν γεννήθηκες εσύ. Όλα τα παιδιά γεννιούνται σε κρεβάτι, σε στρώμα. Εσύ γεννήθηκες, σαν τα λυκόπουλα, κάτω από ένα πουρνάρι. Παιδί του βουνού και του ξεσηκωμού. Μα παιδί της Ανάστασης. Κι’ αν ζούμε ως τα σήμερα, είναι γιατί ο πατέρας σου κρατά τους Τούρκους αλάργα.
...
- Και πότε θα πάω κι’ εγώ στο βουνό, να τον ανταμώσω ;
ρώτησε ανυπόμονα.
Η καπετάνισσα χαμογέλασε.
- Όταν μπορέσεις, σαν εκείνον, να σηκώσεις ένα μοσχάρι στον ώμο.
- Θα ρίχνω και λιθάρι κάθε μέρα, για να τρανέψω γλήγορα, υποσχέθηκε το παιδί.
Και παίρνοντας φόρα, προσθεσε :
- Θα κάνουνε και για μένα τραγούδια οι ραγιάδες !
- Άμποτε, ευχύθηκε πάλι η λεβεντογυναίκα. Μα να μη λες «ραγιάδες», να λες Έλληνες γιόκα μου – αυτό είναι το σωστό.

[1] Κ. Α. Σφαέλου – Βενιζέλου, «το Λιονταρόπουλο», σ. 15-16, Εστία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: