Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Λαογραφία

ανάθεμα την ώρα … κατάρα τη στιγμή[1]

Οι Βυζαντινοί είχον το ελάττωμα να καταρώνται συχνά· περί τούτου έχομεν ωρισμένας μαρτυρίας. Ούτως ο Χρυσόστομος ωμίλησε «περί του μη αράσθαι και κατεύχεσθαι των εχθρών», εν τω νεκρικώ διαλόγω Τιμαρίωνι πιστοποιείται ότι οι πολιταί ήσαν «προς αράν προχειρότατοι», είπε δε και ο Ιωσήφ Βρυέννιος, κατά τους τελευταίους χρόνους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ότι επήρχοντο τα δεινά «ότι και ημάς αυτούς και ετέρους και αναθεματίζομεν το καθ’ ημέραν και μυρίαις αραίς υποβάλλομεν», κακή συνήθεια, ήτις εξηκολουθησε και κατά τους μετά την άλλωσιν χρόνους, αφ’ ου εν Νομοκάνονι του ΙΖ΄ αιώνος ψέγονται «όσοι βλασφημούσι και παραδίσουσι και αναθεματίζουσι» και ήτις και σήμερον, δυστυχώς, επικρατεί.

Ποία σχήματα κατά τους Βυζαντινούς χρόνους συνώδευον τας αράς, αίτινες εκαλούντο κατάραι, συνήθους ούσης της αράς· διάβαινε εις την κατάραν του Θεού, δυστυχώς, δεν είμεθα πληροφορημένοι. Τούτο μόνον γνωρίζομεν, ότι επ’ εκκλησίας εξετοξεύετο το ανάθεμα «ανακεκαλυμμένη τη κεφαλή», σχήμα, όπερ και σήμερον και σύνηθες παρά τοις Έλλησιν, οίτινες καταρώμενοι πολλάκις και ξεσκουφιάζονται, αφειρούσι τουτέστι το κάλυμμα της κεφαλής, και ότι, παραπέμποντές τινα εις την θείαν τιμωρίαν, υψούντες τον δάκτυλον, εδείκνυον τον ουρανόν, σχήμα όπερ επί παρομοίας περιστάσεως κάμνουσιν οι νεώτεροι Έλληνες, επιλέγοντες· να ο Θεός κι’ ας σε (τον) κρίνη.

Των συνηθεστάτων αρών ήτο τότε το ανάθεμα. Η λέξις, εκ της αρχαίας ανάθημα παραγομένη, εσήμαινε κυρίως την αφιέρωσιν του κακουργήσαντος εις τας τιμωρούς του Άδου θεότητας, παραληφθείσα δ’ υπό της εκκλησίας, εξεσφενδονίζετο κυρίως κατά αιρετικών, επ’ εκκλησίας εις μεταγενεστέρους δ’ αιώνας και κατά των κακουργησάντων.

Ανεθεμάτιζον δε τότε ή τους εαυτούς των· ανάθεμά με – μοι, ή άλλα πρόσωπα …· ανάθεμά σε – σοι· άγωμε ‘ς τανάθεμα· σύρε ‘ς τανάθεμα, ή τα άψυχα, και κυρίως την ημέραν καθ’ ήν εγεννήθησαν ή συνέβη τι· ανάθεμα την ημέραν ή και την ώραν, καθ’ ην συνέβη τι· ανάθεμα την ώραν ή και την μοίραν των ακόμη· ανάθεμα την μοίραν μου· επιτείνοντες δε την αράν, έλεγον συχνά· ανάθεμά με και τρις ανάθεμά με, εκ της εκκλησιαστικής παραλαβόντες χρήσεως, αφ’ ου ο λαός εν τη εκκλησία, ακούων το εκσφενδονιζόμενον ανάθεμα, τρις και αυτός το ανάθεμα ανεφώνει.


[1] Φαίδωνος Κουκουλέ, «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», τ. Γ΄, σ. 326-328, εκδόσεις Παπαζήση, 1949.

Δεν υπάρχουν σχόλια: